Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2015

Ο ΣΥΡΙΖΑ και το καπέλο



Υπάρχει ένα σχήμα λόγου το οποίο κατασκεύασε ο Κρίστοφερ Χίτσενς, προκειμένου να τοποθετηθεί στην περίφημη διαμάχη που είχε ξεσπάσει ανάμεσα στον Σάλμαν Ρούζντι και τον Τζον Λε Καρέ. Το 1988, ο Σάλμαν Ρούζντι στο απόγειο της καριέρας του δημοσιεύει τους Σατανικούς στίχους. Το βιβλίο κρίθηκε βλάσφημο από ένα μεγάλο μέρος της παγκόσμιας μουσουλμανικής κοινότητας. Η πιο ακραία αντίδραση ήρθε ένα χρόνο αργότερα όταν ο Αγιατολάχ Χομεϊνί εξέδωσε φετφά, με βάση την οποία κάθε μουσουλμάνος έχει την ιερή υποχρέωση να σκοτώσει όχι μόνο τον βλάσφημο Ρούζντι, αλλά και όποιον ενεπλάκη στην έκδοση των Σατανικών στίχων. Η θανατική διαταγή συνοδεύεται και από επικήρυξη 3 εκατομμυρίων δολαρίων, που προσέφερε ένας ιρανός επιχειρηματίας.

Η έκδοση των Σατανικών στίχων αποτέλεσε ένα από τα πιο σημαντικά, σύνθετα και αιματηρά λογοτεχνικά γεγονότα του 20ού αιώνα (o ιάπωνας μεταφραστής του βιβλίου μαχαιρώθηκε μέχρι θανάτου, ενώ δολοφονικές απόπειρές σημειώθηκαν απέναντι στον τούρκο και τον ιταλό μεταφραστή καθώς και τον νορβηγό εκδότη του βιβλίου). Εύκολα μπορεί κάποιος να μαντέψει την έκταση και την ένταση του διαλόγου που ακολούθησε. Ο διάλογος αυτός, εκτός από διαξιφισμούς, γέννησε και διάφορες απρόσμενες στάσεις. Αυτοί που ο Ρούζντι περίμενε να τον υπερασπιστούν με απερίφραστο τρόπο (ουσιαστικά η λογοτεχνική κοινότητα και η αγγλική αριστερά) παρουσιάστηκαν φοβικοί, σκεπτικοί και διαιρεμένοι, ενώ πολλοί από αυτούς κατηγόρησαν το (φυγάδα τη δεδομένη στιγμή) συγγραφέα για τα κίνητρα και την επιπολαιότητα της πράξης του.

Ένας από τους πιο έντονους επικριτές υπήρξε ο Τζον Λε Καρέ. Ο Λε Καρέ (ένας από τους σημαντικότερους πεζογράφους κατασκοπείας και συνεργάτης των αγγλικών μυστικών υπηρεσιών) δήλωσε σχετικά με την υπόθεση ανάμεσα σε άλλα: «Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να προσβάλει μια μεγάλη θρησκεία και να εκδίδεται ατιμώρητα». Όταν χρόνια μετά ο Λε Καρέ κατηγορήθηκε για αντισημιτισμό και ζήτησε τη βοήθεια της λογοτεχνικής κοινότητας για αυτό που ο ίδιος περιέγραψε ως «αποτέλεσμα του κυνηγιού μαγισσών απ’ όσους υποστηρίζουν την πολιτική ορθότητα» ο δημοσιογράφος και αρθογράφος Κρίστοφερ Χίτσενς (προσωπικός φίλος και ένας από τους σημαντικότερους υποστηρικτές του Ρούζντι) σχολίασε πως η στάση του Λε Καρέ του θυμίζει κάποιον που κατουράει στο καπέλο του και στη συνέχεια βιάζεται να το φορέσει.



Και έτσι, με αυτή τη χρήση του καπέλου, επιστρέφουμε στον ΣΥΡΙΖΑ και την Ελλάδα του σήμερα.
Μετά τις δηλώσεις του Νίκου Φίλη, ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται αντιμέτωπος με μια κατάσταση που, αν και δεν δημιούργησε, συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό ώστε να αποκτήσει τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της. Η (χωρίς κριτική) συμμαχία με τους ΑΝΕΛ, η υιοθέτηση μιας σειράς ιδεολογημάτων και συμπεριφορών σχετικά με τις παρελάσεις, τις διάφορες εθνικές εορτές και τα εθνικά στερεότυπα, η στάση που κρατάει μέχρι και σήμερα απέναντι σε κάθε πτυχή της Εκκλησίας, η περιγραφή μιας σειράς από κοινωνικά αντανακλαστικά και εθνικά κατασκευάσματα ως αυτονόητα, η εγκόλπωση πολιτικών υποκειμένων με τα χαρακτηριστικά του κάθε γελοίου Μιχελογιαννάκη, η υιοθέτηση ενός πατριωτικού λόγου έναντι σε ένα ταξικό, ή έστω λάιτ ταξικό, όπως είχαμε συνηθίσει, κινήσεις όπως αυτή της εμπλοκής με την Μακεδονία στην πρόσφατη σύνοδο του ΟΗΕ περιγράφουν απλώς ένα μέρος του πλαισίου στο οποίο κινείται σήμερα ο δημόσιος λόγος.



Είναι πολλοί αυτοί που πίστευαν πως τα περιθώρια του ΣΥΡΙΖΑ στο οικονομικό πεδίο είναι τόσο περιορισμένα ώστε να μην μπορεί να καταφέρει και πολλά (αν και αυτά τα τότε λίγα μοιάζουν σίγουρα περισσότερα από όσα έχουν επιτευχθεί σήμερα). Αν υπήρχε κάποιο περιθώριο αναμόρφωσης και διαφορετικού στίγματος, αυτό έμπαινε στο επίπεδο των θεσμών, των αστικών κατακτήσεων που ποτέ δεν κατακτήθηκαν στη χώρα, των όρων με τους οποίους διαρθρώνεται ο δημόσιος λόγος, η επιστημονική γνώση, οι όροι της ανάπτυξης κτλ. Στο σημείο αυτό να διευκρινίσουμε πως μια επίτευξη (ακόμα και στο 100%) δεν θα αρκούσε ώστε να περιγραφεί ως αριστερή μια συγκεκριμένη κυβέρνηση. Θα ήταν, όμως, ένα ξεκάθαρο και αναγνωρίσιμο στην καθημερινότητα στίγμα που θα εμπεριείχε ένα σύνολο δυνητικών αλλαγών.

Η υπόθεση με τις δηλώσεις για τη γενοκτονία -και κυρίως των αντιδράσεων της επόμενης ημέρας- είναι ενδεικτική για το πώς αντιμετωπίστηκαν μια σειρά θεμάτων μέχρι στιγμής. Ειπωμένο χωρίς σχεδιασμό και χωρίς δημόσιο διάλογο στα μεταμεσονύχτια κάποιας εκπομπής, ολικό πολιτικό άδειασμα των στελεχών και του κόμματος απέναντι σε μια θέση αποδεκτή και επιστημονικά τεκμηριωμένη, πλήρης αδιαφορία για συντεταγμένη σύγκρουση με τον κυρίαρχο λόγο (που στη δεδομένη στιγμή τυχαίνει να είναι και εθνικιστικός), πλήρης έλλειψη αναβάθμισης της θέσης του επιστημονικού λόγου και της προστασίας της διαφορετικής άποψης, αναπαραγωγή ενός λόγου και μιας στάσης πλήρως προεκλογικής, όπου ευκταίος στόχος δεν είναι η άποψη ή η ιδεολογία αλλά η μίνιμουμ απώλεια, πλήρης ανικανότητα προσδιορισμού των όρων με τους οποίος υπάρχει και λειτουργεί ο δημόσιος διάλογος.

Ίσως να μην είναι αργά αλλά σίγουρα δεν είναι νωρίς. Και μέχρι να φανερωθεί έστω μια έμπρακτη κίνηση προς αυτή την κατεύθυνση,o Λε Καρέ θα φορά χαμογελαστός το γεμάτο καπέλο του κατασκοπεύοντας όλες τις πτυχές του δημόσιου λόγου μας.

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Η τελευταία πρόταση μου φαίνεται τελείως άστοχη σε επίπεδο μεταφοράς: ο "Λε Καρέ" (ο οποίος πέρα από την αντιδικία που αναφέρετε -την οποία ομολογώ ότι αγνοούσα- διαθέτει σημαντικό λογοτεχνικό έργο, στιβαρή πολιτική σκέψη και παρρησία) ως συνώνυμο του "Μεγάλου αδελφού". Ο Τζον Λε Καρέ ως καρικατούρα. Μου φαίνεται άδικο και κυρίως άκομψο.

Β.

groucho marxism είπε...

Δεν υπήρχε καμία τέτοια διαθέση σε βεβαιω. απλώς ήθελα να κλείσει το άρθρο με αναφορά στην ιστορία της αρχής. όχι λοιπόν ως μεγάλος αδερφός αλλά ως κάποιος που έκανε ένα παρόμοιο λάθος ασυνέπειας. κάπως έτσι.