Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2015

Για τον σύντροφο Πάνο Λάμπρου



Τον Πάνο τον γνώρισα την πρώτη μέρα που πήγα στα παλιά γραφεία της «Εποχής», στην Ακαδημίας, κάπου στις αρχές του φθινοπώρου του 2008.
Για την ακρίβεια είχα πάει για να γνωρίσω τον Πάνο με μεσολάβηση ενός φίλου, ο οποίος μου είχε προτείνει να δοκιμάσω να γράψω στην εφημερίδα.
Και ο λόγος που θυμάμαι το γεγονός αυτό (και που το αναφέρω ως εισαγωγή) είναι το κλίμα της συνάντησης έτσι όπως διαμορφωνόταν από τον ίδιο τον Πάνο.
Η εγκαρδιότητα και το ενδιαφέρον με το οποίο αντιμετώπιζε έναν νέο που ήρθε από το πουθενά για να ζητήσει χώρο να γράψει, ο τρόπος με τον οποίο άκουγε το κάθε θέμα, η απόλυτη υπερπήδηση του κάθε πολιτικού ή οποιουδήποτε άλλου προαπαιτούμενου, η απλόχερη εμπιστοσύνη.
Αλλά πιο πολύ θυμάμαι την πρώτη αυτή συνάντηση για μια σημαντική λεπτομέρεια.
Η όλη κουβέντα γινόταν πάνω από μια στοίβα ρούχων, ξηράς τροφής, φαρμάκων και άλλων αντικειμένων. Η στοίβα είχε συλλεχθεί και προοριζόταν ως έμπρακτη αλληλεγγύη προς τους φυλακισμένους.
Οι διάλογοι συνέβαιναν ενώ τα αντικείμενα συσκευάζονταν για να μοιραστούν στη συνέχεια στις φυλακές.
Για κάποιο λόγο επανέρχομαι αρκετά συχνά σε αυτή την εικόνα, ως σχόλιο και ως πρόταση ανάμεσα στη θεωρία και την εμπλοκή, την πολιτική ανάλυση και την πρακτική δέσμευση, τη γραφή και την πράξη.
Τελικά ως ένα μάθημα για το πώς οφείλεις να υπάρχεις στην κοινωνία.
Το ποιος είναι ο Πάνος Λάμπρου και μαζί το τι έχει δώσει στο κίνημα, την αλληλεγγύη, την κοινωνία νομίζω πως το γνωρίζουν σχεδόν όλοι στην Αριστερά ανεξαρτήτως κόμματος, οργάνωσης ή ένταξης.
Οι όροι με τους οποίους το όνομά του ενεπλάκη από τον Γιάννη Πανούση, τα κανάλια και τις αντίστοιχες εφημερίδες σε ένα σκάνδαλο της πεντάρας με μισόλογα, γελοιότητες περί μυθιστορημάτων, υποθετικούς διαλόγους και λοιπές λεπτομέρειες ίντριγκας χαμηλής συγγραφικής ικανότητας μόνο οργή μπορούν να προκαλέσουν.
Αυτό που διακυβεύεται τις τελευταίες μέρες ξεπερνά κατά πολύ τις καταγγελίες ενός γελοίου πρώην υπουργού (ο οποίος άλλωστε έχει αποδείξει την ευαισθησία του κατά τη διάρκεια της θητείας του) ή τη στοχοποίηση ενός πολιτικού προσώπου.
Γιατί με τη στάση του και την προέκταση της στάσης αυτής από κανάλια, εφημερίδες και από τον free press καλβινισμό (όπου στην ατράνταχτη πολιτική επιχειρηματολογία συμπεριλήφθηκε το παρουσιαστικό του Πάνου Λάμπρου ή το γεγονός πως δεν έχει πτυχίο Πανεπιστημίου, σε αντίθεση π.χ. με τον Σταύρο Θεοδωράκη ας πούμε), στην πραγματικότητα ποινικοποιείται το δικαίωμα των φυλακισμένων σε καλύτερες συνθήκες διαβίωσης, οι διεκδικήσεις γύρω από τον σωφρονισμό, τους όρους κράτησης και τελικά η ίδια η αλληλεγγύη.
Στην πραγματικότητα ο σωφρονισμός έχει ήδη καταργηθεί στον δημόσιο λόγο.
Αυτό που έχει κυριαρχήσει στα στόματα δημοσιογράφων και πολιτικών είναι η άνευ όρων τιμωρία του φυλακισμένου, η επίδειξη εκδικητικότητας από την πλευρά της πολιτείας και μαζί η ποινικοποίηση όποιου διαφωνεί με αυτή την κατάσταση.
Γιατί αν μπορούμε να συμπεράνουμε πως δεν προκύπτουν ποινικές ευθύνες από τους μέχρι τώρα διαλόγους, όπως επίσης πολιτικές ευθύνες από το γεγονός πως ένας σύμβουλος του υπουργού Δικαιοσύνης συνομιλεί με φυλακισμένους ως μέρος των αρμοδιοτήτων του (όπως ορίζει το προεδρικό διάταγμα 63/2005, άρθρο 56 παρ. 2. όπου περιγράφονται οι αρμοδιότητες των πολιτικών γραφείων των υπουργών), τότε ταυτόχρονα μπορούμε να συμπεράνουμε πως στο πρόσωπο του Πάνου Λάμπρου στοχοποιείται ακριβώς η ίδια η διαφωνία.
Η διαφωνία γύρω από τις συνθήκες στις φυλακές, η διαφωνία για τους όρους με τους οποίους υπάρχουν όσοι βρίσκονται στο περιθώριο της κοινωνίας και τελικά η διαφωνία απέναντι στην κατάσταση στην οποία βρίσκεται η ίδια η κοινωνία.
Σήμερα που η ευρύτερη Αριστερά έχει γίνει και πάλι χίλια κομμάτια, πρόσωπα και παραδείγματα σαν τον Πάνο Λάμπρου μάς υπενθυμίζουν τον αξιακό κώδικα που ενώνει, φέρνοντας τον πυρήνα της Αριστεράς στο προσκήνιο.
Την αλληλεγγύη, το αίτημα για κοινωνική δικαιοσύνη, τον ανθρωπισμό, την έμπρακτη συμμετοχή. Ταυτόχρονα, οι όροι του δημόσιου λόγου, το όλο πλαίσιο και η χρήση του υποτιθέμενου σκανδάλου καθώς και η σφοδρότητα της επίθεσης μας αποδεικνύουν την ανάγκη για το επείγον παρόν της Αριστεράς.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δεν υπάρχουν σχόλια: