Σάββατο, 1 Φεβρουαρίου 2014

Μινιόν: Μοναξιά μιας άλλης δεκαετίας


– Τάσεις για κλάμα. Χωρίς αιτία.

Η παράσταση Μινιόν, σε σκηνοθεσία της Μαρίας Πανουργιά, βασίζεται στο ημερολόγιο ενός άγνωστου άντρα, το οποίο βρέθηκε στα σκουπίδια και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πλανόδιον το 1997. Η παράσταση αποτελεί τον ημερολογιακό μονόλογο ενός μοναχικού άντρα κατά τη διάρκεια των γιορτών από το Δεκέμβρη του 1980 μέχρι τον Ιανουάριο του 1981.
Ο ήρωας της ιστορίας (τον υποδύεται εξαιρετικά ο Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης) απλώνει τον προφορικό αυτό μήνα μπροστά στους θεατές. Σπαράγματα από τραγούδια, κοινοτοπίες, καθημερινά περιστατικά, λίγα όνειρα, λίγες πρωινές δουλειές, μια λολίτα σε κάποιο απέναντι κτίριο, το φάσμα του πατέρα να πλανάται πίσω από τις καταγραφές, περιστατικά ενωμένα σε παράταξη, που φτιάχνουν μια μοναξιά, διατυπωμένα με την ειλικρίνεια του ντοκουμέντου, την αμηχανία του πραγματικού βιώματος, το μη εξαιρετικό της κάθε μέρας που προσπαθεί να σχηματίσει μια φωνή. Μπροστά στον εξομολογητικό τρόπο του ημερολογίου όπου το υποκείμενο και το αντικείμενο ταυτίζονται, στήνεται το λαθραίο βλέμμα των θεατών, αυτό που θα ενώσει τα σπαράγματα ώστε να δώσει μορφή στον ασχημάτιστο άγνωστο που προσπαθεί να αρθρώσει τον εαυτό μπροστά μας.
Τριάντα χρόνια μετά,  ακούμε για τον Αντρέα, τον Κίσινγκερ, τον Αναστόπουλο, το νέφος, το Μινιόν ως σημεία μιας περασμένης καθημερινότητας. Γιατί αυτό που διαχωρίζει την παράσταση Μινιόν (κάτι που φαίνεται ήδη από την αναφορά του τίτλου) από κάθε άλλο μοναχικό μονόλογο (το μοναχικότερο άλλωστε απ όλα τα θεατρικά είδη) είναι ο χρονικός της προσδιορισμός. Τη δεκαετία του ’80 η μοναξιά περιγράφηκε με νέα χαρακτηριστικά. Απέναντι σε έναν καταναλωτισμό που μόλις έπαιρνε μορφή, μια ευδαιμονία που μόλις άρχιζε να ψελλίζει τις πρώτες λάιφσταϊλ επιλογές της, μέσα στο στοίβαγμα στις πολυκατοικίες, μπροστά σε μια προσδοκία αλλαγής μέσα στη χλιαρή σούπα του ΠΑΣΟΚ. Μια νέα μελαγχολία και ένας νέος τρόπος να σκυθρωπιάζεις που θυμίζει σε πολλά το σήμερα. Το σύμβολο του Μινιόν –του πολυκαταστήματος με τις φανταχτερές γιορτινές βιτρίνες, το οποίο κάηκε στις 19 Δεκεμβρίου του 1980 μαζί με το κατάστημα Κατράντζος Σπορ ύστερα από εμπρησμό από την πρωτοεμφανιζόμενη τρομοκρατική οργάνωση “Επαναστατική Οργάνωση Οκτώβρης ’80”-, γίνεται το σταυροδρόμι δύο μοναξιών. Της συγκεκριμένης εποχής και της μόνιμης μοναξιάς των γιορτών. Ο εμπρησμός και η καταστροφή μοιάζουν με μεταφορικό ξέσπασμα της ιδιωτικής θλίψης, καταγραφή της αγανάκτησης σε μεγάλη κλίμακα. Προσωπικά πιστεύω πως το στοιχείο του συγκεκριμένου χρόνου θα μπορούσε να τονιστεί ακόμα περισσότερο υπογραμμίζοντας έτσι την καταγωγή όλων εκείνων των στοιχείων που μοιάζουν κοντινά στο σήμερα.
Δίπλα στον άντρα του μονολόγου εμφανίζονται 4 γυναίκες, λίγο ως προεκτάσεις και ρόλοι της μόνωσής του,  λίγο ως εκτελεστές ενός θεατρικού φόντου, άλλοτε στέκουν στο βάθος, άλλοτε συνομιλούν ως ενσαρκώσεις πόθων και επιθυμιών, σαν ένας χορός που περιγράφει με την παρουσία του την απουσία του Άλλου. Ο μη ξεκάθαρος όμως λειτουργικός του ρόλος, πιστεύουμε συχνά αδυνατίζει την ένταση της μόνωσης, αφού δεν δικαιολογείται σε κάθε στιγμή του έργου.
Μικρή παρένθεση πριν το τέλος: ο μονόλογος του μοναχικού ανθρώπου, παρουσιάζεται σε ένα χώρο με φόντο σκηνής (ακριβώς απέναντι από το κοινό) τη διαμπερή τζαμαρία του θεάτρου. Έτσι, η εξομολόγηση, απλώνεται μπροστά μας, ενώ στο βάθος περνούν περαστικοί κοιτώντας άλλοτε ξαφνιασμένα και άλλοτε αδιάφορα, δημιουργώντας μια αντίθεση μέσα από το τυχαίο. Ο χώρος μοιάζει σαν μια διαμπερής πληγή της ιδιωτικότητας, μια πληγή που στάζει δημόσιο. Λίγο σαν ειρωνεία και λίγο σαν παρηγοριά.

(στο μπλογκ του Unfollow. Στήλη Αντίσκηνο)
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: