Κυριακή, 9 Φεβρουαρίου 2014

Ο μόνος αυτοκράτορας είναι ο αυτοκράτορας του παγωτού



Για τον Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν που έφυγε ξαφνικά





«Ασε τη λά­μπα α­ναμ­μέ­νη. Ο μό­νος αυ­το­κρά­το­ρας… και τα ει­σα­γω­γι­κά δεν κλεί­νουν. Έτσι. Από νεύ­ρα. Έτσι. Από θλί­ψη. Όχι ε­κεί­νη τη βα­θειά, ό­πως ό­ταν χά­νεις κά­ποιον κο­ντι­νό σου και αυ­τή τε­λι­κά αυ­το­α­να­λώ­νε­ται στη δια­δι­κα­σία του θρή­νου. Την άλ­λη, ε­κεί­νη που διαρ­κεί στη μι­κρή της κλί­μα­κα α­νε­παί­σθη­τα, μα­κρι­νή και ε­ξό­χως δια­βρω­τι­κή, που τε­λι­κά μοιά­ζει με θυ­μό και ό­χι με δά­κρυ. Όχι, λοι­πόν, σαν α­πό­το­μη κα­ται­γί­δα, μα σαν ο­μί­χλη που κα­τα­σκη­νώ­νει. Ο Φί­λιπ Σέι­μουρ Χόφ­μαν βρέ­θη­κε νε­κρός στο δια­μέ­ρι­σμά του στη Νέα Υόρ­κη α­πό υ­περ­βο­λι­κή δό­ση ναρ­κω­τι­κών. Στην η­λι­κία των 46. Και μέ­χρι το βλέ­φα­ρο να α­νοί­ξει και να κλεί­σει το νέο με­τα­δό­θη­κε, ξε­σπώ­ντας στις α­να­με­νό­με­νες κου­βέ­ντες: τον τρό­πο θα­νά­του, τον η­θι­κι­σμό γύ­ρω α­πό τα ναρ­κω­τι­κά, το νε­κρό­φι­λο κου­τσο­μπο­λιό για την πι­θα­νή ο­μο­φυ­λο­φι­λι­κή του σχέ­ση, τα κοι­νό­το­πα debate για το αν ή­ταν ο ση­μα­ντι­κό­τε­ρος η­θο­ποιός της γε­νιάς του, ποιος ή­ταν ο κα­λύ­τε­ρός του ρό­λος του κτλ. Τα μέ­σα δι­κτύω­σης τον θρή­νη­σαν με τον τρό­πο που γνω­ρί­ζουν, μα­ζι­κά, α­πο­σπα­σμα­τι­κά, με υ­περ­βο­λή. Μα έ­χω την αί­σθη­ση πως δεν χω­ρούν ε­δώ α­γιο­γρα­φίες, ε­πι­κή­δειοι, μνη­μεία. Αλλά ο άν­θρω­πος ό­πως εί­ναι, πε­ρί­που ό­πως εί­ναι, σαν τους ρό­λους που εν­σάρ­κω­νε ο Φί­λιπ Σέι­μουρ Χόφ­μαν. Άλλο­τε στο κέ­ντρο και άλ­λο­τε στο πε­ρι­θώ­ριο, ητ­τη­μέ­νος και νι­κη­τής, μια α­ντί­φα­ση βου­τηγ­μέ­νη στην αν­θρω­πί­λα. Ο Φί­λιπ Σέι­μουρ Χόφ­μαν ή­ταν ε­ξαι­ρε­τι­κός στο να βγά­ζει το ε­ξαι­ρε­τι­κό α­πό μη ε­ξαι­ρε­τι­κούς χα­ρα­κτή­ρες. Ακό­μη και στους πρω­τα­γω­νι­στι­κούς του ρό­λους ή­ταν πά­ντα ο Άλλος, ο οι­κείος και πά­ντα ξέ­νος, ο ταυ­τι­σμέ­νος και ταυ­τό­χρο­να ά­γνω­στος. Το λι­γω­μέ­νο βλέμ­μα του στο «Boogie Nights», το βου­βό κλά­μα του στο «Magnolia», η γρα­βα­τω­μέ­νη α­μη­χα­νία του στον Με­γά­λο Λε­μπόφ­σκι, το α­πε­γνω­σμέ­νο του τη­λε­φώ­νη­μα στο «Happiness». Όλες του οι σχε­δόν κρυ­φές ερ­μη­νείες στα πε­ρι­θώ­ρια να γε­μί­ζουν με βά­ρος το κέ­ντρο της ται­νίας, ό­ταν η λε­πτο­μέ­ρεια προ­σθέ­τει στην ου­σία πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρα απ’ ό,τι η πα­ρου­σία­ση της ί­διας της ου­σίας. Η ε­ξαϋλω­μέ­νη ευ­στο­χία στη βιο­γρά­φή­ση του Τρού­μαν Κα­πό­τε (ο ρό­λος που του έ­δω­σε το Όσκαρ), η νεύ­ρω­ση που παίρ­νει δια­στά­σεις πό­λης στη Συ­νεκ­δο­χή της Νέ­ας Υόρ­κης και κυ­ρίως το μέ­γε­θος της υ­πο­κρι­τι­κής στο «The Master».
Μπλέ­κουν οι ι­στο­ρίες, μπλέ­κουν οι ε­μπει­ρίες και ό­λα γυρ­νούν πά­νω α­πό μια εί­δη­ση, μια πλη­ρο­φο­ρία θα­νά­του. Οι λέ­ξεις σκορ­πί­ζουν α­δια­φο­ρώ­ντας να μπού­νε σε προ­τά­σεις, αρ­νού­με­νες να φτιά­ξουν πα­ρα­γρά­φους: αμ­φι­βο­λία, κα­τα­φύ­γιο, φα­κί­δες, πρέ­ζα, γεν­νη­μέ­νος το 1967, δει­λές κι­νή­σεις, πι­να­κο­θή­κη των πιο uncool χα­ρα­κτή­ρων, κοκ­κί­νι­σμα α­πό ντρο­πή, υ­περ­βο­λή τα­λέ­ντου, η φυ­σι­κό­τη­τα να ταυ­τί­ζε­ται με την τε­χνι­κή, κο­ντά 60 κι­νη­μα­το­γρα­φι­κοί ρό­λοι, σκόρ­πια δά­κρυα ε­λά­χι­στα…
Άλλω­στε οι με­γά­λοι ρό­λοι (α­κό­μα και ε­κεί­νη που διαρ­κούν πο­λύ λί­γο, κο­ντά 1 κι­νη­μα­το­γρα­φι­κό λε­πτό) εί­ναι μια κα­τα­γρα­φή ε­νά­ντια στο θά­να­το, μια κα­τα­γρα­φή αυ­τού που πε­ρισ­σεύει α­πό το θά­να­το. Όχι για­τί ορ­θώ­νουν μνη­μεία, αλ­λά για­τί συ­μπο­ρεύο­νται με ό,τι ο­νο­μά­ζου­με κα­θη­με­ρι­νό και α­πλό, με μια χει­ρο­νο­μία, έ­να βλέμ­μα, μια πρό­χει­ρη α­νά­μνη­ση.
Μια θλί­ψη, λοι­πόν. Πα­ρά­δο­ξη και συ­χνά κα­κό­η­χη. Βου­βή αλ­λά πά­ντα πα­ρού­σα, α­πο­χαι­ρε­τώ­ντας, γρά­φο­ντας τα λό­για του Γουά­λας Στί­βε­νς:

Κά­λε­σε τον κα­πνι­στή με­γά­λων πού­ρων,
Εκεί­νον τον νταή, και βάλ­το­ν
Στην κου­ζί­να να χτυ­πή­σει κρέ­μες η­δο­νι­κές.
Άσε τις πόρ­νες να σου­λα­τσά­ρουν με φου­στά­νια
Που συ­νη­θί­ζουν να φο­ρούν, και τους γκό­με­νους
Να φέρ­νουν λου­λού­δια τυ­λιγ­μέ­να σε πα­λιές ε­φη­με­ρί­δες.
Άσε την ύ­παρ­ξη να εί­ναι το ό­ριο του ο­ρα­τού.
Ο μό­νος αυ­το­κρά­το­ρας εί­ναι ο αυ­το­κρά­το­ρας του πα­γω­τού.

Πά­ρε α­πό την ξύ­λι­νη ντου­λά­πα,
Που της λεί­πουν τα τρία γυά­λι­να πό­μο­λα,
το σε­ντό­νι ό­που ε­κεί­νη εί­χε κε­ντή­σει κά­πο­τε,
σαν βε­ντά­λιες, ου­ρές πε­ρι­στε­ριώ­ν
Και σκέ­πα­σέ την μέ­χρι το μέ­τω­πο.
Αν ε­ξέ­χουν τα ρο­ζιά­ρι­κα πό­δια της εί­ναι που
Έχει πα­γώ­σει κι έ­μει­νε χω­ρίς αι­σθή­σεις.
Άσε τη λά­μπα α­ναμ­μέ­νη.
Ο μό­νος αυ­το­κρά­το­ρας εί­ναι ο αυ­το­κρά­το­ρας του πα­γω­τού.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δεν υπάρχουν σχόλια: