Κυριακή, 26 Ιανουαρίου 2014

Πρόσφατο παρελθόν, ραμμένο στη φόδρα των πραγμάτων


Η γενιά του ’70 μας αφηγείται την άλλη μεταπολίτευση







Την πε­ρα­σμέ­νη Πα­ρα­σκευή έ­τυ­χε να α­νη­φο­ρή­σω την ο­δό Σί­να. Στο Γαλ­λι­κό Ινστι­τού­το θα πα­ρου­σια­ζό­ταν η δί­γλωσ­ση αν­θο­λο­γία «Οι Ιθά­κες τι ση­μαί­νουν - 20 σύγ­χρο­νοι Έλλη­νες ποιη­τές - Ce que signifient les Ithaques - 20 poètes grecs contemporains», σε ε­πι­λο­γή και με­τά­φρα­ση της Μα­ρι­λόρ Κουλ­μέν Κου­τσαύ­τη. Μα η Σί­να εί­ναι μα­κράν η πιο ύ­που­λη α­νη­φό­ρα στην Αθή­να, στέ­κει ε­κεί πα­ρι­στά­νο­ντας τον ευ­κο­λο­διά­βα­το δρό­μο, σου ψι­θυ­ρί­ζει: Συ­νέ­χι­σε να περ­πα­τάς μι­κρέ μου, δεν εί­μαι καν α­νη­φό­ρα. Και κά­που ε­κεί τα νεύ­ρα σου σπά­νε, στα­μα­τάς στο πε­ρί­πτε­ρο ι­δρω­μέ­νος, στη Δι­δό­του λί­γο πριν την κο­ρυ­φή, χα­ζεύεις τους τίτ­λους των ε­φη­με­ρί­δων, ί­σως να στρί­ψεις κι έ­να τσι­γά­ρο. Οι τίτ­λοι εύ­γλωτ­τοι μες στην κοι­νο­το­πία τους. Νέες α­πο­κα­λύ­ψεις για το σκάν­δα­λο του Τα­χυ­δρο­μι­κού Τα­μιευ­τη­ρίου, για την ε­ρω­τι­κή ζωή του Ολά­ντ, ο Προ­βό­που­λος, οι Ελλη­νί­δες πρώ­τες πα­γκο­σμίως στο κά­πνι­σμα και ο Κρι­στιά­νο Ρο­νάλ­ντο α­γκα­λιά με τη χρυ­σή του μπά­λα. Στρέμ­μα­τα νε­κρής γλώσ­σας, μια θά­λασ­σα με­λά­νι να πνί­γου­με τα σω­σί­βιά μας. Γύ­ρω σου η κα­θη­με­ρι­νή ροή του κέ­ντρου. Ανέ­πα­φη και ταυ­τό­χρο­να πλη­γω­μέ­νη. Μα ή­δη φτά­νεις στην εί­σο­δο του Ινστι­τού­του ό­που σε ε­πι­σκέ­πτε­ται έ­νας α­νι­χνευ­τής με­τάλ­λων [Διά­βο­λε σκέ­φτο­μαι, οι ποιη­τές στα­μά­τη­σαν να ο­πλο­φο­ρούν ή­δη α­πό τον θά­να­το του Κα­ρυω­τά­κη]. Και κά­που ε­κεί, α­νά­με­σα στις α­παγ­γε­λίες και τους ποιη­τές, τις ευ­χα­ρι­στίες, τις α­φιε­ρώ­σεις και τις συ­γκι­νή­σεις, ό­λα αρ­χί­ζουν να μπερ­δεύο­νται: ποιή­μα­τα και τίτ­λοι ε­φη­με­ρί­δων, γε­νιές και ε­πο­χές, το πα­ρόν και οι λέ­ξεις του. Η κρί­ση, η με­τα­πο­λί­τευ­ση, το χθες και η σιω­πή του.

Μια σύ­νο­ψη του μι­κρού και του με­γά­λου

Η δί­γλωσ­ση αν­θο­λο­γία πε­ρι­λαμ­βά­νει 20 έλ­λη­νες ποιη­τές. Ξε­κι­νώ­ντας α­πό τον γη­ραιό­τε­ρο Τί­το Πα­τρί­κιο (γεν. 1928) φτά­νο­ντας μέ­χρι τον Θα­νά­ση Τρια­ρί­δη (γεν. 1970), το σώ­μα της κα­λύ­πτε­ται σε με­γά­λο βαθ­μό α­πό ποιη­τές της γε­νιάς του ’70 και άλ­λους λί­γο πριν και λί­γο με­τά. Η έκ­δο­ση του δί­γλωσ­σου πο­νή­μα­τος συ­μπί­πτει χρο­νο­λο­γι­κά με την έκ­δο­ση του 4ου τό­μου της Ανθο­λο­γίας της ελ­λη­νι­κής ποίη­σης (20ός αιώ­νας) σε αν­θο­λό­γη­ση και ε­πι­μέ­λεια του Κώ­στα Γ. Πα­πα­γεωρ­γίου και του Βαγ­γέ­λη Χατ­ζη­βα­σι­λείου α­πό τις εκ­δό­σεις Κό­τι­νος. Η αν­θο­λο­γία αυ­τή κα­λύ­πτει την πε­ρίο­δο 1970-2000. Τα δύο βι­βλία πε­ρί­που συ­μπί­πτουν χρο­νο­λο­γι­κά. Ταυ­τό­χρο­να, τον τε­λευ­ταίο και­ρό συ­να­ντού­με ό­λο και πιο συ­χνά την έκ­δο­ση Απά­ντων ποιη­τών που το­πο­θε­τού­νται στη γε­νιά αυ­τή, με πιο πρό­σφα­τες αυ­τές του Γιάν­νη Κο­ντού (εκ­δό­σεις Τό­πος) και του Μι­χά­λη Γκα­νά (εκ­δό­σεις Με­λά­νι). Ας στα­θού­με, λοι­πόν, σε μια α­φή­γη­ση που ξε­κι­νά λί­γο πριν, λί­γο με­τά τη γε­νιά του 70, ό­χι γε­νε­α­λο­γώ­ντας, αλ­λά α­κού­γο­ντας έ­να σύ­νο­λο φω­νών, που συ­να­ντή­θη­καν χρο­νο­λο­γι­κά.
Σή­με­ρα που ξαφ­νια­σμέ­νοι προ­σπα­θού­με να α­φη­γη­θού­με το πώς φτά­σα­με ως ε­δώ, αν κά­τι χρεια­ζό­μα­στε εί­ναι οι διη­γή­σεις. Διη­γή­σεις πα­ράλ­λη­λες με την κυ­ρίαρ­χη κοι­νο­το­πία των γε­γο­νό­των. Ας μι­λή­σου­με για τα χρό­νια της με­τα­πο­λί­τευ­σης, ό­χι ό­μως για τη δρά­ση στο προ­σκή­νιο, αλ­λά για τα πί­σω υ­λι­κά. Τα στοι­χεία που συ­γκρο­τούν το φαί­νε­σθαι της σκη­νής. Τις τρο­χα­λίες, τα σκοι­νιά, τις κε­νές ε­πι­φά­νειες, τους α­πο­θη­κευ­τι­κούς χώ­ρους που οι δε­κα­ε­τίες στοι­βά­ξαν τη φω­νή τους. Όλο αυ­τό το βίω­μα που ρά­φτη­κε στη φό­δρα των πραγ­μά­των. Το ι­διω­τι­κό που στον πολ­λα­πλα­σια­σμό της ταύ­τι­σης συ­νά­ντη­σε το δη­μό­σιο. Το προ­σω­πι­κό που σκαμ­μέ­νο α­πό τις τό­σες α­να­γνώ­σεις μοί­ρα­σε σε άλ­λα πρό­σω­πα τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του. Για τη σύ­νο­ψη του μι­κρού και του με­γά­λου μέ­σα α­πό μια πο­λυά­ριθ­μη φω­νή.
Για το πέ­ρα­σμα α­πό την άρ­νη­ση και την αμ­φι­σβή­τη­ση στην τραυ­μα­τι­κή γλώσ­σα. Για τον ποιη­τή που μα­ζί με τον Κω­στή Πα­λα­μά κα­τού­ρη­σε ό­λα τα α­γάλ­μα­τα της Αθή­νας (ε­κτός α­πό του Ρή­γα), που ψά­χνο­ντας την τουα­λέ­τα βρέ­θη­κε στο κλου­βί με τα λιο­ντά­ρια, που σαν σφαί­ρα σαν εί­δη­ση, έρ­χε­ται κα­θέ­τως, που μί­λη­σε για το σόι της πί­σω α­πό την κουρ­τί­να του ο­νεί­ρου και της παι­δι­κής η­λι­κίας, που θρή­νη­σε τον πα­τέ­ρα του μ’ έ­να παι­δι­κό τρα­γού­δι, που βρή­κε ά­θλιο και­ρό στη φο­βε­ρή πα­τρί­δα του. Που ε­ξα­κο­λου­θεί μέ­χρι και σή­με­ρα να μι­λά στον κύ­ριο Ίβο πά­ντο­τε στον πλη­θυ­ντι­κό. Που α­ντί για α­στέ­ρι, μια ου­λή έ­λα­μπε πά­νω α­πό τη γέν­νη­σή της.



Και ε­νώ οι πα­ρεν­θέ­σεις κλει­δώ­νουν, οι συ­νειρ­μοί στε­ρεύουν και σύ γυρ­νάς πί­σω στο πα­ρόν της εκ­δή­λω­σης. Δε­κα­τρείς ποιη­τές δια­βά­ζουν ποιή­μα­τά τους. Αντώ­νης Φω­στιέ­ρης, Κα­τε­ρί­να Αγγε­λά­κη-Ρου­κ, Γιάν­νης Κο­ντός, Ντί­νος Σιώ­της, Αθη­νά Πα­πα­δά­κη, Κώ­στας Πα­πα­γεωρ­γίου, Γιώρ­γος Χρο­νάς, Γιώρ­γος Μαρ­κό­που­λος, Γιώρ­γος Χου­λιά­ρας, Ανα­στά­σης Βι­στω­νί­της, Δή­μη­τρα Χρι­στο­δού­λου, Θα­νά­σης Χατ­ζό­που­λος, Θα­νά­σης Τρια­ρί­δης. «Διά­βα­σα τις λέ­ξεις σαν ι­δε­ο­γράμ­μα­τα και προ­σπά­θη­σα να βρω τα α­ντί­στοι­χα στα γαλ­λι­κά», σχο­λά­ζει η με­τα­φρά­στρια. Και στην πιο συ­γκι­νη­τι­κή στιγ­μή της βρα­διάς ο Γιώρ­γος Μαρ­κό­που­λος δια­βά­ζει το ποίη­μα του ε­κλι­πό­ντος Γιάν­νη Βαρ­βέ­ρη. Να ε­πι­σκε­πτό­μα­στε τους ε­πι­ζώ­ντες ποιη­τές.

Να ε­πι­σκε­πτό­μα­στε τους ε­πι­ζώ­ντες
ποιη­τές

Να επισκεπτόμαστε
τους επιζώντες ποιητές
αν μάλιστα τυχαίνει να μένουμε στην ίδια πόλη
να τους βλέπουμε πού και πού
γιατί εκεί που ζούμε ήσυχοι
βέβαιοι πως ζούνε κι αυτοί -ξεχασμένοι έστω-
εκεί έρχεται το μαντάτο τους.

Οι καλοί ποιητές μάς φεύγουνε μια μέρα
όχι γιατί πεθαίνουνε
από έμφραγμα ή από καρκίνο
αλλά γιατί φυτρώνουνε στα βλέφαρά τους
λουλούδια τρομερά.

Ανοίγουνε κιτάπια στην αρχή
πάνε μετά στον οφθαλμίατρο
ρωτάνε κηπουρούς βοτανολόγους
η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά
λόγια φοβισμένα κι αόριστα
οι περαστικοί κι οι γείτονες σταυροκοπιούνται.

Έτσι σιγά σιγά οι ποιητές μαζεύονται
αποτραβιούνται σπίτι τους
ακούγοντας δίσκους παλιούς
γράφοντας λίγο
όλο και πιο λίγο
πράγματα μέτρια.

Στο μεταξύ μες στην κλεισούρα
τα τρομερά λουλούδια αρχίζουν να ξεραίνονται
και να κρεμάνε
κι οι ποιητές δε βγαίνουν πια
μήτε για τα τσιγάρα τους στο διπλανό περίπτερο.
Μόνο σκεβρώνουνε κοντά στο τζάκι
ζητώντας την απόκριση από τη φωτιά
που πάντα ξεπετάει στο τέλος μια της σπίθα
κι αυτή γαντζώνεται
στα ξεραμένα φύλλα πρώτα
ύστερα στα ξερά κλαριά
σ’ όλο το σώμα
και τότε λάμπει το σπίτι
λάμπει ο τόπος
για μια μόνο στιγμή

κι αποτεφρώνονται.

Γιάννης Βαρβέρης

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δεν υπάρχουν σχόλια: