Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2013

Μετά τη βιομηχανία του καλοκαιριού










Τα κα­λο­καί­ρια, ε­δώ και και­ρό, προ­κύ­πτουν ως προ­βο­λή και διά­θλα­ση δύο χρο­νιών, της χρο­νιάς που πέ­ρα­σε και της χρο­νιάς που α­κο­λου­θεί. Μέ­σα στις αλ­λα­γές της κρί­σης, το κα­λο­καί­ρι προ­κύ­πτει δι­πλά αλ­λαγ­μέ­νο, τό­σο ως παύ­ση ε­νός πα­ρελ­θό­ντος που μό­λις στα­μά­τη­σε, ό­σο και ως α­που­σία μιας προσ­δο­κίας που δεν πλη­σιά­ζει.
Από την δε­κα­ε­τία του '80 μέ­χρι και τα πρώ­τα χρό­νια της κρί­σης –με α­πο­κο­ρύ­φω­μα τα χρό­νια της ο­λυ­μπια­κής φού­σκας- το κα­λο­καί­ρι α­πο­τέ­λε­σε κο­ρύ­φω­ση της ε­πί­δει­ξης ε­νός τρό­που ζωής, ο ο­ποίος ε­μπε­ριεί­χε το σύ­νο­λο των ι­δε­ο­λο­γη­μά­των, των τρό­πων και των ταυ­το­τή­των της με­τα­πο­λι­τευ­τι­κής κυ­ρίαρ­χης κουλ­τού­ρας. Το lifestyle που ό­λο πε­ρι­γρά­φου­με ως νε­κρό, ξε­ψυ­χά δυ­να­τό­τε­ρα τα κα­λο­καί­ρια. Οι ό­ροι και οι συν­θή­κες που δη­μιουρ­γή­θη­καν έ­τσι ώ­στε μέ­σα στο θέ­ρος να το φέρ­νουν στην κο­ρύ­φω­σή του, τώ­ρα λει­τουρ­γούν α­ντί­στρο­φα ως μια ε­νι­σχυ­μέ­νη η­χώ του γκρε­μί­σμα­τός του.
Τα νη­σιά και οι λοι­ποί κα­λο­και­ρι­νοί προο­ρι­σμοί του κυ­ρίαρ­χου, τα τε­λευ­ταία χρό­νια υ­πάρ­χουν ως πα­σα­ρέ­λες νε­κρών προ­τε­ραιο­τή­των για τις διά­φο­ρες α­ντρι­κές και γυ­ναι­κείες ταυ­τό­τη­τες: της ε­παγ­γελ­μα­τι­κής ε­πι­τυ­χίας, του γρή­γο­ρου πο­λι­τι­σμού, της ε­πι­δει­κτι­κής κα­τα­νά­λω­σης και του νο­μι­μο­ποιη­μέ­νου ναρ­κισ­σι­σμού. Η μα­ζι­κό­τη­τα του στε­ρε­ο­τύ­που που πε­ριέ­γρα­φε το Ελλη­νι­κό Κα­λο­καί­ρι, συ­νε­χώς συρ­ρι­κνώ­νε­ται. Ο πυ­ρε­τός του Σαβ­βα­τό­βρα­δου που ε­πέ­βα­λε πέ­ντε μέ­ρες δου­λειάς με α­ντάλ­λαγ­μα τη δια­σκέ­δα­ση της έ­κτης μέ­ρας, α­πλω­νό­ταν η­με­ρο­λο­για­κά α­νά το έ­τος. Έτσι δού­λευες έ­ναν χρό­νο ώ­στε να σβή­σεις τον πυ­ρε­τό σου στις δια­κο­πές, ή πιο πρό­σφα­τα δα­νει­ζό­σουν έ­ναν ο­λό­κλη­ρο χρό­νο ώ­στε να ξο­δέ­ψεις στις μέ­ρες της ά­δειας μέ­σα α­πό ε­ορ­το­δά­νεια, δια­κο­πο­δά­νεια και λοι­πά φι­λι­κά πα­κέ­τα. Και σή­με­ρα που πρέ­πει να πει­στού­με πως ό­λα εί­ναι δα­νει­κά, ο α­φε­λής πυ­ρε­τός σβή­νει α­πό­το­μα με μνη­μο­νια­κές α­σπι­ρί­νες.

Με δα­νει­κό μαύ­ρι­σμα

Η βιο­μη­χα­νία του κα­λο­και­ριού δεν μπο­ρεί να λει­τουρ­γή­σει χω­ρίς το λά­δι των κα­τα­σκευα­σμέ­νων προ­τύ­πων και των ε­πι­βε­βλη­μέ­νων προο­ρι­σμών. Όμως τα σα­χλοέ­ντυ­πα κλεί­νουν, οι πρώην Κω­στό­που­λοι πτω­χεύουν και οι α­ντί­στοι­χες εκ­πο­μπές τσι­ρί­ζουν πιο φάλ­τσα α­πό πο­τέ. Όλοι ό­σοι προ­σπα­θού­σαν ε­δώ και δε­κα­ε­τίες να πα­ρα­γε­μί­σουν με πού­που­λα σο­βα­ρό­τη­τας την πιο βα­ριά ε­λα­φρό­τη­τα και τον πιο ά­δειο τρό­πο, τώ­ρα μοιά­ζουν πα­ρο­πλι­σμέ­νοι. Έτσι ο πα­ρα­θε­ρι­στής που κα­τα­νά­λω­νε κα­λο­καί­ρι, πε­ρι­φέ­ρε­ται με το άγ­χος της ε­πί­δει­ξης και έ­να μαύ­ρι­σμα δα­νει­κό, σε πα­λιούς προο­ρι­σμούς, πα­λιό­τε­ρες κα­τευ­θύν­σεις. Σε ό­λα αυ­τά τα μέ­ρη που θυ­μί­ζουν ξε­πε­σμέ­νους α­στέ­ρες, α­μεί­λι­κτα ητ­τη­μέ­νους α­πό την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα και τον χρό­νο, νε­α­νί­ζο­ντες α­φό­ρη­τα πί­σω α­πό έ­να ρυ­τι­δια­σμέ­νο χα­μό­γε­λο πα­γω­μέ­νο α­πό τα μπό­το­ξ, τό­ποι χω­ρίς καν τη συ­μπά­θεια που προ­κα­λεί έ­να α­νεκ­πλή­ρω­το και τώ­ρα στρα­μπου­λιγ­μέ­νο πά­θος.
Τα πρό­τυ­πα σβή­νουν και ο πα­ρα­θε­ρι­στής μέ­νει χω­ρίς κα­θρέ­φτες (αυ­τούς τους τό­σο α­πει­λη­τι­κούς ο­δη­γούς). Χω­ρίς διέ­ξο­δο στον μι­μη­τι­σμό του, κα­τα­λή­γει τε­λι­κά να μι­μεί­ται τον ε­αυ­τό του των προ­η­γού­με­νων ε­τών, ό­ταν το α­πλό ταυ­τι­ζό­ταν με το α­πλοϊκό, ό­ταν το μέλ­λον υ­πήρ­χε μό­νο ως ε­πι­βε­βαίω­ση του πα­ρελ­θό­ντος, πεν­θώ­ντας σιω­πη­λά και α­νο­μο­λό­γη­τα το Κά­πρι της ε­πί­δει­ξης του, την Ίμπι­ζα του η­δο­νι­σμού του, το Μαν­χά­ταν της ε­πι­τυ­χίας του.

Χα­ρά­τσι κα­λο­και­ριού

Αλλά α­κό­μη και αν τα πρό­τυ­πα ξε­θυ­μαί­νουν πρέ­πει να πε­ρι­φρου­ρη­θούν με κά­θε τρό­πο. Έτσι οι ε­ναλ­λα­κτι­κές πρέ­πει να ποι­νι­κο­ποιη­θούν. Δεν εί­ναι άλ­λω­στε τυ­χαίο πως το πρό­στι­μο για τους ε­λεύ­θε­ρους κα­τα­σκη­νω­τές υ­περ­δι­πλα­σιά­στη­κε. Ο νέ­ος Κώ­δι­κας Οδι­κής Κυ­κλο­φο­ρίας (ΚΟΚ) προ­βλέ­πει αύ­ξη­ση του προ­στί­μου για το ε­λεύ­θε­ρο κά­μπιν­γκ α­πό τα 147 ευ­ρώ στα 300 ευ­ρώ. Ταυ­τό­χρο­να οι συλ­λή­ψεις και οι μη­νύ­σεις κα­τά των κα­τα­σκη­νω­τών αυ­ξά­νο­νται, ε­νώ πλη­θαί­νουν και τα άρ­θρα σε έ­ντυ­πες και δια­δι­κτυα­κές εκ­δο­χές (Protagon, Κα­θη­με­ρι­νή) που πε­ρι­γρά­φουν το ε­λεύ­θε­ρο κά­μπιν­γκ ως μά­στι­γα. Η ε­λεύ­θε­ρη κα­τα­σκή­νω­ση ταυ­τί­ζε­ται με τη βρό­μα, την ε­ξαλ­λο­σύ­νη, την μα­ζι­κή ε­ξα­χρείω­ση και την κα­τα­στρο­φή του πε­ρι­βάλ­λο­ντος. Όπως σε τό­σες και τό­σες πε­ρι­πτώ­σεις (ά­σχε­τα με το μέ­γε­θος και την πρα­κτι­κή ση­μα­σία του φαι­νο­μέ­νου ο τρό­πος της ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γίας μέ­νει ί­διος π.χ. δη­μό­σιοι υ­πάλ­λη­λοι, κα­θη­γη­τές κτλ) έ­να φαι­νό­με­νο ταυ­τί­ζε­ται με κά­ποιο ε­πί μέ­ρους σύ­μπτω­μα, στη συ­νέ­χεια οι μειο­ψη­φι­κές αυ­τές πε­ρι­πτώ­σεις πε­ρι­γρά­φο­νται ως κα­νό­νας, ε­νώ οι κά­ποιες ε­πί μέ­ρους ε­ξαι­ρέ­σεις (στην πε­ρί­πτω­σή μας πα­λιοί κα­τα­σκη­νω­τές που ε­πί της ου­σίας συμ­φω­νούν με το άρ­θρο και πε­ρι­γρά­φο­νται πε­ρί­που ως γρα­φι­κοί γυ­μνι­στές της δε­κα­ε­τίας του ’80) έρ­χο­νται α­πλά για να ε­πι­βε­βαιώ­σουν τον κα­νό­να αυ­τό. Μέ­σα στο μνη­μο­νια­κό πα­ρόν μας, το κα­λο­καί­ρι έρ­χε­ται να πλη­ρώ­σει το δι­κό του χα­ρά­τσι.
Πλη­σιά­ζο­ντας το φθι­νό­πω­ρο με νέα α­γω­νία για τις ό­ποιες ε­ξε­λί­ξεις και τις ό­ποιες νέες α­γριό­τη­τες, ο Αύ­γου­στος μα­ζεύει τις φθαρ­μέ­νες τέ­ντες του πα­λιού lifestyle καρ­να­βα­λιού. Τώ­ρα το μπιτ του ξέ­φρε­νου κα­λο­και­ριού χτυ­πά στον ου­ρα­νό μιας ά­δειας πα­ρα­λίας. Σαν καρ­διά κου­ρα­σμέ­νη, μιας τα­χυ­καρ­δίας χω­ρίς κα­φεΐνη.

(στην Εφημερίδα Εποχή)

Δεν υπάρχουν σχόλια: