Τετάρτη, 28 Αυγούστου 2013

Ο Νόαμ Τσόμσκι και οι πεταλούδες






Στον Γιάννη-Ιόλαο Μανιάτη





Ο Νόαμ Τσόμσκι, γιός του φούρναρη και πόσο άσχημα εκείνος του φερόταν.
Στον παλιό αλευρόμυλο, στον οικογενειακό αλευρόμυλο, στον αλευρόμυλο γεμάτο υγρασία και στάχτη.
Ο Νόαμ έκανε όλες τις δουλειές.
Καθάριζε, σκούπιζε και μαγείρευε τις διάσημες ζεστές του σούπες.
Μα οι γονείς του ήταν κακοί, σαν τους κακούς που είναι κακοί μέσα στα παραμύθια. Τον ξυλοφόρτωναν, τον άφηναν νηστικό, τις νύχτες τον κλειδώναν στο σεντούκι.
Έτσι ο Νόαμ μεγάλωνε δουλεύοντας νύχτα μέρα, χωρίς πατρικό  χαμόγελο ή μητρική στοργή, με μόνη του συντροφιά τις πεταλούδες.
Μια μέρα ενώ κουβάλαγε τσουβάλια το αλεύρι και ένοιωθε το σώμα του να τρίζει, ο Νόαμ σταμάτησε και είπε δυνατά:
‘’Θα φύγω από τον αλευρόμυλο, την υγρασία, τις μπαστουνιές. Θα πάω στην μεγάλη πόλη, στην πόλη όπου γεννιέται το τσιμέντο. Θα πάω στην μεγάλη πόλη και θα γίνω Γλωσσολόγος.’’
Έτσι ξεκίνησε ένα πρωί πριν σηκωθεί ο ήλιος και μέρες μετά περπάτημα, έφτασε στην μεγάλη πόλη. Τα παιδικά του μάτια θαύμασαν τα ψηλά κτήρια, τους δρόμους της μεγάλους και τις πλατείες ευρύχωρες. Τις μηχανές του γκαζόν, τα καπάκια από τις μπύρες, τα σιντριβάνια, τα λεωφορεία, την δυστυχία, τους ορθοδοντικούς, τα γραμματοκιβώτια, τις θήκες των καπνών, την απελπισία, αλλά κυρίως τις μηχανές του γκαζόν.
Έτσι περπάταγε τους δρόμους χάσκοντας, κοιτάζοντας το ένα θαύμα πίσω απ’ τ’ άλλο. Έτσι περπάταγε, το βλέμμα του σε εγρήγορση- μέχρι που  ένα αμάξι πάτησε τον Νόαμ Τσόμσκι.
Ποιος ξέρει; Ίσως μια μέρα - όπως τόσοι και τόσοι νεκροί- να γινόταν μεγάλος Γλωσσολόγος.

(Στο τεύχος 3 του περιοδικού ''Η κουτσή Μαρία'')

Δεν υπάρχουν σχόλια: