Κυριακή, 11 Αυγούστου 2013

Βουλιάζοντας στην κινούμενη μνήμη


ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Παιδικό κουρείο, εκδόσεις Κέδρος, σελ. 60

Εναρκτήριο τέλος
Σχήμα και πάθη πελμάτων
διακρίνω συχνά στις παλάμες μου – ώστε
ανάπηρος είμαι λοιπόν του ονείρου
ή αλλιώς για τετράποδο πάλι προορίζομαι,
αλλού για να σκάψω εξαρχής ουρανό 



Με το παράδοξο του εναρκτήριου αυτού τέλους ξεκινά η διαδρομή του Κώστα Παπαγεωργίου στο νέο του ποιητικό βιβλίο με τίτλο «Παιδικό κουρείο». Και είναι προς αυτό το «Παιδικό κουρείο» (το ομώνυμο ποίημα στο τέλος του βιβλίου) στο οποίο κατευθύνεται η ποιητική διαδρομή περπατώντας τους στίχους. Η διαδρομή αυτή δεν αποτελείται από το ευθύγραμμο της ταχύτητας και το επιτακτικό του προορισμού, αλλά αντίθετα από την περιπλάνηση μέσα σε έναν κυκεώνα αγωνίας, έντασης και παθών. Η ενότητα λοιπόν που σχηματίζει το βιβλίο δεν είναι υποχρεωτική αλλά προαιρετική και ενδεχόμενη, ο ποιητής προτείνει αλλά δεν εκβιάζει την γεωμετρία, μιλά στη σκιά των λέξεων για γεγονότα και εμπειρίες, ταξιδεύοντας αντιστρόφως, με στάσεις φαινομενικά τυχαίες, έχοντας πάντα την αίσθηση του προορισμού.  

Ίσως για τον λόγο αυτό, μία από τις κυρίαρχες επαναλήψεις που συναντούμε στο «Παιδικό κουρείο» (ήδη από το πρώτο ποίημα) είναι το σύμβολο και το μοτίβο του ίχνους, του βήματος, της πατημασιάς. Η διαδρομή που καταγράφεται πρόχειρα  πριν θολώσει και χαθεί από τον αέρα και το χρόνο, σαν απόθεση ύπαρξης στα εδάφη της ζωής. Ο διαβάτης που γυρνά πίσω του για να αντικρίσει την γραμμή των βημάτων, δεν αντικρίζει μόνο τις στιγμές που αποτελούν τη γραμμή αυτή, ταυτόχρονα αντικρίζει και αυτό που η φθορά της γραμμής διδάσκει: Επιμύθιο: η χλόη μου παίρνει μέτρα για όταν θα φοράω πράσινα παπούτσια. Η φωτιά μασάει την ύλη και το κύμα σβήνει τα ίχνη. Τα στοιχεία συμμαχούν με τον χρόνο στην ανάλωσή τους, επιβεβαιώνοντας το εφήμερο.
Το βάρος αυτό κατά τη διάρκεια της διαδρομής, αλαφρώνουν συχνά η μουσική, το χρώμα και η ποίηση (τόσο συχνά στο βιβλίο σε αντίθεση με τον ανεστραμμένο της εαυτό). Τα στοιχεία αυτά που ακόμα και όταν σιωπούν μετατοπίζουν το άδειο στο πλήρες. Ο χώρος στον οποίο αναπνέουν τα ποιήματα είναι ο κατ’ εξοχήν ποιητικός χώρος, ένας χώρος παράλληλος τόσο με την πραγματικότητα όσο και με το όνειρο, χωρίς να ταυτίζεται με κανέναν από τους δύο, υπάρχοντας αυστηρά στην συνομιλία αυτής της παραλληλίας, δανειζόμενος μορφές και χρόνους, αλλάζοντας συνεχώς τα περιεκτικότητα φωτός και σκιάς στις εικόνες (Άλλωστε ο ίδιος  ο ποιητής μας μιλά για την αυτοτέλεια του ονείρου: «…ούτε να εγείρεται όνειρο χωρίς την συγκατάθεση του ονείρου.»).
Ο ποιητής καταγράφει την ηθική του ονείρου, τοποθετώντας τον στίχο στο σημείο που όλα τα ενδεχόμενα είναι δυνατά πέρα από την όποια κρίση. Ο ποιητικός λόγος του Κώστα Παπαγεωργίου  περπατά λοξά στο γνώριμο και ψιθυρίζει πραγματικότητα. Το πραγματικό γίνεται ορατό στην διάθλασή του. Σαν τα τεκταινόμενα της επιφάνειας να γίνονται ορατά από ένα πρόσωπο που βουλιάζει με την πλάτη στο όνειρο. Η καθημερινή εμπειρία, η ανεργία και το προσωπικό πάθος, οι ισχυροί και οι ηττημένοι  είναι παρόντες, πίσω από το διάφανο παραπέτασμα: «Κουρασμένα επιστρέφουν το βράδυ τα νέα της ημέρας. Και τόσο λυπημένα που σπάνια μιλούν και ακόμα σπανιότερα κοιτάζονται στα μάτια από ντροπή./ Πλένουν το πρόσωπό τους και με το περίσσευμα του μελανιού αλείφουν τα πικρά τους χείλη, ώστε αν τύχει κάτι σε όνειρο να πουν, τα λόγια τους να είναι ανεξίτηλα σαν χαραγμένα στο νερό.»
Έτσι πορευόμαστε σε αυτή τη διαδρομή όπου κυριαρχεί μια υπερβατικότητα χωρίς μεταφυσική, ανάμεσα σε μεταμορφώσεις, αναπροσδιορισμούς, ρευστότητα των σχημάτων, μπλέξιμο των μορφών και μεταστοιχειώσεις. Ο ποιητής οντολογεί έξω  από τη νομοτέλεια της λογικής. Πλάθει με αρχετυπικά και ποιητικά πρωτογενή συστατικά: το  χρώμα, το νερό, τη βροχή, τη νύχτα, το αίμα. Στην αχρονία του ποιήματος (όπου επικρατεί ο καιρός και όχι ο χρόνος) τα συστατικά της ποίησης υπάρχουν στην ατόφια, την καθαρή μορφή τους, η οποία ταυτίζεται με την ίδια τους την ουσία. Με έναν τρόπο να υπάρχεις και να κοιτάς, αποκλειστικά στην κυριολεξία.
Και αν η χλωρίδα και πανίδα του ύπνου αποτελούν τη μια διάσταση που ορίζει την επιφάνεια των σελίδων του «Παιδικού κουρείου», η δεύτερη διάσταση ορίζεται από την μνήμη: Σε κινούμενη μνήμη βουλιάζω. Η μνήμη αυτή αν και καταγράφεται και ως βάσανο («Όχι άλλη μνήμη») στην πραγματικότητα αποτελεί αφετηρία και ταυτόχρονα πρώτη ύλη του ταξιδιού, μακριά από τη φθορά και το θάνατο (στοιχεία που διαπερνούν σχεδόν το σύνολο του βιβλίου). Άλλωστε ο δρόμος προς το παιδικό κουρείο είναι σπαρμένος με κομμάτια παιδική ηλικίας: μια παιδική φωτογραφία, περασμένα γενέθλια, μια παλιά Κυριακή. Φτάνοντας λοιπόν στο τέλος του βιβλίου ο ποιητής, ο πρωταγωνιστής και ο αναγνώστης θα συναντήσουν το γλαρωμένο βλέμμα του παιδιού/ που αρνήθηκε πεισματικά την μάσκα του άνδρα, ενώ οι ηλικίες πλέκονται αδιάκριτα, ενώ το παρελθόν και το παρόν φτιάχνουν το κράμα ενός νέου Τώρα, ενώ το μόνο που λάμπει ανάμεσα στους ήχους και το αίμα είναι ο τρόπος μιας ενήλικης παιδικότητας.

(στις Αναγνώσεις της Αυγής)

Δεν υπάρχουν σχόλια: