Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2013

Εί­μα­στε ό­λοι α­ντι­φα­σί­στες!

(Ο Γεώργιος Καμίνης, στην μεγαλειώδη συγκεντρωση της Δράσης -πάνω από 50 άτομα- στο Μέγαρο Μουσικής)








Επι­τύμ­βιο­ν

Πέ­θα­νες – κι έ­γι­νες και συ:
ο κα­λός.
Ο λα­μπρός άν­θρω­πος,
ο οι­κο­γε­νειάρ­χης, ο πα­τριώ­της.
Τριά­ντα έ­ξι στέ­φα­να
σε συ­νο­δέ­ψα­νε, τρεις λό­γοι
α­ντι­προέ­δρων,
ε­φτά ψη­φί­σμα­τα για τις υ­πέ­ρο­χες υ­πη­ρε­σίες που προ­σέ­φε­ρες.

Α, ρε Λαυ­ρέ­ντη, ε­γώ που μό­νο
το ’ξε­ρα τι κά­θαρ­μα ή­σουν,
τι κάλ­πι­κος πα­ράς, μια ο­λό­κλη­ρη ζωή μέ­σα στο ψέ­μα.
Κοι­μού εν ει­ρή­νη δε θα ’ρθω
την η­συ­χία σου να τα­ρά­ξω.
(Εγώ μια ο­λό­κλη­ρη ζωή μες
στη σιω­πή θα την ε­ξα­γο­ρά­σω
πο­λύ α­κρι­βά κι ό­χι με τί­μη­μα
το θλι­βε­ρό σου το σαρ­κίο).
Κοι­μού εν ει­ρή­νη. Ως ή­σουν
πά­ντα στη ζωή: ο κα­λός,
ο λα­μπρός άν­θρω­πος,
ο οι­κο­γε­νειάρ­χης, ο πα­τριώ­της.

Δε θα ’σαι ο πρώ­τος ού­τε δα
κι ο τε­λευ­ταίος.

Μα­νώ­λης Ανα­γνω­στά­κης

Και ε­νώ τις η­μέ­ρες που α­κο­λού­θη­σαν τη δο­λο­φο­νία του Παύ­λου Φύσ­σα τα κα­θε­στω­τι­κά κα­νά­λια και οι ε­φη­με­ρί­δες α­να­κά­λυ­ψαν πως στην Ελλά­δα υ­πάρ­χει πρό­βλη­μα με τον να­ζι­σμό, ε­μείς ταυ­τό­χρο­να α­να­κα­λύ­ψα­με τον βα­θιά ρι­ζω­μέ­νο α­ντι­φα­σι­σμό τους. Το δελ­τίο του Μέ­γκα μας ε­νη­μέ­ρω­σε πως ή­ταν α­πό τους πρώ­τους που τόλ­μη­σε να τα βά­λει με τη Χρυ­σή Αυ­γή, το –πά­ντα ε­ξαί­ρε­το- Πρώ­το Θέ­μα μας κά­λε­σε να μη ξε­χά­σου­με τον φα­σι­σμό και ο ΣΚΑΙ μας ε­νη­μέ­ρω­σε πως η Χρυ­σή Αυ­γή έ­χει ρα­τσι­στι­κή δρά­ση (α­φού πρώ­τα για την τι­μή των ό­πλων τιτ­λο­φό­ρη­σε την εί­δη­ση της δο­λο­φο­νίας ως ξε­κα­θά­ρι­σμα ο­πα­δι­κών δια­φο­ρών). Ο α­ντι­φα­σι­σμός προ­σφέρ­θη­κε ως κοι­νός τό­πος, η δο­λο­φο­νία ως α­φορ­μή για συ­ναι­σθη­μα­τι­κές α­κρο­βα­σίες τη­λε­ο­πτι­κού τύ­που, ως μια κο­ρύ­φω­ση στο θέ­α­μα του μνη­μο­νια­κού δρά­μα­τος, στή­νο­ντας και που­λώ­ντας την φω­το­γέ­νεια του θα­νά­του.
Και ταυ­τό­χρο­να με τις διά­φο­ρες α­πο­κα­λύ­ψεις - ε­ξο­μο­λο­γή­σεις των δια­φό­ρων με­λών της Χρυ­σής Αυ­γής, τα κα­νά­λια στα -μο­νο­θε­μα­τι­κά πλέ­ο­ν- δελ­τία τους προ­σφέ­ρουν μια κα­τα­γρα­φή της δρά­σης της ορ­γά­νω­σης. Πα­ρου­σιά­ζουν ντο­κου­μέ­ντα πα­λαιά, περ­σι­νές φω­το­γρα­φίες και προ­πέρ­σι­να βί­ντεο, ε­ξο­μο­λο­γή­σεις που δεν βρή­καν χώ­ρο, πραγ­μα­τι­κό­τη­τες που α­πο­σιω­πή­θη­καν. Το μέ­γε­θος αυ­τών των α­φιε­ρω­μά­των κα­τα­γρά­φει το μέ­γε­θος της συ­γκά­λυ­ψης, της σιω­πής και της συ­ναυ­τουρ­γίας α­πέ­να­ντι στον ρα­τσι­σμό και την Χρυ­σή Αυ­γή ό­λα αυ­τά τα χρό­νια. Το μέ­γε­θος της σιω­πής ό­χι μό­νο των κα­να­λιών αλ­λά ό­λων ό­σοι γνώ­ρι­ζαν μα δεν μι­λού­σαν, ό­λων ό­σοι σε κά­θε πε­ρι­στα­τι­κό στο δρό­μο έ­στρι­βαν αλ­λού το κε­φά­λι προ­σπα­θώ­ντας να πεί­σουν τους ε­αυ­τούς τους πως δεν εί­δαν, ό­λων ό­σοι δεν πα­ρε­νέ­βη­σαν σε μια κου­βέ­ντα η ο­ποία κα­τέ­γρα­φε τη φρί­κη ως κα­θη­με­ρι­νή χει­ρο­νο­μία, ό­λων ό­σοι εί­παν ‘’έ­λα μω­ρέ, φαι­νό­με­να των και­ρών. Θα πε­ρά­σει’’.
Μα εί­μα­στε πολ­λοί που δεν ξε­χνού­με. Δεν ξε­χνού­με το πώς οι Χρυ­σαυ­γί­τες πα­ρου­σιά­στη­καν, ως α­γα­να­κτι­σμέ­νοι πο­λί­τες που δια­μαρ­τύ­ρο­νται για έ­να δι­καιο­λο­γη­μέ­νο πρό­βλη­μα, στην πε­ρί­πτω­ση του Αγίου Πα­ντε­λεή­μο­να, ως πρό­σκο­ποι που πά­νε τις για­γιά­δες στις τρά­πε­ζες σε στη­μέ­να ρε­πορ­τάζ α­πό το Πρώ­το θέ­μα. Το πώς ο φα­σι­σμός αι­σθη­τι­κο­ποιή­θη­κε μέ­σα α­πό μο­νο­σέ­λι­δα α­φιε­ρώ­μα­τα της ί­δια ε­φη­με­ρί­δας πα­ρου­σιά­ζο­ντας τους ‘’νέ­ους της Χρυ­σής Αυ­γής’’ και τις στι­λι­στι­κές τους προ­τι­μή­σεις, και λί­γο αρ­γό­τε­ρα κα­τα­γρά­φη­καν οι μπου­τίκ και τα προϊό­ντα της ορ­γά­νω­σης σε α­φιε­ρώ­μα­τα- δια­φη­μί­σεις. Το πώς οι γά­μοι των με­λών της πα­ρου­σιά­στη­καν ως κο­σμι­κά γε­γο­νό­τα, το πώς συ­μπε­ρι­λή­φθη­καν σε κου­τσο­μπο­λί­στι­κες στή­λες με φω­το­γρα­φίες σοκ και άλ­λα φαι­δρά. Το πώς φτιά­χτη­κε το προ­φίλ του Μι­χα­λο­λιά­κου σε α­πο­τυ­χη­μέ­νες τη­λε­ο­πτι­κές συ­νε­ντεύ­ξεις, με α­μή­χα­νους ή α­νί­κα­νους πα­ρου­σια­στές. Το πώς α­πο­σιω­πά­ται ε­δώ και χρό­νια η σχέ­ση της ορ­γά­νω­σης με τα σώ­μα­τα της α­στυ­νο­μίας. Και δεν ξε­χνού­με α­κό­μα το πώς στο­χο­ποιή­θη­καν οι με­τα­νά­στες α­πό τον κυ­ρίαρ­χο ρα­τσι­στι­κό λό­γο, το πώς οι φρά­σεις για τους με­τα­νά­στες- σκου­πί­δια α­πό τον Χρυ­σο­χοί­δη και ο δια­συρ­μός των ο­ρο­θε­τι­κών γυ­ναι­κών α­πό τον Λο­βέρ­δο δεν βρή­καν α­ντί­λο­γο σε κα­νέ­να πά­νελ και α­ντί­θε­τα βο­η­θή­θη­καν.
Και ό­μως ο α­ντι­ρα­τσι­στι­κός λό­γος των κα­να­λιών και των ε­φη­με­ρί­δων εί­ναι βα­θύ­τα­τα ρα­τσι­στι­κός. Κά­θε φο­ρά που ο Παύ­λος Φύσ­σας α­να­φέ­ρε­ται ως ο πρώ­τος νε­κρός α­πο­σιω­πού­νται ό­λα τα πα­λιό­τε­ρα θύ­μα­τα της ορ­γά­νω­σης. Απλά για­τί έ­τυ­χε οι νε­κροί να εί­ναι με­τα­νά­στες. Με τον τρό­πο αυ­τό, ο κυ­ρίαρ­χος λό­γος αρ­νεί­ται να α­πο­δε­χτεί την ι­διό­τη­τα του θύ­μα­τος, του μα­χαι­ρω­μέ­νου ή του δο­λο­φο­νη­μέ­νου στους με­τα­νά­στες. Αρνού­με­νο την κα­τα­γρα­φή στον θά­να­το τους στε­ρεί και το δι­καίω­μα στη ζωή.
Ο λό­γος της Χρυ­σής Αυ­γής έ­χει καλ­λιερ­γη­θεί ε­δώ και χρό­νια α­πό τα ί­δια τα κα­νά­λια. Η προ­βο­λή και ο πολ­λα­πλα­σια­σμός του φό­βου ως βα­σι­κού στοι­χείου των εκ­πο­μπών και των δελ­τίων, ο ε­ντυ­πω­σια­σμός, η δυ­σα­ρέ­σκεια α­πέ­να­ντι στην πο­λι­τι­κή με α­γο­ραίους ό­ρους, ο κυ­νι­σμός, ο σε­ξι­σμός, η ο­μο­φο­βία, η ξε­νο­φο­βία ως κα­θη­με­ρι­νό αυ­το­νό­η­το, εί­ναι στοι­χεία που δεν πρό­κει­ται να αλ­λά­ξουν, στοι­χεία που οι­κο­δό­μη­σαν ε­δώ και χρό­νια το θέ­α­μα της πλη­ρο­φο­ρίας. Ο α­ντι­φα­σι­σμός των τε­λευ­ταίων η­με­ρών, υ­φί­στα­ται α­πλά ε­πει­δή εί­ναι πολ­λα­πλά πρα­κτι­κός στη δε­δο­μέ­νη συ­γκυ­ρία. Όπως πα­λαιό­τε­ρα έ­μοια­ζε πρα­κτι­κή η στά­ση που α­θώω­νε ή α­πο­σιω­πού­σε τον φα­σι­σμό. Όχι μό­νο χρη­σι­μο­ποιεί­ται για να κα­θα­ρί­σει η­θι­κά ό­σους πα­λαιό­τε­ρα τον βοή­θη­σαν να α­να­πτυ­χθεί, αλ­λά για­τί βο­η­θά σε μια σει­ρά συ­γκα­λύ­ψεων και με­τα­μορ­φώ­σεων. Η α­περ­γία των κα­θη­γη­τών, οι αλ­λα­γές στην υ­γεία και η ε­πί­σκε­ψη της τρόι­κας περ­νούν στις πί­σω σε­λί­δες. Ταυ­τό­χρο­να η Νέα Δη­μο­κρα­τία πα­ρου­σιά­ζε­ται ως μια νη­φά­λια δύ­να­μη δη­μο­κρα­τι­κής στα­θε­ρό­τη­τας, ως εγ­γυη­τής ι­σορ­ρο­πίας και ο­μα­λό­τη­τας. Τα πρώ­τα δη­μο­σιο­γρα­φι­κά ευ­ρή­μα­τα πε­ρι­γρά­φουν την πρα­κτι­κή ως ή­δη πε­τυ­χη­μέ­νη.
Παρ ό­λη την ε­ξορ­γι­στι­κή υ­πο­κρι­σία, ί­σως τε­λι­κά  μπο­ρούν να προ­κύ­ψουν κά­ποια α­πο­τε­λέ­σμα­τα που θα μπο­ρούν να α­ξιο­ποιη­θούν με θε­τι­κό τρό­πο, αρ­κεί το α­ντι­φα­σι­στι­κό κί­νη­μα να εί­ναι έ­τοι­μο να τα ε­πε­ξερ­γα­στεί, να τα χει­ρι­στεί και να τα εκ­με­ταλ­λευ­τεί. Για­τί άλ­λω­στε ό­σο ο Λαυ­ρέ­ντης του Ανα­γνω­στά­κη περ­νά στους πλη­θυ­ντι­κούς α­ριθ­μούς τό­σο θα πολ­λα­πλα­σιά­ζο­νται και αυ­τοί που θα θυ­μού­νται τι κά­θαρ­μα και τι κάλ­πι­κος πα­ράς ή­ταν και πώς πέ­ρα­σε μια ο­λό­κλη­ρη ζωή μέ­σα στο ψέ­μα.

(Στην εφημερίδα Εποχή)

Δεν υπάρχουν σχόλια: