Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2012

Η τέχνη ζέχνει



Γράμμα στο Φάνη

Πλησιάζει ο καιρός φίλε
που οι αθωότητες θα πυροβολούνται
οι εραστές δεν θα πίνουν από βαλκάνιο φλασκί για να μεθύσουν
και τα παιδιά θά ’χουν για όνειρα πλήκτρα αδειανά
κι οργή
δωσίλογοι θα μας κατασκοπεύουν σε ψηφιακά καπηλειά
λέγοντας χάι και γιες με χάρη
κι εμείς θα χορεύουμε κρυφά τα τετριμμένα βαλς μιας
άλλης εποχής
πλησιάζει ο καιρός φίλε
που θ’ αποξεχάσουμε το χθες
δυο τρία γυναικεία ονόματα θα μας καταδιώκουν
μια φιλική κουβέντα στον καφέ
μια εφημερίδα
κι ύστερα
σιωπή
Φάνη, μας αποκαθήλωσαν
σε πλειστηριασμούς καθημερινότητας
και τώρα γυρεύουμε τις κερκόπορτες
απ’ όπου μας αλώνει ο Χρόνος

(από τη συλλογή «Λευκό Χιούμορ»,
εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2012)



Ο Παναγιώτης Αρβανίτης γεννήθηκε στον Πύργο Ηλείας το 1985. Σπούδασε Ελληνική Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών. Είναι μεταπτυχιακός φοιτητής Πολιτικής Επιστήμης και Κοινωνιολογίας στο Πολιτικό Τμήμα της Νομικής Αθηνών. Ποιήματα και δοκίμιά του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά. Η πρώτη του συλλογή με τίτλο «Μια στάλα κατράμι σ’ ένα βαρέλι μέλι» κυκλοφόρησε το 2009 από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης.
Στη δεύτερη ποιητική του συλλογή, με τίτλο «Λευκό χιούμορ», ο Παναγιώτης Αρβανίτης συνεχίζει το ύφος και τον τρόπο των παλαιοτέρων ποιημάτων του. Το βιβλίο χωρίζεται σε τρεις άτυπες ενότητες. Η πρώτη περιλαμβάνει τον κύριο όγκο των ποιημάτων. Η δεύτερη με τίτλο «Ανθολογία του λευκού χιούμορ», αποτελείται από σύντομους στίχους και σπαράγματα. Στο σημείο αυτό, το απότομο και επιθετικό του συνθήματος έρχεται να συναντήσει την ανατρεπτικότητα του χιούμορ και το απόλυτο του αφορισμού. Τόσο η θέση του στίχου όσο και η πρόθεση του ποιητή, αλλά και το ιδιαίτερο κλίμα του κομματιού αυτού, περιγράφονται από την επεξήγηση κάτω από τον τίτλο της ενότητας (Γραμμένα σε τοίχο). Η ποίηση αναζητά την ανάσα της στο φυσικό καμβά της πόλης. Το τρίτο μέρος του βιβλίου, αποτελείται από το εκτενές «Ποίημα χωρίς τέλος», μια ερωτική σύνθεση γραμμένη με τον τρόπο της ερωτικής σχέσης και απώλειας: με εκρήξεις και εντάσεις, επιστροφές και επαναλήψεις και τελικά ανοιχτή στο -χωρίς τέλος- τέλος της.

Ο αυτοσαρκασμός
συναντά την εξομολόγηση

Η ποίηση του Αρβανίτη είναι ποίηση του ρήματος. Μέσα από μια έντονη διαδικασία παράθεσης, το υποκείμενο ταυτίζεται με την πράξη και η πράξη με το στίχο. Ο κάθε στίχος κουβαλά μια επιλογή και μια απόφαση. Τα ποιήματα συναντιούνται στοιχισμένα στην κίνηση. Η ίδια η ποίηση περιγράφεται ως αξία, ιδανικό και τρόπος, ως μία κατάσταση και μια χειρονομία κυρίως εκτός του βιβλίου και κυρίως εντός των σελίδων της ζωής. Το χαρτί γίνεται πεδίο σύγκρουσης, εξομολόγηση, ανάσας. Στα ποιήματα του Αρβανίτη συναντούμε μια υπονομευτική και επιθετική διάθεση ειπωμένη τόσο συχνά με τους όρους του χιούμορ. Το λευκό χιούμορ, όπως περιγράφει και ο τίτλος της συλλογής, αναδεικνύει μια θετική διαλεκτική η οποία κρίνει, περιγράφει αλλά και καταστρέφει. Συχνά ο τρόπος αυτός στρέφεται και κατά του ίδιου του ποιητή με τον αυτοσαρκασμό να συναντά την εξομολόγηση. Ο ποιητής είναι εξίσου έκθετος με τον καθένα στην κυρίαρχη αυτή διάθεση. Το στοιχείο της κωμικής ανατροπής, έρχεται να συναντήσει ένα στίχο που παραθέτει, καταδεικνύει και συνομιλεί με όσους ονομάζει εχθρούς: την εξουσία, τα μουσεία και τη βαλσαμωμένη τέχνη, τους πεζούς και τους πληκτικούς ανθρώπους και κυρίως, όπως ο ίδιος περιγράφει, όσους κέρδιζαν πάντα στη Μονόπολη μικροί. Συχνά ο Αρβανίτης επιλέγει μια στάση πολιτική στην κυριολεξία της, έναν τρόπο στα όρια και την ένταση του συνθήματος. Ο Subcomandante Marcos συγκατοικεί με τον Ρεμπό στο ίδιο ποίημα, οι σημασίες τους συναντιούνται δημιουργώντας μια νέα σημασία και μια αξία συγκεκριμένη.

Η άρση πάνω από το καθημερινό, το φθαρτό και το ψευδές με τους όρους της έντασης, της ειρωνείας και της επιθετικότητας, προσδιορίσει τη θέση και την ύπαρξη του ποιητή στον κόσμο του σήμερα. Ο ίδιος ο Αρβανίτης μας περιγράφει στο ποίημα του «Αυτοκριτική»: ω ποιητή που αυτάρκης με τις σπίθες σου βαδίζεις\ μέσα στο αόρατο δάσος της κυριολεξίας και τοποθετείς\ γκαζάκια στις γειτονιές του πεπατημένου\ ω ποιητή νυχτόβιε ξυλοκόπε της πεζότητας\ ξέρεις εσύ καλύτερα από τον καθένα\ πως πεζός θα εξιλεωθείς\\ σκυθρωπός κάθε βράδυ σφαγιάζεις τις λέξεις\ και φοροδιαφεύγεις το Χρόνο.

Ο τίτλος του κειμένου αποτελεί παράφραση στίχου του ποιητή.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δεν υπάρχουν σχόλια: