Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2012

Το πέρασμα σου στην άλλη όχθη…




«Τη ζωή μου ζω σε κύκλους που όλο αυξαίνουν,
που πάνω απ’ τα πράγματα όλο αυξαίνουν,
τον τελευταίο μπορεί να μην τον κλείσω,
μα θα το προσπαθήσω»

Ράινερ Μαρία Ρίλκε, ειπωμένο στην ταινία
«Το βλέμμα του Οδυσσέα»


Ο θάνατος του Θόδωρου Αγγελόπουλου ακολουθήθηκε από καταμέτρηση βραβείων, μια ποσοτική περιγραφή του μεγέθους, από δηλώσεις ξένων πρακτορείων, επικήδειες δηλώσεις επισήμων, πλαστικά στεφάνια επιμνημόσυνα. Η επιφάνεια πάντα αποχαιρετά βιαστικά, αρνούμενη να ζυγίσει το βάρος της απώλειας, να ψηλαφήσει το μονοπάτι που διαμόρφωσε την πραγματικότητα του δημιουργού. Ο τελευταίος κύκλος του Θόδωρου Αγγελόπουλου, σταματημένος απότομα και παράλογα, παραμένει ανοιχτός σαν πληγή, υπενθυμίζοντας όλους τους κύκλους που προηγήθηκαν, επιβάλλοντάς μας να αναμετρηθούμε επιτακτικά με το έργο ενός από τους σημαντικότερους Έλληνες καλλιτέχνες του 20ού αιώνα.

Μια νέα κινηματογραφική γλώσσα

Πέρα από σκηνοθέτης μεγάλων ταινιών ο Αγγελόπουλος θα μείνει στην ιστορία ως ο διαμορφωτής ενός ιδιαίτερου κινηματογραφικού στυλ, προσπαθώντας και επιτυγχάνοντας μια νέα γλώσσα και μια νέα αφήγηση μέσα από το φακό. Ο σκηνοθέτης του «Θιάσου», δεν έκανε απλά ταινίες με αριστερή θεματολογία, αλλά διαμόρφωσε και εφάρμοσε μια συγκροτημένη πρόταση για έναν αριστερό κινηματογράφο. Οι ταινίες της πρώτης περιόδου του, (με εμβληματικότερο παράδειγμα το «Θίασο»), αποτελούν μια κινηματογραφική ερμηνεία της μπρεχτικής αποστασιοποίησης. Ο θεατής δεν ταυτίζεται με πρόσωπα. Τα τραγούδια της εποχής, τα συνθήματα, τα πλακάτ, οι εικόνες του πλήθους, το βάρος του τοπίου και οι μονόλογοι που σπάνε τον τέταρτο τοίχο της αφήγησης, εξιστορούν το γεγονός. Ο θεατής δεν αναζητά τα πρόσωπα, αλλά βιώνει ως πρόσωπο την κινηματογραφική ματιά, ελεύθερος στην κριτική του μύθου . Τα γεγονότα απλώνονται συμπυκνωμένα σε εικόνες και ήχους. Στην «Αναπαράσταση», η δημοσιογραφική έρευνα, εμποδίζει την ταύτιση με τη δραματική ιστορία, στον «Θίασο» το ιστορικό γίγνεσθαι φιλτράρεται μέσα από τον μύθο των Ατρειδών, ενώ στους «Κυνηγούς», το σύμβολο του νεκρού αντάρτη λειτουργεί ως «παραξένισμα», μετατρέποντας την όποια συγκίνηση σε κριτική.

Η μονάδα και το πλήθος

Από το «Ταξίδι στα Κύθηρα» μέχρι και της τελευταίες ταινίες του, τα πρόσωπα -πρωταγωνιστές εμφανίζονται στο προσκήνιο και λειτουργούν ως ενσαρκώσεις της συλλογικής μνήμης. Ακόμα και στις πιο προσωπικές και υπαρξιακές τους στιγμές, οι περιπτώσεις των ηρώων μάς μιλούν για ένα βίωμα συλλογικό, ισορροπώντας μετέωρα ανάμεσα στη μονάδα και το πλήθος, εξιστορώντας την περιπέτεια του τόπου και την περιπέτεια των ανθρώπων που κουβαλούν τον τόπο μέσα στο χρόνο, ατόφιο μέσα στις αλλαγές του. Η επιστροφή του Κατράκη από το ηρωικό ξερίζωμα της ήττας στην ερημιά του σήμερα, το ταξίδι προς το τίποτα του «Μελισσοκόμου» και ο βαλκανικός περίπατος θανάτου του Χάρβεϊ Καϊτέλ, αποτελούν την πορεία της Ελλάδας προς το σήμερα («Η Ελλάδα πεθαίνει, τουλάχιστον ας πεθάνει γρήγορα, γιατί η αγωνία κρατάει πολύ και κάνει πολύ θόρυβο» λέει ο Θανάσης Βέγγος στο «Βλέμμα του Οδυσσέα»).
Η ήττα της αριστεράς, η μελαγχολία και η ένταση της δεκαετίας του 80, η πτώση του τείχους, το χάραγμα των νέων συνόρων και η μετανάστευση, εξιστορούνται στις μεταμορφώσεις τους από την ιστορία στην ποιητικότητα. Το χρώμα, απότομο και συχνά αβάσταχτο, γίνεται στίγμα ονείρου μέσα στην ομίχλη των γεγονότων. Γιατί η πολιτική, η ιστορία και η ιστορικότητα δεν ήταν ποτέ για τον Θόδωρο Αγγελόπουλο μια καταμέτρηση αριθμών και συμβάντων, αλλά ένα ποιητικό άλμα προς την αλήθεια του δημιουργού.
Ο κινηματογράφος του Θόδωρου Αγγελόπουλου περιέγραψε τον ελληνικό 20ό αιώνα, τις ήττες και τις απογοητεύσεις, τους δεσμούς και τα χάσματα , τις σιωπές και τις παύσεις, τα νέα σπασμένα μας αγάλματα. Ο δημιουργός διεκδίκησε και κληροδότησε στους επόμενους ένα ορισμένο Θυμάμαι, μια πρόταση μνήμης ποιητικής και αμείλικτης, μακριά από κυρίαρχες εξιστορήσεις, μακριά από τους κινδύνους της υπεραπλούστευσης. Το πέρασμα του δημιουργού στην άλλη όχθη, ματώνει το παρόν στη μνήμη και γίνεται για όλους μας ένα αντίο απότομο και ένα ταξίδι πικρό...

Ο τίτλος αποτελεί στίχο του Paul Celan, όπως ακούγεται στο φινάλε του έργου «Μια αιωνιότητα και μία ημέρα», από τον Bruno Ganz.

(Στην εφημερίδα Εποχή)

Δεν υπάρχουν σχόλια: