Δευτέρα, 24 Μαΐου 2010

Ζαν Kο­κτό:η αν­θρώ­πι­νη φω­νή



Από την πε­ρα­σμέ­νη ε­βδο­μά­δα, οι κι­νη­μα­το­γρα­φι­κές αί­θου­σες φέρ­νουν ξα­νά στο προ­σκή­νιο την ι­στο­ρία ε­νός γάλ­λου καλ­λι­τέ­χνη και μιας μο­να­δι­κής πε­ρί­πτω­σης, τό­σο στην ι­στο­ρία της έ­βδο­μης τέ­χνης, ό­σο και της καλ­λι­τε­χνι­κής ι­στο­ρίας του 20ού αιώ­να. Ο λό­γος για τον Ζαν Κο­κτό (1889-1963), έ­ναν ποιη­τή μοι­ρα­σμέ­νο με ι­σό­πο­σο πά­θος σε ό­λες τις τέ­χνες. Το «αί­μα του ποιη­τή» και «Η δια­θή­κη του Ορφέ­α» α­πο­τε­λούν την πρώ­τη και την τε­λευ­ταία, α­ντί­στοι­χα, ται­νία του δη­μιουρ­γού, κα­θώς ε­πί­σης αρ­χή και τέ­λος της Ορφι­κής του τρι­λο­γίας. Ταυ­τό­χρο­να, τα δύο έρ­γα πε­ρι­γρά­φουν συ­νο­πτι­κά το σύ­νο­λο του έρ­γου και των δια­θέ­σεών του Γάλ­λου καλ­λι­τέ­χνη: έ­νας σου­ρε­α­λι­σμός ε­λεγ­χό­με­νος αν και κυ­ρίαρ­χος, χρή­ση των αρ­χαίων μύ­θων ως ποιη­τι­κή πα­ρα­βο­λή, δη­μιουρ­γία ε­ντυ­πω­σια­κών ευ­ρη­μά­των στους τρό­πους έκ­φρα­σης και κυ­ρίως η πα­ρου­σία μιας ε­λά­χι­στης γραμ­μής που δια­χω­ρί­ζει το συ­νει­δη­τό α­πό το υ­πο­συ­νεί­δη­το, το ποιη­τι­κό συμ­βάν α­πό την πε­ζή κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα, το φα­ντα­στι­κό α­πό την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.

Πρώ­τα δη­μιούρ­γη­μα της τέ­χνης κι έ­πει­τα δη­μιουρ­γός

Ο Ζαν Κο­κτό υ­πήρ­ξε καλ­λι­τέ­χνης με τον ό­ρο στην πιο έ­ντι­μη γε­νι­κό­τη­τά του. Όπως και στην πε­ρί­πτω­ση του Όσκαρ Ουάιλ­ντ, το με­γα­λύ­τε­ρο δη­μιούρ­γη­μά του ή­ταν η ί­δια η προ­σω­πι­κό­τη­τά του, η πε­ριή­γη­σή του στην κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα και η α­τε­λείω­τη συ­νο­μι­λία με τους ο­μό­τε­χνούς του. Ο Κο­κτό υ­πήρ­ξε πρώ­τα δη­μιούρ­γη­μα της τέ­χνης και αρ­γό­τε­ρα δη­μιουρ­γός της, μια εν­σάρ­κω­ση των πιο πολ­λα­πλών της τρό­πω­ν: ποίη­ση, θέ­α­τρο, κι­νη­μα­το­γρά­φος, ζω­γρα­φι­κή, μυ­θι­στό­ρη­μα, μου­σι­κή. Ο πο­λυ­μή­χα­νος Γάλ­λος υ­πήρ­ξε μια ε­ξω­στρε­φής α­ντί­φα­ση. Τό­σο με τη ζωή, ό­σο και με το έρ­γο του. Μία πε­ρί­πτω­ση στην ο­ποία συ­γκα­τοι­κού­σαν με ευ­ρύ­χω­ρη ά­νε­ση, ο μποέμ με τον α­ρι­στο­κρά­τη, η α­φέ­λεια με την ι­διο­φυία, η κα­θα­ρή γραμ­μή του κλα­σι­κι­σμού με το άρ­ρη­το βά­θος των ψυ­χα­να­λυ­τι­κών α­ντα­να­κλά­σεων και των σου­ρε­α­λι­στι­κών το­πίων. Στα έρ­γα του βλέ­που­με τό­σο συ­χνά να συ­νυ­πάρ­χουν ο υ­πο­κει­με­νι­σμός της υ­πο­πε­ρί­πτω­σης, με το α­ντι­κει­με­νι­κό του μύ­θου. Πε­ρισ­σό­τε­ρο συγ­γρα­φέ­ας μιας πο­ρείας και μιας ζωής και λι­γό­τε­ρο συγ­γρα­φέ­ας ε­νός με­γά­λου έρ­γου, ο Κο­κτό σε ό­λες τις με­τα­μορ­φώ­σεις του μύ­θου, ε­πέ­με­νε πως εί­ναι ποιη­τής. Και ί­σως η με­γα­λύ­τε­ρή του προ­σφο­ρά, εί­ναι πως α­πέ­σπα­σε την ποιη­τι­κή φω­νή, α­πό τις στρο­φές και τους στί­χους και την πολ­λα­πλα­σία­σε σε τό­σο δια­φο­ρε­τι­κούς τρό­πους έκ­φρα­σης. Σκόρ­πιες ψη­φί­δες συν­θέ­τουν το πρό­σω­πο του ποιη­τή: παι­δί θαύ­μα με την πρώ­τη ποιη­τι­κή του συλ­λο­γή (το λυ­χνά­ρι του Αλα­ντίν) να εκ­δί­δε­ται μό­λις στα 19 του χρό­νια, συ­νερ­γά­της του Ντια­γκί­λιε­φ, του Νι­ζίν­σκι, του Στρα­βίν­σκι και του Σα­τί σε μια σει­ρά α­πό μπα­λέ­τα, θεω­ρη­τι­κός της μου­σι­κής «ο­μά­δας των 6», μέ­ντο­ρας και ταυ­τό­χρο­να μα­θη­τής του Ραϊμό­ντ Ρα­ντι­κέ, πε­ζο­γρά­φος και θε­α­τρι­κός συγ­γρα­φέ­ας έρ­γων ό­πως «Η αν­θρώ­πι­νη φω­νή», «Τα τρο­με­ρά παι­διά», «Η δαι­μό­νια μη­χα­νή» και «Θω­μάς ο α­πα­τεώ­νας», ατ­ζέ­ντης του πυγ­μά­χου Αλ Μπρά­ουν, ει­κο­νο­γρά­φος βι­βλίων, πα­λα­τιών και εκ­κλη­σιών, κο­σμι­κός, μέ­λος της γαλ­λι­κής α­κα­δη­μίας, πρό­ε­δρος του φε­στι­βάλ των Κα­νών και σύμ­φω­να με τον Τρυ­φό, πρό­δρο­μος του νέ­ου κύ­μα­τος στον κι­νη­μα­το­γρά­φο.
Και ό­μως συ­να­ντά κά­ποιος μια ε­νό­τη­τα μέ­σα στην α­ντί­φα­ση και την πολ­λα­πλό­τη­τα των ρό­λων. Εί­ναι η ί­δια μου­σι­κή που γεν­νά την ει­κο­νο­γρά­φη­ση της βί­λας Σά­ντο Σο­σπίρ ή ποιή­μα­τα γραμ­μέ­να βια­στι­κά στα τρα­πε­ζο­μά­ντη­λα ε­νός ε­στια­το­ρίου («Το τρα­πε­ζο­μά­ντι­λο του Κα­τα­λα­νού», σε συ­νερ­γα­σία με τον Ζορζ Ινιέ). Στη δια­μόρ­φω­σή της μου­σι­κής αυ­τής θα παί­ξουν ρό­λο οι πολ­λα­πλές του συ­να­ντή­σεις: Ρα­ντι­κέ, Στρα­βίν­σκι, Πι­κά­σο, Σα­τί, Σαρ­τρ, Εντιθ Πιαφ. Ο Κο­κτό πα­ρέ­μει­νε πά­ντα πα­ράλ­λη­λος, αλ­λά πο­τέ ε­νταγ­μέ­νος σε ρεύ­μα­τα, ο­μά­δες ή τά­σεις, συν­δέ­ο­ντας το ό­νο­μά του τό­σο με σκάν­δα­λα, ό­πως το «λευ­κό βι­βλίο», το μπα­λέ­το «Πα­ρέ­λα­ση» σε συ­νερ­γα­σία με τον Σα­τί, ή το θε­α­τρι­κό «Οι τρο­με­ροί γο­νείς» ό­σο και με θριάμ­βους, ό­πως την ε­πι­τυ­χία του με το μυ­θι­στό­ρη­μα «Τα τρο­με­ρά παι­διά».

Αρχαία πρό­σω­πα γεν­νιού­νται ξα­νά

Πέ­ρα α­πό άν­θρω­πος και καλ­λι­τέ­χνης, ο Κο­κτό προ­σω­πο­ποίη­σε μια ε­πο­χή, την Επο­χή του Πα­ρι­σιού, μέ­σα στη μυ­θο­λο­γία της και την υ­περ­βο­λή της, στη δη­μιουρ­γία της ο­ποίας ο ί­διος συ­νει­σέ­φε­ρε ό­σο λί­γοι. Ο μα­κρι­νός καλ­λι­τέ­χνης μας γί­νε­ται οι­κείος μέ­σα α­πό τις ε­πι­λο­γές των ι­στο­ριών και των μύ­θων. Όπως τό­σοι καλ­λι­τέ­χνες, ο Κο­κτό συν­δέ­θη­κε με την Ελλά­δα μέ­σα α­πό την αρ­χαία γραμ­μα­τεία. Όχι ό­μως με έ­να μου­σεια­κό θαυ­μα­σμό, αλ­λά με το θρά­σος του δη­μιουρ­γού που δια­κρί­νει το α­πό­λυ­τα νέο στο πε­ρα­σμέ­νο. Στο έρ­γο του ε­πα­νεμ­φα­νί­ζο­νται μια σει­ρά α­πό αρ­χαία πρό­σω­πα και ι­στο­ρίες, το­πο­θε­τη­μέ­νες στο πα­ρόν του μο­ντερ­νι­σμού: ο Οι­δί­πο­δας, η Αντι­γό­νη, ο Ορφέ­ας, ο Βάκ­χος, γεν­νιού­νται ξα­νά για να α­πο­δεί­ξουν τη νεό­τη­τα και ταυ­τό­χρο­να την α­χρο­νι­κό­τη­τα τους. Ο ποιη­τής ε­πι­τρέ­πει στην πέ­να του α­κρο­βα­σίες, α­να­χρο­νι­σμούς, α­ντι­στρο­φές και ε­πα­να­προσ­διο­ρι­σμούς, α­φαι­ρώ­ντας α­πό τα έρ­γα τη φι­λο­λο­γία που κλη­ρο­νό­μη­σαν 20 αιώ­νες πέ­τρι­νου θαυ­μα­σμού και χει­ρο­κρο­τή­μα­τος. Ο μύ­θος με την ευ­κρί­νεια των στοι­χείων του, πλη­σιά­ζει το ό­νει­ρο με τρό­πο ά­με­σο, τρό­πο ό­μοιο με τις ε­λευ­θε­ρίες της σύγ­χρο­νης τέ­χνης και γί­νε­ται κύ­ριο στοι­χείο του έρ­γου του. Ένας Έλλη­νας, πα­ράλ­λη­λος και φί­λος, ο Μά­νος Χατ­ζι­δά­κις, πε­ρι­γρά­φει στον «Κα­θρέ­φτη και το μα­χαί­ρι» τα κύ­ρια χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του κα­νό­να του Κο­κτό: «…μια α­νε­ξάν­τλη­τη ευ­φυΐα, μια έ­ντο­νη λυ­ρι­κή ε­γω­πά­θεια, η α­νεύ­ρε­ση θεών και πη­γών μέ­σα α­πό την κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα, η έ­ντα­ξη του λά­θους και του πα­ρα­λό­γου μέ­σα στους κα­νό­νες της ζωής, η λα­τρεία του κοι­νό­τυ­που και η έ­ντε­χνη εκ­με­τάλ­λευ­ση του, και, τέ­λος, η α­πλό­τη­τα στο μου­σι­κό α­πο­τέ­λε­σμα…». Τα στοι­χεία αυ­τά, εμ­φα­νή ό­σο που­θε­νά στα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κά του έρ­γα, μας πα­ρου­σιά­ζο­νται μέ­σα α­πό τις δύο ται­νίες και η σιω­πή της σκο­τει­νής αί­θου­σας γί­νε­ται η κα­λύ­τε­ρη ει­σα­γω­γή, στη μου­σι­κή πο­λυ­φω­νία, ε­νός κό­σμου κα­θη­με­ρι­νού, μυ­θο­λο­γι­κού και ποιη­τι­κού, στον κό­σμο του Ζαν Κο­κτό.


(στην εφημεριδα Εποχή)

Δεν υπάρχουν σχόλια: