Δευτέρα 24 Μαΐου 2010

Ο Μπομπ Ντίλαν στην Αθήνα




''Κυ­ρίες και κύ­ριοι, υ­πο­δε­χτεί­τε τον δαφ­νο­στε­φή ποιη­τή του rock and roll, τη φω­νή της υ­πό­σχε­σης των 60s. Τον άν­θρω­πο που ζευ­γά­ρω­σε τη φολκ και τη ροκ στο ί­διο κρε­βά­τι. Που πα­ρά­τη­σε το μέι­καπ της σκη­νής στα 70s για να χα­θεί στην υ­περ­βο­λή της κα­τά­χρη­σης ου­σιών. Που α­να­δύ­θη­κε για να συ­να­ντή­σει τον Χρι­στό. Που ξε­γρά­φτη­κε ως ξο­φλη­μέ­νος τη δε­κα­ε­τία του 80, για να αλ­λά­ξει ξαφ­νι­κά τα­χύ­τη­τες δη­μιουρ­γώ­ντας με­ρι­κούς α­πό τους ση­μα­ντι­κό­τε­ρους δί­σκους της κα­ριέ­ρας του στις αρ­χές της δε­κα­ε­τίας του 90. Κυ­ρίες και κύ­ριοι, ο Μπο­μπ Ντί­λαν.''
Στις 29 Μαΐου, η Αθή­να υ­πο­δέ­χε­ται μια α­πό τις με­γα­λύ­τε­ρες καλ­λι­τε­χνι­κές μορ­φές των τε­λευ­ταίων δε­κα­ε­τιών. Ο Μπο­μπ Ντί­λαν, έρ­χε­ται στο Τerra Vibe με το συ­γκρό­τη­μά του, προ­σφέ­ρο­ντας μια α­πό τις ση­μα­ντι­κό­τε­ρες μου­σι­κές και καλ­λι­τε­χνι­κές προ­τά­σεις του κα­λο­και­ριού. Η συ­ναυ­λία γί­νε­ται στα πλαί­σια του Never ending tour, ε­νός μου­σι­κού τα­ξι­διού που ξε­κί­νη­σε στις 7 Ιου­νίου του 1988, προ­σφέ­ρο­ντας 100 πα­ρα­στά­σεις το χρό­νο. Από τό­τε η μορ­φή του συ­γκρο­τή­μα­τος έ­χει αλ­λά­ξει αρ­κε­τές φο­ρές, ε­νώ οι συ­ναυ­λίες έ­χουν ξε­πε­ρά­σει τις 2.000.
Η αρ­χι­κή φρά­ση του κει­μέ­νου, εί­ναι η ει­σα­γω­γή με την ο­ποία αρ­χί­ζουν οι συ­ναυ­λίες του Μπο­μπ Ντί­λαν, τα τε­λευ­ταία 8 χρό­νια και κα­τά πά­σα πι­θα­νό­τη­τα, η ει­σα­γω­γή που θα φέ­ρει τον καλ­λι­τέ­χνη μπρο­στά στο ελ­λη­νι­κό κοι­νό. Απο­τε­λεί μια προ­σπά­θεια να πε­ρι­γρά­ψει την πο­ρεία, τις με­τα­βά­σεις και τα σκα­μπα­νε­βά­σμα­τα, το σύ­νο­λο της κα­ριέ­ρας ε­νός μου­σι­κού, που φαί­νε­ται να γί­νε­ται θε­σμός, κε­κτη­μέ­νο, έ­να θέ­α­μα κλα­σι­κό. Πέ­ρα α­πό τα­χυ­δρο­μι­κές πε­ρι­γρα­φές και βια­στι­κές συ­μπτύ­ξεις, η σχέ­ση του κα­θε­νός με τον Μπο­μπ Ντί­λαν, ο­ρί­ζε­ται α­φε­νός α­πό το υ­πο­κει­με­νι­κό της γνω­ρι­μίας και α­φε­τέ­ρου α­πό την πολ­λα­πλό­τη­τα του ί­διου του καλ­λι­τέ­χνη. Η ι­στο­ρία του Μπο­μπ Ντί­λαν α­δυ­να­τεί να χω­ρέ­σει σε μια βια­στι­κή ει­σα­γω­γή α­κό­μα και σε μια συ­ναυ­λία. Κου­βα­λά μέ­σα της τα ό­νει­ρα, τις α­ντι­φά­σεις, τις προ­δο­σίες και τις α­πο­γο­η­τεύ­σεις, μιας γε­νιάς, μιας ε­πο­χής, ε­νός κό­σμου. Το πα­ρόν του πιο έ­ντο­νου πα­ρελ­θό­ντος.

Ένας νε­α­ρός α­πό το που­θε­νά

Ο ί­διος φό­ρε­σε συ­χνά πολ­λα­πλά προ­σω­πεία, αλ­λά­ζο­ντας συ­χνά ρό­λους, ζη­τώ­ντας ως βα­σι­κή αρ­χή τον αυ­το­προσ­διο­ρι­σμό σε μια ε­πο­χή και μια κοι­νω­νία που ε­πέ­με­νε να κα­τα­τάσ­σει και να α­παι­τεί. Ένας νε­α­ρός που προήλ­θε α­πό το που­θε­νά των πο­λι­τειών της Αμε­ρι­κής, έ­γι­νε αυ­τό το που­θε­νά και χά­θη­κε στο χά­ος της Νέ­ας Υόρ­κης. Κλη­ρο­νό­μος της φω­νής του Γού­ντι Γκάρ­θι και της Φολ­κ, η­λέκ­τρι­σε τον ή­χο του στο Newport Folk Festival, πα­ρου­σιά­ζο­ντας το δί­σκο «Bringing It All Back Home», ε­ξορ­γί­ζο­ντας έ­να κοι­νό που τον α­πο­κα­θή­λω­σε α­πο­κα­λώ­ντας τον ιε­ρό­συ­λο. Ο Μπο­μπ Ντί­λαν υ­πήρ­ξε ο α­λη­τά­κος των α­τε­λείω­των α­με­ρι­κά­νι­κων δρό­μων και ταυ­τό­χρο­να ο ροκ στα­ρ, ο οι­κείος ποιη­τής με τη μου­σι­κή συ­νο­δεία και ο α­να­γνω­ρι­σμέ­νος υ­πο­ψή­φιος για Νό­μπελ λο­γο­τε­χνίας, ο προ­φή­της και η φω­νή της συ­νεί­δη­σης μια ο­λό­κλη­ρης γε­νιάς και ο καλ­λι­τέ­χνης με το αυ­στη­ρά προ­σω­πι­κό ό­ρα­μα. Ο αμ­φι­σβη­τίας και κρι­τι­κός μιας ξε­πε­σμέ­νης κοι­νω­νίας και ο ξα­να­γεν­νη­μέ­νος Χρι­στια­νός. Το α­με­ρι­κα­νι­κό μου­σι­κό πα­ρελ­θόν και το ροκ πα­ρόν. Και πά­νω α­π‘ ό­λα ο άν­θρω­πος που συ­νό­δε­ψε με τη μου­σι­κή του τό­σες στιγ­μές, συ­γκί­νη­σε και προ­βλη­μά­τι­σε ό­σο λί­γοι.
Η συ­ναυ­λία, λοι­πόν, ξε­περ­νά την δια­σκέ­δα­ση. Γί­νε­ται μια δια­δι­κα­σία α­να­μέ­τρη­σης με το πα­ρελ­θόν και το πα­ρόν, τη συ­νεί­δη­ση και την τέ­χνη, μια α­να­μέ­τρη­ση με έ­να ό­ρα­μα, α­πο­σπα­σμα­τι­κό, αυ­θόρ­μη­το και πο­λυ­διά­στα­το μέ­σα στα χά­σμα­τα και τις α­ντι­φά­σεις του. Το ό­ρα­μα του Μπο­μπ Ντί­λαν, ε­νός α­πό τους με­γά­λους του 20ού αιώ­να.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δεν υπάρχουν σχόλια: