Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2016

Το Εθνικό, η λογοκρισία και η ευθύνη






Έχω την αίσθηση πως δεν έχουμε αντιληφθεί την σημασία του κατεβάσματος  της παράστασης ‘’Η ισορροπία του Nash’’  τουλάχιστον όχι πέρα από το αρχικό σοκ που προκαλεί μια είδηση λογοκρισίας σε κάθε δημοκρατικά σκεπτόμενο πολίτη. Υπάρχει μια μακρά μεταπολιτευτική παράδοση λογοκρισίας (πετυχημένης ή αποπειρών με αντίστοιχη έκταση). Από τη ‘’Φιλοσοφία του Μπουντουάρ’’ το 1979 και τον ‘’Τελευταίο πειρασμό’’ το 1988 μέχρι τα πιο πρόσφατα παραδείγματα του έργου της Εύας Στεφανή το 2007 στο Art-Athina, της περίπτωσης του Χυτηρίου και του Πατήρ Παστίτσιου.  

Παρά τις επιφανειακές ομοιότητες που μπορεί κάποιος να εντοπίσει στις προθέσεις και τις διαδικασίες των συγκεκριμένων περιπτώσεων και αυτής του Εθνικού, είναι νομίζω οι διαφορές αυτές που προσδιορίζουν την ταυτότητα του συγκεκριμένου γεγονότος. Αυτή τη φορά οι αντιδρώντες απέναντι στο έργο δεν ήταν μια μάζα θρησκόληπτων που συγκεντρώνονταν έξω από το θέατρο με πυρσούς και δάδες απαιτώντας το κάψιμο των βλάσφημων. Αυτή τη φορά το πλήθος μαζεύτηκε γύρω από μια διαδικτυακή συνομολογία και απαίτηση. Αυτή τη φορά το πλήθος δεν ήταν μεγάλης ηλικίας σκοταδιστές και ρασοφόροι, αλλά πρώην υπουργοί και κορυφαία στελέχη παλαιοτέρων κυβερνήσεων, αυτόκλητοι φιλελεύθεροι ντυμένοι με μπλέιζερ-μπούρκες (φιλελεύθεροι κατά της ελευθερίας της έκφρασης πρέπει να είναι μνημονιακοτοξική μετάλλαξη). Αυτή τη φορά ήταν ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης και η πρεσβεία των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτή τη φορά το πολιτικό κομμάτι της υπόθεσης δεν λειτούργησε συγκεκαλημένα με βασικό στόχο την άγρα εύκολων ψήφων, αντίθετα αυτή τη φορά το πολιτικό κομμάτι υπήρξε το κέντρο, το διακύβευα και το ζητούμενο της εκστρατείας της λογοκρισίας. Δεν υπήρξε ο απώτερος στόχος αλλά η ίδια η αφορμή και το περιεχόμενο της όλης υπόθεσης.

Και το επιχείρημα χαμένο κάπου ανάμεσα στον ηθικισμό, τις διαχειριστικές επιλογές του κράτους σε ότι αφορά στο δημόσιο χρήμα (από ανθρώπους που την ίδια στιγμή έχουν φτιάξει ταυτότητα τοποθετούμενοι κατά της έννοιας του δημοσίου), στον αντανακλαστικό συναισθηματισμό που μετατρέπει το κάθε επιχείρημα σε αναφορά στα θύματα, στις λογοτεχνικές και θεατρικές ευαισθησίες του κάθε βαλκανικής κοπής Golden Boy που έχει να πάει στο θέατρο από τις σχολικές γιορτές για το εάν αυτό είναι τέχνη και για το ποια είναι τα όρια της τέχνης. Στην πραγματικότητα από την μεριά των λογοκριτών η τακτική δεν είναι ξένη. Είναι η μετατροπή κάθε πτυχής της δημόσιας σφαίρας σε ευκαιρία για αντιπολίτευση , εύκολες συνδέσεις και απαξιωτικά αντανακλαστικά. Αυτό που διαφέρει εδώ είναι η μετάθεση στο πεδίο της τέχνης.

Από κει και πέρα το τελείως νέο στοιχείο και αυτό που κάνει την υπόθεση τελείως διαφορετική και απόλυτα σοβαρή είναι πως όλα συνέβησαν με κυβέρνηση της αριστεράς. Ως βασικός ένοχος για την απόφαση κρίθηκε ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού θεάτρου Στάθης Λιβαθινός (το δ.σ. του ιδρύματος με ανακοίνωση του και προς τιμή του διαχώρισε τη θέση του). Και ενώ οι ευθύνες που αναλογούν στον καλλιτεχνικό διευθυντή είναι σίγουρα πολλές, αφού και ο ρόλος του αλλά και η ανακοίνωσή του ταυτίζονται με την συγκεκριμένη απόφαση νομίζω πως οι ευθύνες πρέπει να αναζητηθούν βαθύτερα. Ακριβώς λόγο της πολιτικής ουσίας των διαμαρτυριών και ακριβώς λόγω της κρατικής φύσης του Εθνικού θεάτρου αλλά και λόγω της αυτονόητης πολιτικής φύσης που έχει κάθε γεγονός λογοκρισίας.

Βασικός λοιπόν υπεύθυνος στα δικά μας μάτια είναι η κυβέρνηση και η ηγεσία του υπουργείου πολιτισμού. Το υπουργείο δεν δημιούργησε το κατάλληλο πλαίσιο ασφάλειας ώστε να προστατευτεί η παράσταση, να μην επιτρέψει να πάρουν βάρος ο διάφορες δηλώσεις που καλούσαν σε λογοκρισία (οι οποίες κάπου ανάμεσα στην παραπληροφόρηση και την παντελή έλλειψη επιχειρήματος κινούνταν στη σφαίρα του γελοίου).  Ακόμη και αν έβλεπε πως οι δηλώσεις αυτές έπαιρναν έντονο χαρακτήρα (και ακριβώς γι αυτό) θα όφειλε να προστατέψει την παράσταση, τις παραστάσεις, την κοινωνία από την πράξη της λογοκρισίας. Θα μπορούσε να δει το γεγονός ως αφορμή  ώστε να ανοίξει ευρύτερα ο διάλογος για την ελευθερία της έκφρασης, για την καλλιτεχνική ελευθερία, για την προστασία των δημιουργών από τις πάσης φύσεως ιερές εξετάσεις. Να ανοίξει ένας διάλογος όπου θα τεθούν επιχειρήματα, θα φανεί ποιος υπερασπίζεται τι, θα εντάξει τον κόσμο στο θέμα και θα το φέρει αντιμέτωπο με την ίδια τη σημασία της ελεύθερης έκφρασης. Το υπουργείο πολιτισμού δεν παίρνει αποφάσεις για το ρεπερτόριο του Εθνικού θεάτρου (και οφείλει να μην παίρνει). Είναι όμως υπεύθυνο για το όλο πλαίσιο μέσα στο οποίο οι παραστάσεις, ο πολιτισμός, οι τέχνες υπάρχουν. 

Ζυγίζοντας το όποιο πολιτικό κόστος, η κυβέρνηση όχι μόνο δεν ενήργησε, αλλά δεν πήρε καν θέση απέναντι στα τεκταινόμενα, παρά μόνο αφού βρέθηκε μπροστά σε μια σφραγισμένη σκηνή. Φοβισμένη από το πολιτικό κόστος που θα μπορούσε να έχει μια περιγραφή της ως υποστηρίκτριας των τρομοκρατών (και μάλιστα με τέτοιου επιπέδου φτηνή επιχειρηματολογία) συνθηκολόγησε στην λογοκρισία. Από δειλία να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, αλλά και της ιστορίας και της ουσίας της αριστεράς, η κυβέρνηση καθίσταται συνυπεύθυνη των λογοκριτών.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2016

Το Εθνικό Θέατρο και η τρομοκρατία της λογοκρισίας



Η παράσταση «Η ισορροπία του Nash» στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού, σε σκηνοθεσία Πηγής Δημητρακοπούλου, προκάλεσε -κατά τις βαλσαμωμένες δημοσιογραφικές εκφράσεις- «σάλο», «αίσθηση», καθώς και «θύελλα αντιδράσεων».
Αιτία των σχολίων και του αποτροπιασμού υπήρξε το γεγονός πως η σκηνοθέτις, με αφορμή τους «Δίκαιους» του Καμί (σημείωση: ένα από τα εμβληματικά έργα προβληματισμού σε σχέση με το μέσο ή τον αυτοσκοπό της τρομοκρατίας), χρησιμοποίησε (ανάμεσα σε άλλα) και κάποια κείμενα του Σάββα Ξηρού.
Διανοητές όπως ο Γιώργος Βουλγαράκης, ο Νίκος Δένδιας και η Ελίζα Βόζεμπεργκ καταδίκασαν το απαράδεκτο γεγονός, εφημερίδες αναπαρήγαγαν τον σκανδαλισμό και τον αποτροπιασμό τους (ξεκινώντας από το ακροδεξιό «Πρώτο Θέμα» και φτάνοντας ώς τη δήθεν φιλελεύθερη «Καθημερινή») και όλοι μαζί εν χωρώ αναρωτήθηκαν αν είναι δυνατόν ένας θεσμός που λειτουργεί με δημόσιο χρήμα να ανεβάζει τέτοια έργα και μέχρι πού φτάνουν τα όρια της τέχνης.
Τα πράγματα όμως είναι ακόμη χειρότερα, αγαπητοί μου ανησυχούντες. Το Εθνικό μας Θέατρο έχει διαβρωθεί (πόσος καιρός απομένει άραγε μέχρι να διαβρωθεί και αυτό το ίδιο το έθνος μας;).
Η παράσταση της Πηγής Δημητρακοπούλου δεν είναι η μόνη που παρουσιάζει τέτοια αποτρόπαια πρότυπα για παιδιά και ανθρώπους.
Αν ψάξετε λίγο περισσότερο, θα δείτε πως αυτή είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Ετσι, στις υπόλοιπες σκηνές του Εθνικού μπορεί κάποιος να δει έναν Ρώσο έφηβο ονόματι Ρασκόλνικοφ να σφαγιάζει μια γιαγιάκα με ένα τσεκούρι χωρίς κανείς να καταλαβαίνει γιατί και λίγο πιο κει έναν Ριχάρδο (με το κρυπτικό επώνυμο Γ') να ξεκληρίζει ανθρώπους και βασιλιάδες (μέχρι εκεί φτάσανε οι διάφοροι κουλτουριαρέοι).
Και όχι μόνο αυτό, αλλά είναι και καμπούρης. Αλήθεια, δεν είναι και αυτό ένα δείγμα τρομοκρατίας απέναντι στην ορθή και αποδεκτή φυσιολογία του ανθρώπου;
Αποκορύφωμα βέβαια, η παράσταση Γαλιλαίος του Μπρεχτ (κομμουνιστής, αν και ευτυχώς νεκρός), όπου ένας επίμονος Ιταλός κομπογιαννίτης επιμένει για περίπου δύο ώρες πως η Γη γυρίζει.
Η υπόθεση θα ήταν απλώς γελοία αν δεν ήταν ακραία επικίνδυνη. Επικίνδυνη όπως κάθε μορφή λογοκρισίας, η οποία μάλιστα προσπαθεί να επικοινωνήσει τον εαυτό της με τη μορφή του αυτονόητου που φτάνει στα όρια του σαρκασμού.
Ως ένας περιορισμός που προσπαθεί να επιβάλει τον εαυτό του ως αυτονόητο, άρα και την ίδια την πράξη της λογοκρισίας ως εξίσου αυτονόητη.
Είναι ενδεικτικό πως όσοι έσπευσαν να τραβήξουν τα μαλλιά τους δεν έχουν δει καν την παράσταση ή έχουν τελείως εσφαλμένη αντίληψη [με τον πολιτικό μάλιστα τιτάνα Θάνο Πλεύρη να δηλώνει πως η κυβέρνηση χρηματοδοτεί μια ταινία(sic) για τη δράση του Ξηρού].
Δεν επιχειρηματολογούν, καταφεύγουν στην ηθικολογία, δεν αντιλαμβάνονται τη διαφορά ανάμεσα στην τέχνη και την πραγματικότητα, δεν γνωρίζουν καν το θέμα του έργου (πόσο μάλλον την ανάλυση του Καμί για τις διάφορες εκφάνσεις της τρομοκρατίας ανά την Ιστορία).
Η υπεράσπιση της παράστασης δεν αφορά τη συγκεκριμένη παράσταση αλλά όλες τις παραστάσεις. Με τον ίδιο τρόπο που οι αντιδράσεις δεν στρέφονται ενάντια στη συγκεκριμένη παράσταση, αλλά στο σύνολο των παραστάσεων και λίγο έως πολύ ενάντια στην ελευθερία της έκφρασης συνολικά.
Στην πραγματικότητα, το σύνολο αυτών των δηλώσεων δεν αναρωτιέται για το εάν υπάρχει όριο στην τέχνη, στην έκφραση ή όχι.
Αντίθετα, παίρνει το όριο ως δεδομένο και προσπαθεί να το προσδιορίσει (αν όχι να το επιβάλει).
Στόχος του είναι ένας ηθικός πανικός που επιθυμεί να σκανδαλίσει ώστε να απαντήσει εκ των υστέρων στον σκανδαλισμό που δημιούργησε και διέδωσε με περιορισμούς. Ομοια με τη λογική της Χρυσής Αυγής στο Χυτήριο, αλλά κάπως πιο ευγενικά, κομματάκι πιο ευρωπαϊκά.
Η τέχνη δεν έχει όρια και αυτό είναι τελεσίδικο, απαραίτητο και απαρέγκλιτο. Το καλλιτεχνικό επίτευγμα, η πρόθεση του καλλιτέχνη (ομολογημένη ή μη), η πρόσληψη από τον δέκτη υπάρχουν μέσα σε ένα πλαίσιο καλλιτεχνικής συνθήκης και εκεί κρίνονται.
Δεν υπάρχει άσεμνο, ανήθικο ή μη πολιτικά αποδεκτό εντός του καλλιτεχνικού πεδίου.
Η λογοκρισία αυτή, όπου επιχειρείται, δεν έχει σχέση ούτε με τον λόγο ούτε με την κρίση. Είναι σπόρος για μια μελλοντική αυταρχική ανθοφορία.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2016

Ο αφόρητος μετεωρισμός του ΣΥΡΙΖΑ



Ακριβώς ένα χρόνο πριν ήταν αρκετοί αυτοί που έβλεπαν με δυσπιστία το οικονομικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ (ή πιο σωστά τις προθέσεις του σε σχέση με την οικονομία), τις υποσχέσεις προς την κατεύθυνση των μεταρρυθμίσεων και τη δυνατότητα μιας εντελώς διαφορετικής πολιτικής εντός του συγκεκριμένου επιβεβλημένου πλαισίου. Ήταν πολλοί αυτοί που δεν πίστευαν πως οι Ευρωπαίοι θα παραχωρούσαν περιθώρια διαπραγμάτευσης, αντίθετα πως θα συμπεριφέρονταν τιμωρητικά ώστε το τότε όραμα της αναδυόμενης ευρωπαϊκής αριστεράς να πνιγεί από το πρώτο του βήμα και να μην καταγραφεί καν ως εναλλακτική στην ευρωπαϊκή κρίση. Αν κάπου έβλεπαν περιθώρια ώστε να δοθεί ένα διαφορετικό, αριστερό στίγμα, μέσα από συγκεκριμένες βαθιές τομές αυτό ήταν το επίπεδο των θεσμών, των νόμων, των δικαιωμάτων, της διαφάνειας, της δημοκρατίας. Ένα εγχείρημα που όχι μόνο θα έδινε μια χειροπιαστή απόδειξη για τις διαφορές της αριστεράς από όλο το παλαιότερο πολιτικό κατεστημένο, όχι μόνο θα αποτελούσε κομμάτι και πρόσωπο ενός δυνητικά καλύτερου κόσμου, αλλά ταυτόχρονα θα κατάφερνε να δημιουργήσει, να αποκρυσταλλώσει και να διευρύνει την ηγεμονία της αριστεράς χτίζοντας νέες συμμαχίες ικανές για ενδυνάμωση της διαπραγμάτευσης με τους Ευρωπαίους, ακόμη και για τη ρήξη με αυτούς (αν κάτι τέτοιο έμοιαζε με μονόδρομο).

Η στρατηγική της διαπραγμάτευσης

Σήμερα τα πράγματα μοιάζουν πολύ χειρότερα από κάθε αρνητική και δύσπιστη πρόβλεψη του παρελθόντος. Γιατί το πλαίσιο διαπραγματεύσεων έχει στενέψει τόσο ώστε να μοιάζει απλώς με μια καταφατική απάντηση σε υποδείξεις, ανίκανη να παράξει φιλολαϊκά αποτελέσματα πόσο μάλλον συμμαχίες με ευρύτερα στρώματα. Το πλαίσιο αυτό μοιάζει να έγινε αποδεκτό από τον ΣΥΡΙΖΑ ως μοναδικό πεδίο διεκδίκησης, μοναδική μάχη που έχει νόημα να δοθεί. Τα αποτελέσματα φυσικά είναι ορατά σε όλους μας. Και αν ακόμη μια επιμέρους ρύθμιση είναι ευνοϊκότερη από μια αρχική απαίτηση των θεσμών αυτή –μέσα στο σύνολο τον αντιλαϊκών μέτρων- προφανώς δεν καταφέρνει να καταχωρηθεί (ή ακόμη περισσότερο να βιωθεί από τους πολίτες που την υφίστανται) ως φιλολαϊκό μέτρο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οποιαδήποτε άλλη μεταρρύθμιση σε θεσμικό επίπεδο να καταγράφεται ως δευτερεύουσα και στην πραγματικότητα να ακυρώνεται. Κάθε μάχη με τους θεσμούς σε θεσμικά θέματα (τα οποία στο κάτω- κάτω δεν κοστίζουν οικονομικά) παίρνουν παράταση για κάποια άλλη στιγμή (κάπου, κάποτε όταν επιστρέψει η ανάπτυξη ίσως). Εν ολίγοις, η όλη στρατηγική μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: δεν ανοίγουμε θέματα που θα εκνευρίσουν τους θεσμούς, ώστε να είμαστε καλά παιδιά και να μας δώσουν κάτι παραπάνω στις διαπραγματεύσεις για το ασφαλιστικό, τις ιδιωτικοποιήσεις, το χρέος κ.τ.λ. (το θέμα φυσικά είναι πως ακόμη κι έτσι αυτό το παραπάνω δεν έρχεται).
Με τον ίδιο τρόπο λοιπόν που ο ΣΥΡΙΖΑ εφαρμόζει ένα πρόγραμμα οικονομικών μεταρρυθμίσεων το οποίο δεν πιστεύει, με τον ίδιο τρόπο αποφεύγει να αντικαταστήσει ένα θεσμικό πλαίσιο το οποίο εχθρεύεται (σύμφωνα τουλάχιστον με αρχές και διακηρύξεις) με τις πάγιες θέσεις του.

Εσωτερικές μάχες

Ταυτόχρονα, έχοντας συναίσθηση των κοινωνικών επιπτώσεων και της δυσαρέσκειας που θα έχουν τα διάφορα οικονομικά μέτρα αποφεύγει να έρθει σε ρήξη με χρόνιες παθογένειες, ώστε να μην προκαλέσει την οργή περισσοτέρων ομάδων, ανοίγοντας περισσότερα μέτωπα. Για παράδειγμα, το θέμα διαχωρισμού εκκλησίας-κράτους υποβιβάζεται σε ακραίο (ακόμη και επιμέρους θέματα όπως οι όροι για την απαλλαγή στα θρησκευτικά δεν αγγίζονται) και οι παρελάσεις δεν καταργούνται. Ακόμα και το νομοσχέδιο για την ιθαγένεια ή το σύμφωνο συμβίωσης (ίσως οι μόνες κυβερνητικές αποφάσεις που θα μπορούσαν να καταγραφούν ως αριστερές) ήρθαν ύστερα από την απαίτηση (ή έστω τη σύμφωνη γνώμη) των θεσμών. Άρα ακόμα και οι μάχες που δόθηκαν σε αυτό το πεδίο ήταν περισσότερο εσωτερικές μάχες και όχι σύγκρουση με τους θεσμούς.
Μέσα στις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται από την εκλογή Μητσοτάκη και την κινητικότητα στο «μεσαίο χώρο» (σε όσα γίνεται περισσότερα εισαγωγικά) αυτό που προκύπτει ως άμεσο συμπέρασμα είναι πως οι Ευρωπαίοι δεν έχουν κανέναν απολύτως λόγο να παραχωρήσουν οτιδήποτε στην ελληνική κυβέρνηση. Αντίθετα, θα τη σύρουν σε μια όλο και πιο μεγάλη απόκλιση απ ό, τι μπορεί να θεωρηθεί αριστερή αξία, ταπεινώνοντάς την στο όνομα του there is no alternative, αποδομώντας το όποιο ηθικό πλεονέκτημα, καταβαραθρώνοντας την ίδια την έννοια της αριστεράς και στη συνέχεια (όταν δεν θα υπάρχει κανένας που να μπορεί να υπερασπιστεί αυτή την πολιτική ούτε καν οι ίδιοι που την εφάρμοσαν) θα την αντικαταστήσουν με μια κυβέρνηση στα μέτρα τους.
Έτσι, δεδομένων των συνθηκών, καταλήγουμε πως η κυβέρνηση με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ κινδυνεύει να μείνει στην ιστορία ως μια αριστερή κυβέρνηση που εφάρμοσε δεξιά οικονομική και κοινωνική πολιτική και, ταυτόχρονα, σε θεσμικό επίπεδο δεν έδωσε ούτε μια μάχη για κάποιο από τα θέματα, τα οποία αποτελούν θεμέλιο λίθο της ταυτότητάς της.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2016

Ο θάνατος το στρώνει



Ολοι έχουν πεθάνει
Πέθανε η ντόνα Αντωνία, η ασθματική, που έφτιαχνε φτηνό ψωμί στο χωριό.
Πέθανε ο παπα-Σαντιάγκο, που του άρεσε να τον χαιρετάν οι νέοι και τα κορίτσια, αντιχαιρετώντας όλους, δίχως διάκριση: «Καλημέρα, Χοσέ! Καλημέρα, Μαρία!»
Πέθανε εκείνο το ξανθό κορίτσι, η Καρλότα, αφήνοντας πίσω της ένα μωρό μηνών, που μετά πέθανε κι εκείνο στα οχτάμερα της μάνας.
Πέθανε στο περίστροφό μου η μάνα μου, στη γροθιά μου η αδελφή μου κι ο αδελφός μου στα ματωμένα σπλάχνα μου, οι τρεις μαζί δεμένοι από ένα θλιμμένο γένος θλίψης, τον Αύγουστο μήνα κατοπινών χρόνων.
Πέθανε η αιωνιότητά μου και την ξενυχτάω.

Σέζαρ Βαγιέχο, «Η βία των ωρών» (αποσπάσματα)

 

 

O Πιερ Μπουλέζ και ο Λέμι, ο Ντέιβιντ Μπάουι και ο Μάκης Ψωμιάδης, ο Ετορε Σκόλα και ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, ο Αλαν Ρίκμαν, ο Μισέλ Τουρνιέ, ο κιθαρίστας των Eagles Γκλεν Φρέι, ο Γιασουτάρο Κόιντε, ο γηραιότερος άνθρωπος στον κόσμο στα 112 χρόνια του. Οι μέρες πεθαίνουν, πεθαίνουνε και οι ψευδαισθήσεις.
Πρόσωπα που η ζωή σπάνια θα έφερνε σε επαφή τώρα συναντιούνται λόγω της εγγύτητας του θανάτου τους. Στην προχειρότητα της ροής των ειδήσεων, των πενθούντων timeline, της αναπόλησης μιας χρήσης.
Η ελληνική μαφία και το γαλλικό μυθιστόρημα, η ιταλική κωμωδία και οι Motorhead, οι τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας και ο Ziggy Stardust.
Είναι η ζωή και ο θάνατος στην αλληλουχία τους. Γεμάτοι απότομες στροφές, απρόσμενες συναντήσεις, εγκλωβιστικές συγκατοικήσεις.
Η χορδή του θανάτου που διατρέχει τα πρόσωπα ηχεί μια παράδοξη μουσική. Παράδοξο ήχο μιας τυχαίας συνάντησης, μιας συνάντησης δεμένης από τις απρόσμενες συγκυρίες.
Ο θάνατος εκδηλώνεται ως ένας μεταμοντέρνος συνδυασμός ανίκανος να συνθέσει. Και όμως όλοι αυτοί οι διάσημοι εκλιπόντες στον θάνατο μοιάζουν να γειτνιάζουν με τον ίδιο τρόπο που στις σύγχρονες ζωές γειτνιάζουν τα πιο ανόμοια πράγματα. Η διαδικτυακή μας κουλτούρα φέρνει τα πάντα στην απόσταση ενός κλικ.
Τον Αλμπέρ Καμύ και την Κατερίνα Στικούδη, ένα ντοκιμαντέρ για τους Αγγλους Ρομαντικούς με ένα βίντεο με γατάκια, το debate των Αμερικάνων Δημοκρατικών με τα καλύτερα γκολ του Βαζέχα.
Το λεύκωμα του θανάτου άρχισε να συντάσσεται πυκνό ήδη από τις πρώτες μέρες του 2016. Τι συνιστά όμως αυτή η πρόχειρη συλλογή διάσημων θανάτων; Τι σηματοδοτεί όλο αυτό το σχόλιο για την πυκνότητα του θανάτου, για το απλόχερο μοίρασμα των αναπολήσεων και των R.I.P. ;
Δεν είναι πένθος. Κυρίως είναι ευκαιρία ανασκόπησης στιγμών. Στιγμών προσωπικών, αρχειοθέτησης ενός μικρού κομματιού προσωπικής εμπειρίας, ακόμη και της αίσθησης και της παρωδίας. Στην εξωστρέφεια των social media αυτό που επιβιώνει είναι η επιφάνεια.
Οχι υποχρεωτικά ως κάτι αρνητικό, αλλά ως την τελευταία σύνοψη γεγονότων και δημιουργιών, ζωών και κοινωνικών εκφράσεων.
Μέσα από τις ζωές που φεύγουν αναπολούμε ελάχιστες στάσεις των δικών μας ζωών. Των φορών που ήρθαμε σε τυχαία επαφή, των στιγμών που συνοδεύτηκαν με ένα τραγούδι, ένα βιβλίο, μια ταινία. Αλλωστε όσο μεγαλώνουμε ο θάνατος πυκνώνει. Για εμάς, για τους γύρω. Η πυκνότητα στην απώλεια των διασήμων περιγράφει τη δική μας πορεία.
Μια καταγραφή ανοιχτή στην τυχαιότητα, αλλά ποτέ τυχαία. Ενα πένθος πρόχειρο και επιδερμικό σαν προπόνηση για άλλα γεγονότα.
Μα τελικά όλη αυτή η συνόρευση είναι προσπάθεια εξορκισμού. Εξορκισμού του θανάτου μέσω του οικείου αλλά ποτέ του κοντινού, μέσω του ελάχιστου επιφανειακού γδαρσίματος αλλά ποτέ της πληγής.
Μέσα από την καταγραφή του γεγονότος αλλά όχι από το γεγονός. Εξορκισμός του χρόνου κάτω από την καταγραφή της απόλυτης εξίσωσης του θανάτου. Ή με τους στίχους του Γιάννη Βαρβέρη:
Μαύρες κουκκίδες/ Διάττοντες στο χιόνι/ Σήμα μικρό που/ χάνεται στη θέα/ Να κάνει σκι πάνω σε μια νιφάδα/ Το βρίσκει άλλη νιφάδα και το λιώνει/ Λιώνει κι αυτή/ Χιόνι στο χιόνι/ Βέρμιο Φτερόλακκα ψηλά βουνά/ Ο χρόνος-
Κι ο θάνατος το στρώνει

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2016

Οι τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας








Αν είμαστε ξύπνιοι είναι μόνο για να φάμε, στο ορκίζομαι στην τιμή μας

Πολλές φορές ένας δημιουργός είναι ένα και μόνο έργο του. Όχι αντικειμενικά, όχι αξιολογικά, όχι επειδή δεν έκανε άλλες καλές ταινίες (κάποιες ίσως και καλύτερες) αλλά με όρους εμπειρίας και προσωπικού βιώματος. Με τους όρους της έκπληξης που μπορεί να σου προκάλεσε η επαφή μαζί του, του ενθουσιασμού που γίνεται και αυτός ανάμνηση μαζί με το έργο τέχνης, ταυτίζεται μαζί του, κυριαρχεί της κριτικής και ψυχρής αποτίμησης.
Για πολλούς από εμάς ο Νίκος Παναγιωτόπουλος που έφυγε αυτές τις μέρες θα είναι για πάντα ‘’οι τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας’’. Ταινία μνημειακή, εικόνα που σε καταπίνει, σκηνή που την κουβαλάς. Ταινία που σε κερδίζει από τον τίτλο ακόμη, που εγγράφεται σαν φράση για κοινή καθημερινή χρήση. 
Αν υπάρχει ένα χαρακτηριστικό αυτής της ταινίας που κυριαρχεί αυτό είναι η ίδια η ιστορία που αφηγείται. Βασισμένη στο βιβλίο του γαλλοαιγύπτιου Αλμπέρτ Κοσερύ Les Fainéants dans la vallée fertile (1948), η ταινία είναι υπόδειγμα απλότητας και ταυτόχρονου βάθους. Ένας πατέρας με τους τρεις γιους του, ζουν σε μια πολυτελή βίλα που μόλις κληρονόμησαν, μαζί με την υπηρέτρια τους, χωρίς να κάνουν απολύτως τίποτα, επί επτά ολόκληρα χρόνια.
- Λένε τόσα ηλίθια πράγματα για την οικογένειά σας. Λένε πως βρωμάτε ολόκληροι από μιαν ατέλειωτη τεμπελιά. Λένε πως ο αδερφός σου ο Γιάννης κοιμάται 7 χρόνια ολόκληρα.
-Όλα αυτά είναι αλήθεια.  
Κάποια στιγμή ο νεότερος γιός αποφασίζει να φύγει και να πάει στην πόλη να δουλέψει. Λίγο έξω από το σπίτι όμως τον παίρνει ο ύπνος κάτω από ένα δέντρο.
Τη χρονιά που βγήκε η ταινία, το 1978, αναγνωρίστηκε κυρίως ως μια σάτιρα της παρακμής της αστικής τάξης. Σήμερα βέβαια το πλαίσιο αυτό αν και κυρίαρχο μοιάζει περιοριστικό. Οι Τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας μοιάζουν με μια ανεστραμμένη παραβολή. Ένα σχήμα που εμφανίστηκε κυρίως στο θέατρο του παραλόγου τη δεκαετία του 50. Μια κατάσταση απλή καλύπτει ολόκληρο τον μύθο και γίνεται σύμβολο. Αντίθετα όμως από την απλή ερμηνεία μιας μονοσήμαντης αποκωδικοποίησης η ταινία στέκει περισσότερο ως ανοιχτό σύμβολο και λιγότερο ως γρίφος προς αποκρυπτογράφηση. Η ιστορία παίρνει την μορφή παραβολής, γενικεύει, απλώνεται, επιτρέπει στο ονειρικό στοιχείο να διαχυθεί μέσα στην πραγματικότητα. Αποφεύγει όμως να καταλήξει, αποφεύγει να διδάξει, αποφεύγει να καταντήσει ένα απλό σχήμα προς κατανάλωση. Όμοια με το Εξολοθρευτή Άγγελο του Μπουνιουέλ ή το Μεγάλο Φαγοπότι του Μάρκο Φερέρι η ταινία παραμένει μέχρι τις μέρες μας ανοιχτή.
Υπνοβάτες. Ανάμεσα ζωής και θανάτου. Ποτέ ξύπνιοι και ποτέ ζωντανοί. Άνθρωποι χωρίς ανάγκες να περιφέρονται. Σε πλαδαρές στιγμές, σε κενά διαστήματα, σε ένα
Όλα είναι αργά πολύ αργά. Δεν υπάρχει κούραση εδώ, η κούραση είναι ο μόνος τρόπος. Τα σώματα μηδενίζονται από ενέργεια, φτάνουν στο σημείο να ζητούν μόνο το μίνιμουμ των ενδείξεων για να βεβαιωθούν πως είναι ζωντανά. Φαγητό και σεξ. Όλα τα υπόλοιπα τρέφονται από τον ύπνο. Αλλά εδώ δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μια χαρούμενη τεμπελιά
Είναι η αυτοτέλεια του εαυτού στο τίποτα, ο άνθρωπος σαν μια πλαδαρή ατροφική μάζα. Μια τεμπελιά που δεν γιορτάζει αλλά βυθίζει και βυθίζεται. ‘’Η τεμπελιά είναι απόλαυση του εαυτού μας ή δεν είναι τίποτα’’ έγραφε ο Ραούλ Βανεγκέμ στο ‘’Εγκώμιο της εκλεπτυσμένης τεμπελιάς’’. Οι ήρωες της ταινίας προσεγγίζουν αυτό ακριβώς το τίποτε. Ενός τίποτε που στην ταινία βρίσκεται στην υπερβολή του, αλλά σε διαφορετικές δόσεις ίσως να κατοικεί στην ζωή όλων μας.

«Θέλεις να δουλέψεις; Πραγματικά αυτό είναι μια ιδέα εφιαλτική»
Έχει μεγάλο ενδιαφέρον να βλέπεις μια ταινία να μεγαλώνει μέσα στον χρόνο, να αλλάζει χροιά ενώ παραμένει σταθερή, να μοιάζει να κερδίζει νέο ή διαφορετικό περιεχόμενο από το περιβάλλον. Στις μέρες αυτές της ακραίας ανεργίας και της απόλυτης κατάπτωσης, η ταινία γίνεται ακόμη πιο αιχμηρή, το χιούμορ της ακόμη πιο πικρό, η λειτουργία της ακόμη πιο άμεση.
Στις μέρες όπου ολόκληροι λαοί μπορούν να χαρακτηριστούν τεμπέληδες και πάνω σε αυτό το ψευδές επιχείρημα να στηθεί μια ολόκληρη διαδικασία εξόντωσης, ‘’ οι Τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας’’, το αριστούργημα του Νίκου Παναγιωτόπουλου, μοιάζουν να κινηματογραφούνται από την αρχή. Και αυτό είναι μια μνήμη που ξεπερνά τον θάνατο.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2016

Σύνορα



Μεταναστευτικά πουλιά
πάσχει είπαν η χώρα
από αιμορραγική νόσο
αδύνατη άνοιξη
και πονοκέφαλος
-εξάνθημα η φιλοξενία
μια νύμφη του κακού καιρού
από τη Σενεγάλη
κοιμήθηκε στα Αντικύθηρα
είναι και ο ύπνος
μια άμυνα απέναντι στο δρόμο
το περιβάλλον
δεν είναι και τόσο φυσικό
ανώριμα θηλαστικά
ανώριμα θηλάζουν
τι κι αν είμαστε
οι καλύτεροι ξενιστές
το φταίξιμο
θα πέφτει πάντα
σ' έναν
κοκκινο-
λαίμη
Κυριάκος Συφιλτζόγλου από τη συλλογή «Με ύφος Ινδιάνου»


Συνορεύουμε, ατελείωτα συνορεύουμε, έδαφος εμείς και εμείς σύρμα. Κάτοικοι και ταυτόχρονοι καταπατητές. Καταφύγιο το σώμα και ταυτόχρονα εξορία.
Χώρος μέσα στον χώρο, κίνηση μες στην ακινησία, στάση μες στο περπάτημα.
Τα σύνορά μας ρευστά, μετακινούμενα ανάμεσα σε άλλα σώματα, σε επαφή με άλλα σύνορα. Επικράτειες μετακινούμενες με διαδοχικούς γείτονες, διμερείς σχέσεις, διπλωματικά επεισόδια.
Κάθετες γεωγραφίες περιπλανώμενες, εδάφη διαμπερή στη μετακίνησή τους. Σώματα γεωπολιτικά, οριζόμενα από χώμα και νόμο, σώματα προτεκτοράτα υποταγμένα από την ανάγκη και την εξάρτηση.
Εντός του συνόρου, εντός του ορίου. Το όριο μου δίνει το σχήμα, το σημείο που τελειώνω είναι το σημείο που είμαι.
Μορφές σχηματοποιημένες από το «μέχρι εδώ», αναζητώντας πάντα προέκταση, λαίμαργοι για επιπλέον μέγεθος, για επιπλέον χώρο μέσα στον χώρο.
Εδώ όμως ασφυκτιάς. Σαν το σώμα να κατέληξε δοχείο σε μικρότερο σχήμα. Θες να προεκταθείς, να μεγεθύνεις.
Δεν χωράς, σε καμία περίπτωση δεν χωράς. Το γράφει άλλωστε και ο ποιητής στη Χώρα του αχώρητου: Πέφτουν ολοένα σήμερα νομίσματα πάνω στην πολιτεία/ ανάμεσα σε κάθε κόμπο σα μια σταλαματιά στο χώμα/ ανοίγει μια καινούρια χώρα: ήρθε η στιγμή, σηκώστε με.
Και το δέρμα σημαία, η μόνη σημαία. Χωρίς χρώμα, χωρίς ταυτότητα, το δέρμα του καθενός. Αποτύπωμα που μας σκεπάζει, ρουχισμός ταυτότητας, κάλυμμα που μας προστατεύει από την αοριστία. Το ’χε πει και ο Κυριάκος:
«Αλήθεια, Τζάσπερ, στον ύπνο σου βλέπεις σημαίες ή μας κοροϊδεύεις; Οπως και να ’χει, για να τελειώνουμε, ίσως η μόνη σημαία να είναι το δέρμα μας.»
Εδώ οι χώρες μεταναστεύουν ολόκληρες. Περίγραμμα μαζί και περιεχόμενο. Τρέχουν στους δρόμους και κρύβονται στα δωμάτια, πακετάρουν τον εαυτό τους και τον κουβαλούν μακριά.
Εσωτερικοί μετανάστες, ταξιδεύουν μέσα στον εαυτό τους, χάνονται στο εσωτερικό, ξεχνιούνται στην εσωστρέφεια, χάνονται στις θάλασσες του εαυτού.
Κάθε ταξίδι, κάθε φευγιό, κάθε ξερίζωμα κατοικεί σε ένα βήμα. Μετέωρο το βήμα στέκει πάνω από το σύνορο.
Και όταν το πόδι προχωρήσει και πατήσει στο έδαφος ο χρόνος και ο χώρος γίνονται ένα. Το ένα πόδι εδώ, το άλλο στην εξορία. Και ο κόσμος κινούμενος, το όριο χαμένο και η στιγμή αχανής σαν το παρόν.
Συνορεύουμε, ατελείωτα συνορεύουμε, έδαφος εμείς και εμείς σύρμα. Εδώ μέσα ασφυκτιάς, ρέπεις προς το περισσότερο, το πέρα, αυτό που σε προεκτείνει.
Μα δεν είναι η έκταση αυτό που ζητάς. Ο άνθρωπος προεκτείνεται μόνο προς τους άλλους ανθρώπους.
Οχι κατακτώντας, αλλά αναιρώντας το ιδεατό του σύνορο. Αντιστρέφοντας τον φόβο της επαφής. Της πραγματικής ή μεταφορικής επαφής.
Ο άνθρωπος επεκτείνεται όταν δαμάζει τον φόβο του προς τον ξένο. Οταν μπορεί να κοιτάξει με τρόπο τέτοιο ώστε να αναγνωρίσει τον εαυτό του μέσα στους άλλους.
Οχι όταν θα διευρύνει το όριό του, αλλά όταν θα το καταργήσει. Οταν θα αποκαταστήσει τη σχέση του με τους ανθρώπους χωρίς φωνή. Την προσωπική του σχέση αρχικά αντιλαμβανόμενος την ανάγκη για τη συνολική αλλαγή.
Με τους ανθρώπους που πέρασαν ξεριζωμένοι τα σύνορα για να μεταναστεύσουν στο δικό μας σκονισμένο δοχείο.
Τους ανθρώπους που χτυπήθηκαν από την ομοφοβία, τον σεξισμό, τον φυλετικό ρατσισμό. Οταν το σύνορο πάψει να αποτελεί όριο και ταυτιστεί με την αφετηρία.
Το πρώτο σύνορο είναι το βλέμμα.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2016

Ο David Bowie και η τελευταία μεταμόρφωση



Η διαφορά του σαμάνου από τον ηθοποιό έγκειται στο γεγονός πως ο σαμάνος έχει ως στόχο πρωτίστως όχι να μεταμορφωθεί ο ίδιος (όπως ο ηθοποιός), αλλά μέσα από τη μεταμόρφωσή του να αλλάξει τους γύρω του.
Η διαπίστωση αυτή, βγαλμένη από πολιτισμούς με καθημερινές πρακτικές που ξεφεύγουν από την ιστορία και κινούνται προς το συλλογικό μύχιο, μοιάζει παράδοξο να ακούγεται σε εποχές σαν τις σημερινές.
Κι όμως ο θάνατος του David Bowie μοιάζει με μια ιστορική επανάληψη αυτής της πρακτικής ενταγμένης στα σύγχρονα συμφραζόμενα.
Η καλλιτεχνική πρόταση και η ενσάρκωσή της από τον Bowie ήταν ο καλλιτέχνης ως λευκός καμβάς. Ως μια επιφάνεια πάνω στην οποία η ίδια η κοινωνία θα προβάλει τους φόβους, τις ελπίδες και το όνειρό της, παραμορφώνοντας, καταναλώνοντας, απορροφώντας μιμούμενη και τελικά απορρίπτοντας τον καλλιτέχνη μέχρι την επόμενη μεταμόρφωσή του.
Ο χαμένος στο Διάστημα αστροναύτης του Space Oddity και ο Ροκ Σταρ εξωγήινος του Ziggy Stardust, ο καλλιτέχνης της rubber soul και ο τσακισμένος κλόουν, ο πετυχημένος ποπ καλλιτέχνης του θεάματος και ο πειραματιστής που θα εντάξει στο έργο του την ηλεκτρονική μουσική, την punk, τον θόρυβο, η ανδρόγυνη μορφή και ο λευκός δούκας, ήταν περισσότερο αποτυπώσεις μιας εποχής και δευτερευόντως μιας προσωπικότητας.
Εκεί που άλλοι ζήτησαν να κινηθούν αναζητώντας το βάθος ο Bowie κινήθηκε ζητώντας την έκταση, το μέγεθος της διάδοσης και της επιρροής.
Οχι μένοντας στην επιφάνεια, αλλά απλώνοντας στην επιφάνεια αυτή τη δημιουργικότητά αποκτώντας βάθος με τον τρόπο που αποκτά ένας πίνακας. Ενας κινούμενος πίνακας ζωγραφισμένος με ήχο, στίχο και σκηνική παρουσία.
Ο θάνατος του David Bowie μοιάζει να σηματοδοτεί το τέλος μιας ολόκληρης εποχής. Ισως να είναι μία από τις λίγες φορές που μια καλλιτεχνική προσωπικότητα ταυτίζεται σε τέτοιο βαθμό με τους τρόπους της εποχής της, ώστε να τους ενσαρκώνει ξανά και ξανά. Και ταυτόχρονα -στον βαθμό που της αντιστοιχεί- να την προσδιορίζει.
Μέσα από τους πρώτους του δίσκους ο Bowie κατάφερε να προσδιορίσει τη σεξουαλική επιλογή όχι ως στοιχείο ελευθερίας και ηδονής, αλλά ως στοιχείο ταυτότητας. Να μετατοπίσει σε πολλά επίπεδα το explore yourself των ’60s, τον αέναο πειραματισμό και την ομφαλοσκόπηση σε μια διαδικασία συνειδητής κατασκευής της ταυτότητας, χωρίς όρια, χωρίς αντίθετα, όπου κάθε υλικό έχει τη δική του σημασία και αυτοτέλεια.
Με το παράδειγμά του ο Bowie κατάφερε να κάνει κομμάτι της pop κουλτούρας (εννοώντας εδώ ενός ευρύτερου ακροατηρίου) είδη παρηκμασμένα από καιρό (όπως το καμπαρέ), είδη σχετικά άγνωστα (όπως το καμπούκι), τρόπους της «σοβαρής» τέχνης (όπως η τεχνική του cut-up) και ταυτόχρονα να νομιμοποιήσει στοιχεία της pop κουλτούρας, όπως η επιστημονική φαντασία και η ηλεκτρονική μουσική, ως εργαλεία έκφρασης.
Ολα αυτά φυσικά δεν μπορούν να χρεωθούν ως επιτεύγματα ενός ανθρώπου (άλλωστε ο Bowie δεν ήταν ποτέ ένας και μόνος άνθρωπος), αλλά ως γενικότερες τάσεις όπου ο καλλιτέχνης αποτέλεσε μία από τις ενσαρκώσεις τους.
Ο David Bowie γεννήθηκε στα 18 του χρόνια, όταν άλλαξε το επώνυμό του από Jones σε Bowie (ονομασία ενός συγκεκριμένου είδους μαχαιριού), και πέθανε πριν από λίγες μέρες.
Η καλλιτεχνική του πορεία κράτησε κάτι περισσότερο από 50 χρόνια. Και ίσως η σημαντικότερη συμβολή του να ήρθε με τον τρόπο που διαχειρίστηκε τον θάνατό του, ως ακόμη ένα υλικό προς καλλιτεχνική δημιουργία.
Το Blackstar κυκλοφόρησε 2 μέρες πριν από τον θάνατό του και μοιάζει λιγότερο με αποχαιρετισμό και περισσότερο με έναν δίσκο που ακούγεται από την πέρα όχθη. Ο Bowie ούτε χαιρετά ούτε περιγράφει τη ζωή που φεύγει.
Αντίθετα εντάσσει μέσα από το παράδειγμά του τον θάνατο σε μία ακόμα από τις μεταμορφώσεις του, τον υποβιβάζει σε χαρακτήρα, τον κάνει ψαύσιμο, υλικό, σχεδόν οικείο.
Μέσα από τις διαδοχικές βιογραφίες του καλλιτέχνη, ο θάνατος γίνεται ακόμη μια μάσκα, έστω η τελευταία. Εδώ δεν υπάρχει θρήνος, αλλά αντίθετα υπέρβαση μέσα από τη γενναιότητα, τη δημιουργία, όταν ακόμα και η τελευταία ανάσα γίνεται προσφορά.
Ο θάνατος του David Bowie υπήρξε η τελευταία του μεταμόρφωση.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2016

Ο πυρετός του χρυσού


Λέγει ο χρυσός στο μάρμαρο:
- Στα πέρατα του κόσμου
ποιος ήλιος λάμπει ωσάν εμέ, ποιο φως έχει το φως μου;
Εγώ τον κόσμο κυβερνώ, την ευτυχία υφαίνω,
ποδοπατώ την εμορφιά, την ασχημιά ομορφαίνω.
Εγώ οδηγώ στα σκοτεινά του κλέφτη μου το χέρι,
εγώ ακονίζω του φονιά το δίκοπο μαχαίρι.
Εγώ αγοράζω την τιμή και την πουλώ στον δρόμο,
εγώ νικώ την αρετή, καταπατώ τον νόμο.
Περίσσες είν' οι χάρες μου, κ' η δύναμή μου μόνη
κρεμνίζει θρόνους απ' εδώ, θρόνους εκεί στηλώνει...
Εσύ τι κάνεις, μάρμαρο;
Και τ' απαντάει εκείνο:
- Εγώ σε τάφου σκοτεινιά την δύναμή σου κλείνω.
Ιωάννης Πολέμης


Και ξάφνου η όραση γέμισε χρυσάφι. Οι δύο οικογενειακές φωτογραφίες που επέλεξε να αναρτήσει ο δήμαρχος Αμαρουσίου, Γιώργος Πατούλης, ώστε να ευχηθεί χρόνια πολλά στους δημότες, έκαναν τον γύρο του διαδικτύου.
Οι δύο φωτογραφίες, τραβηγμένες στο σαλόνι του σπιτιού του δημάρχου, σχολιάστηκαν φανατικά, αναπαράχθηκαν, παραποιήθηκαν κωμικά.
Βασικός λόγος, ο χρυσός διάκοσμος που πλαισίωνε την αγία δημαρχική οικογένεια: χρυσές κορνίζες, χρυσές καρέκλες, χρυσές μπάλες στο δέντρο, χρυσά πλαίσια, χρυσός πυρετός. Ολη η όραση ένα ατελείωτο χρυσό δόντι.
Η σάτιρα, η παράφραση και η διακωμώδηση δεν είναι απλά τρόποι αντίδρασης, στις μέρες μας είναι και τρόποι επιβίωσης. Γιατί το χρυσάφι έχω την αίσθηση πως πάντοτε κουβάλαγε κάτι αφόρητα χυδαίο.
Κάτι χυδαίο το οποίο μετέφερε με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο από το επίπεδο της ουσίας στην επιφάνεια της όρασης.
Στη συγκεκριμένη φωτογραφία δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μια κορνίζα που απλά περιβάλλει το σώμα της φωτογραφίας, βρισκόμαστε μπροστά στη φωτογραφία ως πρόφαση για την επίδειξη της κορνίζας.
Ο χρυσός δεν εμπεριέχει απλώς τον πλούτο. Ακόμα πιο έντονα τον συμπυκνώνει και τον προβάλλει.
Και ταυτόχρονα συμπυκνώνει τη ματαιοδοξία, την προσπάθεια του ατόμου να επεκταθεί, να πολλαπλασιαστεί πέρα από τον εαυτό του, να σηκωθεί πέρα από τον θάνατο, πέρα από τη φθορά, με τον πιο εύκολο και πιο επιδεικτικό τρόπο, να ορίσει την ίδια την ύπαρξή του μέσα από μια πρόσκαιρη λάμψη.
Ο κάτοχος εκτείνεται μέσω του χρυσού όπως ο ιδιοκτήτης προεκτείνει τον εαυτό του μέσα από τις αχανείς εκτάσεις που κατέχει.
Με τη διαφορά πως εδώ βρισκόμαστε μπροστά στην αναδίπλωση της έκτασης ώστε να κερδηθεί η πυκνότητα.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μια πυκνότητα αποκλειστικά υλική. Αλλά μπροστά σε μια πυκνότητα που συμπυκνώνει όλο το φάντασμα του σύγχρονου νεοελληνικού νεοπλουτισμού.
Τους Ολυμπιακούς Αγώνες και την Κηφισίας, τον Μπάμπη Βωβό και το Χρηματιστήριο, το δέντρο του Αβραμόπουλου και τα σκάνδαλα της μεταπολίτευσης και τόσα ακόμη.
Μέσω της πυκνότητας του χρυσαφιού, ο Γιώργος Πατούλης κατάφερε να χωρέσει στο σαλόνι του μια ολόκληρη πλευρά της πρόσφατα ληγμένης σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.
Τη ματαιοδοξία των '80s, τη μακαριότητα των '90s και τον μεγαλοϊδεατισμό του 2004, τα πρότυπα, τους τρόπους ζωής και τις κραυγαλέες αστοχίες που μας έσυραν έως εδώ. Την κατασκευή, τον στολισμό και την επίδειξη του άδειου ως απόλυτου περιεχομένου.
Οπως είπαμε, ο χρυσός συμπυκνώνει. Αλλά πέρα από τα διάφορα παρελθόντα στοιχεία που μας γεννούν απέχθεια, συμπυκνώνει και τα περιστατικά του παρόντος μας που μας ερεθίζουν με την κακογουστιά τους.
Τον πολιτικό λόγο του Βαγγέλη Μεϊμαράκη και τα διαφημιστικά σποτ του Απόστολου Τζιτζικώστα, την επιχειρηματολογία του Αδωνη Γεωργιάδη και τις ακκιζόμενες μοντερνιές του Ποταμιού, τον βιολογικό συντηρητισμό του ΚΚΕ, το μυθιστόρημα του Γιάννη Πανούση και τον Πάνο Καμμένο (αυτόν ολόκληρο), τα ζεϊμπέκικα της Ολγας Γεροβασίλη και την υπουργική επίσκεψη στον Λαζόπουλο.
Δεν είναι όμως θέμα αισθητικής, είναι θέμα της πολιτικής συμπαραδήλωσης που κουβαλά όλο αυτό το χρυσάφι των γεγονότων.
Την αίσθηση πως είσαι καθηλωμένος. Καθηλωμένος πίσω από ένα παράθυρο, υποχρεωμένος να κοιτάς στο εσωτερικό ενός σπιτιού και να αντικρίζεις το μακάριο χαμόγελο των πατούληδων και των αιώνιων Χριστουγέννων τους.
Παραμένουμε σταθεροί ζητώντας καταφύγιο κάπου στην ησυχία της χάλκινης εποχής μας.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2016

Νύχτα Χριστουγέννων



Η νύχτα φόρεσε τον ύπνο μου. Δεν πρόκειται ποτέ ξανά να κοιμηθώ. Μονάχα εδώ, στο σαλόνι, στάζουν ευχές από προηγούμενες χρονιές, ποτήρια σηκώνονται από μόνα τους στον αέρα και το φεγγάρι αναβοσβήνει στο παράθυρο.
Ενα τσιγάρο ανάβει στα χείλη σου, ύστερα στη φωνή σου και ύστερα πέφτει μέσα σου μέχρι να γίνεις καύτρα ολόκληρος, θέλοντας να ζεστάνεις τη νύχτα όλη και όλους όσοι διασχίζουνε τη νύχτα.
Η πόλη ολόκληρη να καίγεται και ο ύπνος αδιάβροχος να σε προστατεύει από τα πρωινά.
Κανείς απόψε δεν γεννιέται. Και έχει τόση ησυχία στα μέσα των ανθρώπων. Καμία φωνή δεν σηκώνεται, καμία λέξη δεν ταρακουνά τα φύλλα, τα κλαδιά, τους συνειρμούς μας.
Κανείς απόψε δεν γεννιέται, μόνο ανταλλάσσουμε λέξεις, ευχές και κατηγόριες, ειπωμένες με ημερολογιακή ακρίβεια σαν ηχώ που δεν λέει να ξεθυμάνει. Κανείς απόψε.
Είναι τόσο μεγάλη η ερημιά τις νύχτες των γιορτών. Ενώ ταυτόχρονα το πλήθος δεν απουσιάζει. Κάπως σαν η ερημιά να είναι προπομπός ξεσπάσματος, σαν αναμονή για τη στιγμή που όλα θα ξεχυθούν στους δρόμους, διεκδικώντας την κυριαρχία τους πάνω στη στιγμή.
Τα σπίτια στέκουνε εκεί σχεδόν σε ένταση μες στην πυκνότητά τους. Παραγεμισμένα σαν γαλοπούλες, φωτεινά από τα μέσα, χωρίς χρόνο μες στη μόνιμη επίκληση του παρόντος τους.

Κάθετα.
Σχεδόν σαν να περιμένουν την εκκίνηση, σαν έτοιμα να κυριαρχήσουν στη μόνιμη και αδιαπραγμάτευτη θετικότητά τους.
Πόσες φορές δεν στάθηκες εκεί; Υποχρεωμένος στη γιορτή και την ευωχία, στις ευχές που μέσα στην επανάληψή τους ξεχνάς τι σημαίνουν και τι θέλουν. Στο στενό τραπέζι και την πηχτή στιγμή, στους στολισμούς, τα γιορτινά ρούχα, τα καλά μαχαιροπίρουνα.
Ας σηκώσουμε τα ποτήρια μας, λοιπόν, τα μαχαιροπίρουνα στη συνέχεια και τέλος τους εαυτούς μας. Ας κάνουμε μια πρόποση σηκώνοντας τον εαυτό μας, ευχόμενοι στην υγεία του εαυτού που δεν γίναμε.
Αν κάθε στιγμή συνοψίζει τη ζωή μας, για ποια ζωή μιλά ετούτη η στιγμή; Σιωπή. Ή καλύτερα για τη σιωπή.

Για το πώς συναντάς τη σιωπή πάντοτε μες στη φασαρία και στον θόρυβο. Για όλες τις στιγμές που σιώπησαν οι λέξεις. Από αμηχανία, από εξάντληση, ή επειδή καμία λέξη δεν ταίριαξε σε τούτη τη στιγμή.
Μα πώς να προχωρήσεις δίχως λέξεις; Πώς να ευχηθείς χωρίς αυτές; Πώς να μεθύσεις όταν σου λείπει η λέξη «ποτήρι». Ας βρούμε κάτι άλλο. Ας σηκώσουμε τη σιωπή λοιπόν. Ψηλά, πιο ψηλά απ' τα ποτήρια. Τη σιωπή, πρόποση για όσους σιωπήσανε.
Και ύστερα… Παλιές ευχές που δεν ειπώθηκαν. Παλιές συμβουλές που δεν δοθήκαν. Που φτάνουν μέχρι εσένα τώρα σαν γράμματα που επιστράφηκαν και ύστερα ξαναστάλθηκαν. Να είσαι ποιητής κάθε εβδομάδα.
Ακόμη και αν δεν γράφεις. Ακόμα και αν δεν έγραψες ποτέ. Ακόμα και αν γεννήθηκες χωρίς γλώσσα να μιλήσεις. Και παραφράζοντας τον ποιητή: να μην αφήνεις η ζωή να γίνεται ξένη και ο θάνατος βραχνάς.

«Γιατί το θαύμα ήταν πως ζήσαμε χωρίς το θαύμα», σημειώνει κάπου ο Γιάννης Βαρβέρης, κι εσύ βουτάς στον ευλαβικό υλισμό σου, στη φωνή αυτή από χυμούς και χώμα, ολόκληρος ξανά πριν φύγεις για τους δρόμους και πριν ο αέρας παρασύρει τις σκέψεις, τις αναμνήσεις, το σκουφί σου.
Η νύχτα φορά ξανά τον ύπνο σου. Κανείς δεν θα κοιμηθεί απόψε. Και περιμένοντας το ασανσέρ (κανένας ανελκυστήρας δεν πρόκειται να μας ανεβάσει ετούτα τα Χριστούγεννα) έρχεται η τελευταία ανάμνηση πριν από τη νύχτα: ο παλιός φίλος, ο χρόνια πολλά μεγαλύτερός σου, ο φίλος που τώρα έχει χαθεί, να σου διαβάζει πίσω από το γραφείο τους στίχους του Καίσαρα Βαγέχο, προσπαθώντας να σε πείσει για τον εκτός ουρανού και εντός των ανθρώπων άνθρωπο:
«Τότε τα ποιήματά μου θα χορέψουν στο χωράφι σου, / Σιγαλοτραγουδώντας σ' όλα τα μυστικά τους μπρούτζα / Πως ο μικρός Χριστός γεννήθηκε από τη δική σου αγάπη».

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2016

Μονόπρακτοι άνθρωποι





(μνήμη Δημήτρη Κεχαΐδη)

«Θεατρίνοι, Μ.Α.»

Στήνουμε θέατρα και τα χαλνούμε
όπου σταθούμε κι όπου βρεθούμε
στήνουμε θέατρα και σκηνικά,
όμως η μοίρα μας πάντα νικά

και τα σαρώνει και μας σαρώνει
και τους θεατρίνους και το θεατρώνη
υποβολέα και μουσικούς
στους πέντε ανέμους τους βιαστικούς.

Σάρκες, λινάτσες, ξύλα, φτιασίδια,
ρίμες, αισθήματα, πέπλα, στολίδια,
μάσκες, λιογέρματα, γόοι και κραυγές
κι επιφωνήματα και χαραυγές

ριγμένα ανάκατα μαζί μ’ εμάς
(πες μου πού πάμε; πες μου πού πας;)
πάνω απ’ το δέρμα μας γυμνά τα νεύρα
σαν τις λουρίδες ονάγρου ή ζέβρα

γυμνά κι ανάερα, στεγνά στην κάψα
(πότε μας γέννησαν; πότε μας θάψαν;)
και τεντωμένα σαν τις χορδές
μιας λύρας που ολοένα βουίζει. Δες

και την καρδιά μας∙ ένα σφουγγάρι,
στο δρόμο σέρνεται και στο παζάρι
πίνοντας το αίμα και τη χολή
και του τετράρχη και του ληστή.

Γιώργος Σεφέρης Μέση Ανατολή, Αύγουστος ’43



Μονόπρακτοι προχωρούμε, χωρίς παύση, χωρίς κανένα κενό για ξεκούραση, αναστοχασμό, έστω για έναν ελάχιστο ίσκιο σιωπής. Μόνο διάλειμμα στέκει το τέλος.
Και αυτό αμφίβολο, σε ενδεχόμενη άρση μέχρι την αυριανή επανάληψη. Ενα τέλος, έστω για λίγο. Μα η ζωή μάς δίνεται ενιαία. Με ενότητα τόπου, χρόνου και δράσης. Συμπαγής στην ελλειπτικότητα της, μία μέσα στην πολλαπλότητά της, προφορική στη σιωπή της.
Σε μια ευθεία που μονίμως τρέχει προς την αυλαία, την τελική κρίση, την τελευταία θέα των θεατών. Γύρω μας τέταρτοι τοίχοι. Συμπαγείς μάς μονώνουν και μεις πάντοτε έτοιμοι να σπάσουμε τη σύμβαση, να γυρίσουμε προς το κοινό, να οπλίσουμε το χέρι της επαφής.
Μα ποτέ δεν φτάνουμε μέχρις εκεί μη θέλοντας να καταστρέψουμε την τόσο όμορφη σύμβαση, τη θεατρική ετούτη σύμβαση που είναι η ζωή.
Μόνο το χέρι μένει απλωμένο μέσα μας, μια χειρονομία που μέσα μας εκκρεμεί, χωρίς ρόλο, χωρίς διάλογο, χωρίς παραμόρφωση φωτός, μακιγιάζ, κουστουμιών.
Καθόμαστε και βλέπουμε τα λόγια μας, λόγια ειπωμένα και γραμμένα από μας, να περιφέρονται σε στόματα ηθοποιών, στόματα άλλων ανθρώπων, σε ομιλίες που μας συλλαβίζουν χωρίς ποτέ να μας λένε.
Μέσα σε ισόπαλους διαλόγους, μέσα στη μοναξιά και τον μονόδρομο των μονολόγων γινόμαστε λέξεις που κυνηγούνε τα πράγματα, μέχρι η ομιλία να μας τακτοποιήσει.
Εμείς η ηχώ μιας κουβέντας που δεν προηγήθηκε, αυτόφυτοι μέσα στον ήχο, νεόκοποι από τα λεξικά, ψιθυριστοί στις κραυγές μας και ευγενείς στις βλαστήμιες μας.
Ολα σε μια πράξη, αποσπώντας από γύρω μας αντικείμενα που θα μπορέσουν να μιλήσουν για όλα τα άλλα αντικείμενα, θα μπορέσουν να μιλήσουν για τον κόσμο και θα μπορέσουν να μιλήσουν για εμάς. Η βέρα… το τάβλι… οι πικροδάφνες…
Προσπαθώντας τελικά να βρούμε τη λέξη, να δώσουμε τίτλο, έναν τίτλο που θα συνοψίζει τη στιγμή και ταυτόχρονα τη ζωή, αυτή τη σύνοψη του χρόνου που είναι η κάθε ζωή.
Κάποιες φορές- σπάνια ίσως- συναντούμε κάποιον για να μοιραστούμε τη συγγραφή, τη συγγραφή αυτού του ατελείωτου κειμένου που για συντομία ονομάζουμε βίο.
Τοποθετούμε πάνω από τον τίτλο της κοινής δημιουργίας, μαζί δύο ονόματα ξορκίζοντας τη μοναξιά, καταφάσκοντας στη διαπίστωση πως ποτέ κανένα κείμενο δεν γράφτηκε από έναν και μόνο άνθρωπο.
Ολοι ταυτόχρονοι πρωταγωνιστές, ζυγίζουμε τον χρόνο και μοιράζουμε τις στιγμές, επιμένοντας να ενσαρκώνουμε τον ένα ρόλο, τον πρώτο ρόλο που συναντήσαμε στη σκηνή. Μα δεν ταυτιζόμαστε.
Μπορεί οι δύο επιφάνειες να συναντιούνται στη μία και μόνο όψη, αλλά πάντοτε εκεί μέσα κάτι μένει εκτός θέασης. Βαθύ, ανομολόγητο, να ρέει υπόγεια και να ποτίζει σιωπηλά την κάθε μας ερμηνεία χωρίς να αποκαλύπτεται.
Στήνουμε θέατρα και τα χαλνούμε/ όπου σταθούμε κι όπου βρεθούμε. Εμείς μη κατατάξιμοι σε είδη, σχολές και τάσεις. Τραγικά κωμικοί, κωμικές τραγωδίες, δράματα χωρίς δραματικότητα, χωρίς καν δράση.
Μάταια ψάχνουμε γύρω μας σκηνικές οδηγίες. Μάταια γυρεύουμε τον σκηνοθέτη που θα καθοδηγήσει τα βήματά μας. Σιωπή ανάμεσα στους ρόλους, ανάμεσα στις φράσεις, στην είσοδο και την έξοδό μας.
Αυτοσχέδια ερμηνεύουμε, αυτοσχέδια προσπαθούμε να καταλάβουμε ενώ την ίδια στιγμή πράττουμε.
Μόνη σκηνοθεσία η σιωπή. Και μεις μονόπρακτοι προχωρούμε, μονόπρακτοι μέχρι την παύση.
(αυλαία)

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)


Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2015

Το Avatar των Εξαρχείων



Είμαστε ξένοι σ’ αυτή την πόλη
Σ’ αυτή την πόλη είμαστε ξένοι…
Γεράσαμε σ' αυτή την πόλη
Είναι αυτό που λένε: είμαστε ξένοι

(Νίκος Καρύδης, «Ξένοι»
σε μοντάζ Ρένου Αποστολίδη)

Τελευταία όλο και πιο συχνά εμφανίζονται άρθρα που περιγράφουν το άβατο των Εξαρχείων. Τη μηδενιστική τους κουλτούρα, τη βία και τη βρόμα, τις έκνομες πράξεις, την ακολασία, την προσωποποίηση της ανευθυνότητας της σημερινής μας νεολαίας.
Τα άρθρα καταγγέλλουν την παράφραση αυτή που είναι τα Εξάρχεια, την παρανομία, την ανοχή της πολιτείας στο φαινόμενο Εξάρχεια. Το Αβατο αυτού του μη-τόπου, όπου οι αθώοι δεν τολμούν να διαβούν, οι ορθοί λοιδορούνται και οι επιπόλαιοι κυριαρχούν.

Στα συγκεκριμένα ρεπορτάζ τα Εξάρχεια δεν είναι τόπος. Πιο πολύ είναι κινηματογραφικός χαρακτήρας.
Μοιρασμένος σε χιλιάδες ανώνυμες ενσαρκώσεις περιφέρει την καταστροφική μανία του φέρνοντας φωτιά, στάχτη και τρόμο σαν έναν μονοσήμαντο κακό από κάποια περιπέτεια δεύτερης διαλογής.
Εδώ οι αναρχικοί πετούν, οι άστεγοι κατοικούν, οι μετανάστες αποκαλύπτουν το πραγματικό τους προσωπείο, τα αυτοκίνητα κυκλοφορούν μόνο καμένα και τα παιδιά τρέφονται αποκλειστικά με ηρωίνη.
Η λέξη ΣΟΚ βρίσκεται πάντοτε με κεφαλαία στους τίτλους που συνοδεύουν τα τηλεοπτικά ρεπορτάζ τα σερβιρισμένα ανάμεσα σε μπότοξ τηλεπαρουσιαστών, καταγγελίες αθώων φιλήσυχων, φωτογραφίες φρέσκιας φωτιάς και γερές δόσεις ηθικού πανικού.
Μα στην πραγματικότητα δεν βρισκόμαστε μπροστά σε ένα άβατο, αλλά σε ένα παραφρασμένο Αβαταρ, σε μια εικονική παραμόρφωση μέσω της υπερβολής, σε μια καταγραφή που εξαφανίζει την ουσία ενώ ταυτόχρονα γιγαντώνει την (επιλεγμένη) λεπτομέρεια προσπαθώντας να την καταστήσει ουσία.

Τα συγκεκριμένα άρθρα ζέχνουν ηθικισμό ταινιών τύπου «Κατήφορος», πασπαλισμένα με έναν θρησκόληπτο πουριτανισμό χωρίς θρησκεία, αντικατεστημένο από τον επαρχιώτικο κοσμοπολιτισμό μιας ευταξίας, μιας δήθεν ευρωπαϊκής ορθότητας όπου το κράτος σέβεται τον πολίτη και ο πολίτης το κράτος και όλα βρίσκονται βαλσαμωμένα στην ιλουστρασιόν λειτουργικότητά τους.
Χωρίς αντιθέσεις, χωρίς διαφωνίες, χωρίς διεκδικήσεις.

Πάντοτε με εκνεύριζε πως όταν έπρεπε να μιλήσεις για τα Εξάρχεια έπρεπε ταυτόχρονα να αναφέρεις τα μπάχαλα, λες και η συγκρουσιακή κατάσταση είναι θέμα τοπικό σαν τον δάκο στη Μεσσηνία ή τον Μπέο στον Βόλο.
Εκτός κοινωνικού πλαισίου, εκτός προσπάθειας εξήγησης ή αντίληψης, τα όποια γεγονότα αποσπώνται από αιτίες και περιγράφονται ως αυθύπαρκτες αφορμές που αυτοτροφοδοτούν την ύπαρξή τους με την ύπαρξή τους.

Και όμως, εκεί που οι διάφοροι θα βλέπουν τρομαγμένα παιδιά από τους αναρχικούς και τους μετανάστες, εμείς θα βλέπουμε παιδιά που μαθαίνουν να συλλαβίζουν τη συνύπαρξη και την αλληλεγγύη· εκεί που βλέπουν διάλυση του δεσμού, εμείς βλέπουμε μια πρώτη χειραψία· εκεί που θα βλέπουν βρόμα και σκουπίδια, εμείς θα βλέπουμε τις ατελείωτες κουβέντες που έστρωσαν τους δρόμους των Εξαρχείων.
Εκεί που οι άλλοι βλέπουν στάχτη και τυφλή βία, εμείς θα βλέπουμε τους σπόρους μια δημιουργίας (ακόμη και αν αυτή φορά γυαλιά).

Για πολλούς από εμάς τα Εξάρχεια αποτέλεσαν τη μόνη γειτονιά.
Οχι τη γειτονιά που γεννηθήκαμε ή μεγαλώσαμε, αλλά τη γειτονιά που ποτέ δεν σταματήσαμε να επισκεπτόμαστε πάντοτε, όλοι μαζί, ακόμη και όταν ήμαστε μόνοι.
Τη γειτονιά που στέγασε όλες τις άλλες γειτονιές. Εναν τόπο συνάντησης που τον κατοικούσες μόνο όταν δεν τον κατοικούσες.
Ηταν οι γείτονες στον άλλο χρόνο και τον άλλο χώρο που εδώ συναντούσες.

Οσο κι αν μας κουράζουν σήμερα, τα Εξάρχεια θα είναι οι παρελθούσες συναντήσεις και οι συναντήσεις μας με το παρελθόν, το ακαριαίο του παρόντος μιας τυχαίας γνωριμίας και το μέλλον του κάθε τυχαίου ενδεχόμενου.
Χρωστάμε όλοι μας μια συγγνώμη από αυτή την περιοχή. Κι εμείς ακόμη που την αντιλαμβανόμαστε σαν γειτονιά μας αλλά τη βαραίνουμε ανελλιπώς με τα 30, τα 40, τα 50 μας χρόνια.
Μια συγγνώμη γιατί καθημερινά προσπαθούμε να πείσουμε τους εαυτούς μας πως ωριμάσαμε, πως μεγαλώσαμε, πως δεν χωράμε σε παλιές συμπεριφορές.

Μια συγγνώμη για όλο το αυθόρμητο που χάθηκε στους σχεδιασμούς μας, στο ξαφνικό που χάθηκε στον προγραμματισμό, στις νύχτες που χάθηκαν στο ξημέρωμα.
Και ας βλέπουν οι άλλοι φωτιές στα Εξάρχεια. Εμείς θα βλέπουμε μονάχα ξημερώματα.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2015

Θυμάμαι, ναι, θυμάμαι




Εκείνο το δόντι λυκόσκυλο
Τον παιδικό μου πέρασα χρόνο
Ταΐζοντας με χρυσόψαρα ένα λυκόσκυλο
πήρε μέγεθος τόσο
που πια δεν μπορώ να το δω
***
Τώρα ο χρόνος
ένα κίτρινο στραμπουλιγμένο
και από το στόμα να φτύνει αντίχειρες
***
Τώρα ο άνθρωπος χωρίς αφή
φοράει τα γάντια του
και τα νοήματα παρακαλούν τα δελτία για βροχές.
Κορμοί σπίρτων ανθισμένων
Πέφτουν ολόγυρα σαν το σκοτάδι
***
-Δες το σκοτάδι σε περιμένει
απέραντο και οικείο
όταν ξυπνάς για νερό
και χάνεσαι στα αποστηθισμένα βήματα.
Μια λάθος στροφή
Και βρίσκεσαι πίσω απ' τον ύπνο.
***
Καθισμένη στην καρέκλα
Μέσα απ' τα παράθυρα να κοιτάς
και ο καπνός του τσιγάρου σου
τέλεια καλλιγραφία του τυχαίου
Μέσα απ' τα παράθυρα να κοιτάς
και αυτή η βροχή
μισή H2O
και μισή θαύμα
***
Τώρα
πάω στον χρόνο
που με κοίταξε
πρώτη φορά
ο πατέρας

Μέσα στα γεγονότα ο άνθρωπος παραμένει σταθερός. Τίποτα δεν παρεμβαίνει ανάμεσα σε αυτόν και τον εαυτό του. Μονοκόμματος, ακέραιος στο σχήμα που αυτός ορίζει για τον εαυτό του.
Μόνιμος θεατής των ενεργειών του, μόνιμα παρών, συντελεσμένος σε αυτό που τον συντελεί. Τρέχοντας δίπλα στη σταθερότητα των πραγμάτων γύρω του.
Αναζητώντας την ταχύτητα του ίδιου του του Εγω σε μια σταθερή παρέλαση πραγμάτων.
Είναι και αυτό μια ευκολία, ένας τρόπος να περνά ο χρόνος δίχως βάρος.

Να είναι η καθημερινότητα καθημερινή, πλωτή η ώρα και τα λεπτά στρογγυλά σαν αυγά.
Ολα συμφωνημένα ανάμεσα στον εαυτό και τον εαυτό του απλά συμβαίνουν. Γεμίζοντας ιλουστρασιόν ημερολόγια, αξύριστους καθρέφτες, επιβεβαιώνοντας τον χρόνο σε ρολόγια.
Κι όμως υπάρχει μια στιγμή που ο άνθρωπος αδειάζει. Σαν το παρόν να άνοιξε απότομα τις καταπακτές και σε μια στιγμή αντίστροφης βαρύτητας όλο το αμπάρι του ανθρώπου να χύνεται στο κατάστρωμά του.

Και κει ο χρόνος βγαίνει ένας και ενιαίος. Χωρίς παρελθόν και μέλλον, χωρίς ανάμνηση και προσδοκία, ακύρωση και επιδίωξη.
Κι εσύ παύεις να είσαι μια πραγματικότητα σε ροή. Γίνεσαι στιγμή ακαριαία που εμπεριέχεις τα προηγούμενα. Και τα μέλλοντα επίσης αλλά όχι ως ενδεχόμενα αλλά ως συντελεσμένα γεγονότα.
Είναι αυτή η στιγμή μια άλλη μνήμη που σου υπενθυμίζει τη σημασία και τη ρευστότητας της μνήμης. Και είναι η ρευστότητα αυτή που ορίζει και τη ρευστότητα του εαυτού.
Και αν θέλω να πω κάτι εδώ είναι ακριβώς, γι’ αυτό το θυμάμαι, ναι, θυμάμαι. Για τα αυλάκια της μνήμης και τη σοδειά στις όχθες τους.

Υποβιβάζουμε συχνά την ανάμνηση σε μια νοερή επιστροφή στο παρελθόν. Είναι όμως μονάχα αυτό; Μαζί με όσα έγιναν, θυμόμαστε πράγματα που δεν έχουν γίνει, πράγματα που δεν συνέβησαν ποτέ (και το γνωρίζουμε), μα είναι ήδη αναμνήσεις μας, φτιαγμένες με όμοια υλικά. Και ακόμη και αν δεν έχουν συμβεί, συμβαίνουν. Ανάμνηση και επιθυμία στον ίδιο χρόνο.
Συνορεύουμε. Μονίμως συνορεύουμε. Γι' αυτό και η τάση μας να αντιμετωπίζουμε τα όνειρα λίγο-πολύ σαν να είναι πραγματικά.
Να μας ορίζουν τη διάθεση, τη στάση μας απέναντι σε κάποιον που μόλις ζήσαμε μαζί στο όνειρό μας και κάποιες φορές για ασήμαντα γεγονότα να μην μπορούμε να ξεχωρίσουμε αν κάτι όντως έγινε ή είναι προϊόν του ύπνου.

Με τρόπο όμοιο με τα όνειρα, συνορεύουμε στις σκοτεινές αίθουσες. Στα θέατρα και τους κινηματογράφους, το σκοτάδι μάς βάζει να εστιάσουμε εκεί που υπάρχει κίνηση.
Το σκοτάδι κυκλώνει τη σκηνή και την οθόνη με τον ίδιο τρόπο που κυκλώνει και τον ύπνο μας. Γι' αυτό και αν κάτι δεν είναι πειστικό μέσα στην αίθουσα, μας παίρνει ο ύπνος.
Τις μέρες του πιο έντονου παρόντος, μέρες σαν τις σημερινές, αρεσκόμαστε στο να ανατρέχουμε, να αναπολούμε, να προσποιούμαστε πως θυμόμαστε. Και όμως, δεν θυμόμαστε.
Στην πραγματικότητα φτιάχνουμε το παρελθόν με βάση το παρόν μας, φτιάχνουμε γεγονότα που ποτέ δεν ήταν εκεί και τώρα τα τοποθετούμε.
Είναι πολλές ζωές αυτές που ζούμε στο παρόν μας και το παρελθόν μας γεμάτο επιλογές. Και όλος ο χρόνος βρίσκεται πάντοτε εδώ γεμάτος πρόσωπα από το παρελθόν και από το μέλλον.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2015

Ο ποιητής και ο θάνατος



η τέχνη κι’ η ποίηση
δεν μας βοηθούν να ζήσουμε:
η τέχνη και η ποίησις μας βοηθούνε
να πεθάνουμε

περιφρόνησις απόλυτη
αρμόζει
σ’ όλους αυτούς
τους θορύβους
τις έρευνες
τα σχόλια επί σχολίων
που κάθε τόσο ξεφουρνίζουν
αργόσχολοι και ματαιόδοξοι γραφιάδες
γύρω από τις μυστηριώδικες κι’ αισχρές συνθήκες
της εκτελέσεως του κακορρίζικου του Λόρκα
υπό των φασιστών

μα επί τέλους! πια ο καθείς γνωρίζει
πως
από καιρό τώρα
― και προ παντός στα χρόνια τα δικά μας τα σακάτικα ―
είθισται
να δολοφονούν
τους ποιητάς

Το ποίημα του Εγγονόπουλου για το θάνατο του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα αντηχεί μες τον καιρό και περιγράφει τις τύχες των ποιητών στα ασφυκτικά καθεστώτα. Εκτός του συγκεκριμένου ιστορικού πλαισίου έρχεται να περιγράψει την τύχη του ποιητή μέσα στις κοινωνίες και τις εποχές.
Το ποίημα έρχεται συνήθως να μιλήσει μεταφορικά. Μέσα από την υπερβολή της τελικής διαπίστωσης περιγράφει την μοίρα των ποιητών στις κοινωνίες. Μα είναι φορές που οι μεταφορές γίνονται κυριολεξίες χωρίς να χρειαστεί να αλλάξεις μια λέξη.

Ο Άσραφ Φάγιαντ

Ο παλαιστίνιος ποιητής Άσραφ Φάγιαντ καταδικάστηκε πρόσφατα σε θάνατο από το δικαστήριο της Σαουδικής Αραβίας. Ο 35χρονος κατηγορήθηκε για το αδίκημα της αποστασίας (ότι αρνήθηκε, δηλαδή, τη μουσουλμανική θρησκεία). Είχε συλληφθεί από τη θρησκευτική αστυνομία της χώρας το 2013 και στη συνέχεια συνελήφθη και πάλι και δικάστηκε στις αρχές του 2014. Μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι άκουσε τον παλαιστίνιο ποιητή να βρίζει τον προφήτη Μωάμεθ και τη Σαουδική Αραβία. Περαιτέρω απόδειξη στάθηκε η ποιητική συλλογή «Οδηγίες χρήσεως εντός», που είχε γράψει πριν από χρόνια. Σύμφωνα με τις αρχές της Σαουδικής Αραβίας το βιβλίο προωθεί τον αθεϊσμό. Ο ίδιος σε σχέση με το βιβλίο του δήλωσε: «Με κατηγόρησαν προσωπικά για άθεο και για το ότι προσπάθησα να εξαπλώσω ιδέες περί αθεϊσμού στην κοινωνία. Το βιβλίο μου, που εκδόθηκε το 2008, αναφερόταν σε εμένα ως παλαιστίνιο πρόσφυγα και αφορούσε πολιτισμικά και φιλοσοφικά ζητήματα. Οι θρησκόληπτοι εξτρεμιστές, όμως, το μετέφρασαν ως “καταστροφικές ιδέες εναντίον του Θεού”». Ο ποιητής συμμετείχε στη Μπιενάλε της Βενετίας το 2013, ενώ υπήρξε και κεντρικό μέλος του αγγλοσαουδικού οργανισμού Edge of Arabia.
Μια σειρά από διεθνείς καλλιτεχνικούς οργανισμούς, φορείς και μεμονωμένους καλλιτέχνες όπως η δαφνοστεφής ποιήτρια της Αγγλίας Κάρολ Αν Ντάφυ ή ο θεατρικός συγγραφέας Ντέιβιντ Χέαρ καταδίκασαν τη στάση της Σαουδικής Αραβίας, προέβησαν σε κινητοποιήσεις και ψηφίσματα, ζητώντας να ενημερώσουν τον κόσμο και να αποτρέψουν την απόφαση.

Σύμβολο της δυτικής υποκρισίας

Η Σαουδική Αραβία μοιάζει με προβολή ενός ISIS από το μέλλον. Μια αναγνωρισμένη χώρα, πλούσια και αυτοτελής, που απολαμβάνει διεθνή αμνηστία για τις καθημερινές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Που απολαμβάνει ασυλία, ενώ είναι γνωστό ότι εμπλέκεται και χρηματοδοτεί την τρομοκρατία σε μεγαλύτερο βαθμό από οποιαδήποτε άλλη χώρα.
Στη χώρα ο θάνατος είναι το μέτρο της δικαιοσύνης. Από την αρχή του 2015 μέχρι σήμερα έχουν εκτελεστεί 151 άνθρωποι (με βάση τα στατιστικά της Διεθνούς Αμνηστίας), η συντριπτική πλειοψηφία τους με δημόσιο αποκεφαλισμό (με χρήση ξίφους). Εγκλήματα, όπως το σεξ εκτός γάμου, η κλοπή αυτοκινήτου, η μαγεία ή η βλασφημία, τιμωρούνται με θάνατο από τα θρησκευτικά δικαστήρια της χώρας.
Φυσικά, όλα αυτά είναι λίγο πολύ γνωστά (ή έστω εύκολα προσβάσιμα ως πληροφορίες) και η ζωή του Άσραφ Φάγιαντ είναι ακόμη μια ζωή που θα χαθεί μέσα στη στατιστική της θρησκευτικοπολιτικής αιματοχυσίας. Στις μέρες που ζούμε, όμως, η Σαουδική Αραβία αναδεικνύεται σε παγκόσμιο σύμβολο της δυτικής υποκρισίας. Κάθε φράση, κάθε επιχείρημα και κάθε επίθετο που χρησιμοποιείται απέναντι στον ISIS μένει στο κενό από τη στιγμή που όχι μόνο δεν υπάρχουν κυρώσεις (ή έστω) για τη Σαουδική Αραβία, αλλά αποτελεί προνομιακό οικονομικό συνομιλητή πολλών δυτικών χωρών με χαρακτηριστικότερες τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η στάση αυτή περιγράφει, ταυτόχρονα, και τη στάση απέναντι στον ISIS. Το πόσο διάτρητη είναι η κάθε αναφορά σε αξίες, αρχές και κατακτήσεις από αρχηγούς κρατών. Το πώς χρησιμοποιούνται ως απλές προφάσεις και καινές αφηγήσεις ανάλογα με τον άνεμο του κέρδους και της συγκυρίας.
Ο Άσραφ Φάγιαντ δεν αποτελεί, λοιπόν, απλώς μια μονάδα σε μια στατιστική, αλλά αναδεικνύεται σε μάρτυρα της δυτικής υποκρισίας. Ακόμη και γιατί η εξαίρεσή του από τον κατάλογο των ανώνυμων (για τη δύση) θυμάτων του Σαουδαραβικού καθεστώτος προκύπτει με υποκριτικό τρόπο από την πλευρά των δυτικών. Είναι η ιδιότητα του ποιητή αυτή που τον κάνει να διαφέρει, αυτή που ξεσηκώνει την αγανάκτηση. Όλα τα υπόλοιπα θύματα είναι τυχαία περιστατικά, περιπτώσεις που δεν θα επιλεχθούν και δεν θα ξεσηκώσουν συνειδήσεις. Μακρινές υποθέσεις, μακρινών χωρών. Θλιμμένες περιπτώσεις, αχρείαστο βάρος.
Είναι η ίδια ακριβώς υποκρισία που υπερασπίζεται τον Φάγιαντ, αυτή που ταυτόχρονα τον καταδικάζει. Και ο τίτλος του ποιητή ανέπαφος ανάμεσα στις δύο, μπροστά από τον θάνατο και πέρα απ’ τη ζωή.
Και με το παράδειγμά του –το παράδειγμα που ο ίδιος δεν επέλεξε- να κάνει τις υποκρισίες να λάμπουν πρόστυχα και οι στίχοι ενός άλλου Σαουδάραβα ποιητή του Φερεϊντούν Φαριάντ να έρχονται στην επιφάνεια:

 Στον μαυροπίνακα της νύχτας
μ’ ένα κομμάτι κιμωλία γράψε:
φως, φως, φως.
Ποιητής είσαι.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Το αποτέλεσμα των εκλογών της Νέας Δημοκρατίας



Η πραγματικότητα στις μέρες που διανύουμε εμφανίζεται μπροστά μας σαν ένα ατελείωτο εκκρεμές ανάμεσα στη φρίκη και τη γελοιότητα.
Και ίσως η γελοιότητα να λειτουργεί εκτονωτικά ως διάλειμμα από τις εικόνες φρίκης με τις οποίες ερχόμαστε καθημερινά σε επαφή, την ευρύτερη ρευστότητα, το ανακάτωμα των ισορροπιών, όμως τις πραγματικές της διαστάσεις τις παίρνει όταν γίνει αντιληπτή σε συνάρτηση με το άλλο άκρο του εκκρεμούς.
Η ανικανότητα στις μέρες μας είναι πολυτέλεια. Πόσο μάλλον όταν αφορά αυτούς που παίρνουν αποφάσεις.
Η έκτακτη κατάσταση την οποία διανύουμε απαιτεί και μια έκτακτη συνθήκη εγρήγορσης και αντιμετώπισης.
Και αυτό γιατί δεν διακυβεύεται μονάχα το ενδεχόμενο μιας λανθασμένης απόφασης σε μια εποχή που δεν επιτρέπει λάθη. Αλλά γιατί συμβάλλει πολλαπλασιαστικά στη συνολική απαξίωση της πολιτικής σφαίρας.
Είναι άστοχο λοιπόν να αντιμετωπίσουμε το φιάσκο των εκλογών της Νέας Δημοκρατίας ως ένα χαριτωμένο ανέκδοτο το οποίο συνέβη και στη συνέχεια πέρασε. Ή ως μια τεχνικής φύσεως αστοχία η οποία θα διορθωθεί ύστερα από δύο εβδομάδες.
Οσο αυστηρό και να φαίνεται, η διαδικασία της προηγούμενης Κυριακής αποτελεί μια διαδικασία με πολύ πιο σύνθετη καταγραφή από ένα απλό φιάσκο.
Αντίθετα λοιπόν απ’ όσα πιστεύουμε, οι εκλογές στη Νέα Δημοκρατία και έγιναν και είχαν συγκεκριμένο εκλογικό αποτέλεσμα.
Το θέμα είναι πως το αποτέλεσμα αυτό δεν ταυτίζεται με ένα από τα τέσσερα ενδεχόμενα που ορίστηκαν ως επιθυμητά με την ανακοίνωση έναρξης της διαδικασίας, δεν προσδιορίζεται από τις προθέσεις ή τις διαθέσεις όσων θέλησαν να συμμετάσχουν στη διαδικασία και να διαμορφώσουν αυτό το αποτέλεσμα.
Η αδυναμία διεξαγωγής εκλογών, η ανικανότητα της ομαλής λειτουργίας, η απώλεια του κέντρου λήψης αποφάσεων, η θολή πολιτική εικόνα, η παρεμπόδιση (έστω και λόγω ανικανότητας στη συγκεκριμένη περίπτωση) των ψηφοφόρων να διαμορφώσουν την τελική πολιτική απόφαση είναι και αυτά συγκεκριμένα αποτελέσματα.
Απολύτως ορατά, απολύτως πρακτικά και απολύτως συγκεκριμένα.
Ορίζουν όχι μόνο την παρούσα κατάσταση της Νέας Δημοκρατίας αλλά εγγράφονται και ως στοιχεία της πολιτικής ζωής του τόπου.
Απεικονίζουν, ενσαρκώνουν και πολλαπλασιάζουν την κυρίαρχη απαξίωση της πολιτικής από τους πολίτες, την αίσθηση αδιεξόδου, τη δυσπιστία ως προς τις ικανότητες των πολιτικών κομμάτων και του φθαρμένου πολιτικού προσωπικού, την προσχηματική συμμετοχή των πολιτών στη λήψη αποφάσεων.
Ο επόμενος αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας δεν θα είναι διάδοχος ενός προηγούμενου αρχηγού αλλά μιας πρότερης κατάστασης.
Μιας κατάστασης έριδας, εσωστρέφειας και ανικανότητας. Μιας διαδικασίας όπου δεν παράγεται πολιτική λόγω τεχνικού κωλύματος. Φορέας μιας εικόνας αποσύνθεσης και αποσταθεροποίησης.
Είναι άλλωστε ενδεικτικό πως στο πλαίσιο διαχείρισης του συγκεκριμένου θέματος ο πολιτικός γίγαντας Ανδρέας Παπαμιμίκος αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο σαμποτάζ.
Η συγκεκριμένη αντίδραση δεν έχει ως στόχο μόνο να αποδώσει αλλού τις ευθύνες αλλά ταυτόχρονα -και ίσως περισσότερο- να θέσει σε ένα γνωστό και οικείο σχήμα μια πρωτόγνωρη κατάσταση.
Να ανασυντάξει το χάος άνευ όρων, ακόμη και υιοθετώντας ανεδαφικά σενάρια στα όρια της γελοιότητας.
Η μορφή που έχει σήμερα η Νέα Δημοκρατία θυμίζει αραβικό κράτος μετά από βομβαρδισμό. Μια διασπασμένη ενότητα με χαμένο το κέντρο εξουσίας, όπου τοπικοί φύλαρχοι ορίζουν τις δικές τους σφαίρες επιρροής αναζητώντας την έφοδο στον ουρανό (βλ. π.χ. Λιβύη).
Ετσι, την περίοδο ανάμεσα στην ήττα και την (ενδεχόμενη) ανάδειξη νέου αρχηγού, η Νέα Δημοκρατία γίνεται το πιο χαρακτηριστικό κόμμα της κρίσης.
Αυτό που την αντιπροσωπεύει έμπρακτα με τα αποτελέσματα χαραγμένα ακόμα και στην ίδια τη φυσιογνωμία της.
Ενα κόμμα σε ένταση και εμφύλιο, με αμφίβολο παρόν και μέλλον. Ενα γεγονός χωρίς συγκεκριμένα ιδεολογικά επίδικα (μόνο με διαφορετικές δοσολογίες Ακροδεξιάς).
Μια τοξική κατάσταση ικανή να σπρώξει την κυβέρνηση στην αλαζονεία του δρομέα που προπορεύεται χωρίς αντίπαλο.
Η Νέα Δημοκρατία κατάφερε κάτι το οποίο κανένα άλλο κόμμα που χάθηκε ως αποτέλεσμα της κρίσης δεν είχε καταφέρει.
Οχι να εξαφανιστεί αλλά να παραμείνει νεκροζώντανη, περιφέροντας ταυτόχρονα το νεκρό παρελθόν και το ακυρωμένο μέλλον της, αποδεικνύοντάς μας σε κάθε της βήμα τη ρευστότητα των καιρών, τις πολιτικές μεταμορφώσεις και το γεγονός πως σήμερα κάθε τι συνορεύει με το χάος.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)