Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2016

Μονόπρακτοι άνθρωποι





(μνήμη Δημήτρη Κεχαΐδη)

«Θεατρίνοι, Μ.Α.»

Στήνουμε θέατρα και τα χαλνούμε
όπου σταθούμε κι όπου βρεθούμε
στήνουμε θέατρα και σκηνικά,
όμως η μοίρα μας πάντα νικά

και τα σαρώνει και μας σαρώνει
και τους θεατρίνους και το θεατρώνη
υποβολέα και μουσικούς
στους πέντε ανέμους τους βιαστικούς.

Σάρκες, λινάτσες, ξύλα, φτιασίδια,
ρίμες, αισθήματα, πέπλα, στολίδια,
μάσκες, λιογέρματα, γόοι και κραυγές
κι επιφωνήματα και χαραυγές

ριγμένα ανάκατα μαζί μ’ εμάς
(πες μου πού πάμε; πες μου πού πας;)
πάνω απ’ το δέρμα μας γυμνά τα νεύρα
σαν τις λουρίδες ονάγρου ή ζέβρα

γυμνά κι ανάερα, στεγνά στην κάψα
(πότε μας γέννησαν; πότε μας θάψαν;)
και τεντωμένα σαν τις χορδές
μιας λύρας που ολοένα βουίζει. Δες

και την καρδιά μας∙ ένα σφουγγάρι,
στο δρόμο σέρνεται και στο παζάρι
πίνοντας το αίμα και τη χολή
και του τετράρχη και του ληστή.

Γιώργος Σεφέρης Μέση Ανατολή, Αύγουστος ’43



Μονόπρακτοι προχωρούμε, χωρίς παύση, χωρίς κανένα κενό για ξεκούραση, αναστοχασμό, έστω για έναν ελάχιστο ίσκιο σιωπής. Μόνο διάλειμμα στέκει το τέλος.
Και αυτό αμφίβολο, σε ενδεχόμενη άρση μέχρι την αυριανή επανάληψη. Ενα τέλος, έστω για λίγο. Μα η ζωή μάς δίνεται ενιαία. Με ενότητα τόπου, χρόνου και δράσης. Συμπαγής στην ελλειπτικότητα της, μία μέσα στην πολλαπλότητά της, προφορική στη σιωπή της.
Σε μια ευθεία που μονίμως τρέχει προς την αυλαία, την τελική κρίση, την τελευταία θέα των θεατών. Γύρω μας τέταρτοι τοίχοι. Συμπαγείς μάς μονώνουν και μεις πάντοτε έτοιμοι να σπάσουμε τη σύμβαση, να γυρίσουμε προς το κοινό, να οπλίσουμε το χέρι της επαφής.
Μα ποτέ δεν φτάνουμε μέχρις εκεί μη θέλοντας να καταστρέψουμε την τόσο όμορφη σύμβαση, τη θεατρική ετούτη σύμβαση που είναι η ζωή.
Μόνο το χέρι μένει απλωμένο μέσα μας, μια χειρονομία που μέσα μας εκκρεμεί, χωρίς ρόλο, χωρίς διάλογο, χωρίς παραμόρφωση φωτός, μακιγιάζ, κουστουμιών.
Καθόμαστε και βλέπουμε τα λόγια μας, λόγια ειπωμένα και γραμμένα από μας, να περιφέρονται σε στόματα ηθοποιών, στόματα άλλων ανθρώπων, σε ομιλίες που μας συλλαβίζουν χωρίς ποτέ να μας λένε.
Μέσα σε ισόπαλους διαλόγους, μέσα στη μοναξιά και τον μονόδρομο των μονολόγων γινόμαστε λέξεις που κυνηγούνε τα πράγματα, μέχρι η ομιλία να μας τακτοποιήσει.
Εμείς η ηχώ μιας κουβέντας που δεν προηγήθηκε, αυτόφυτοι μέσα στον ήχο, νεόκοποι από τα λεξικά, ψιθυριστοί στις κραυγές μας και ευγενείς στις βλαστήμιες μας.
Ολα σε μια πράξη, αποσπώντας από γύρω μας αντικείμενα που θα μπορέσουν να μιλήσουν για όλα τα άλλα αντικείμενα, θα μπορέσουν να μιλήσουν για τον κόσμο και θα μπορέσουν να μιλήσουν για εμάς. Η βέρα… το τάβλι… οι πικροδάφνες…
Προσπαθώντας τελικά να βρούμε τη λέξη, να δώσουμε τίτλο, έναν τίτλο που θα συνοψίζει τη στιγμή και ταυτόχρονα τη ζωή, αυτή τη σύνοψη του χρόνου που είναι η κάθε ζωή.
Κάποιες φορές- σπάνια ίσως- συναντούμε κάποιον για να μοιραστούμε τη συγγραφή, τη συγγραφή αυτού του ατελείωτου κειμένου που για συντομία ονομάζουμε βίο.
Τοποθετούμε πάνω από τον τίτλο της κοινής δημιουργίας, μαζί δύο ονόματα ξορκίζοντας τη μοναξιά, καταφάσκοντας στη διαπίστωση πως ποτέ κανένα κείμενο δεν γράφτηκε από έναν και μόνο άνθρωπο.
Ολοι ταυτόχρονοι πρωταγωνιστές, ζυγίζουμε τον χρόνο και μοιράζουμε τις στιγμές, επιμένοντας να ενσαρκώνουμε τον ένα ρόλο, τον πρώτο ρόλο που συναντήσαμε στη σκηνή. Μα δεν ταυτιζόμαστε.
Μπορεί οι δύο επιφάνειες να συναντιούνται στη μία και μόνο όψη, αλλά πάντοτε εκεί μέσα κάτι μένει εκτός θέασης. Βαθύ, ανομολόγητο, να ρέει υπόγεια και να ποτίζει σιωπηλά την κάθε μας ερμηνεία χωρίς να αποκαλύπτεται.
Στήνουμε θέατρα και τα χαλνούμε/ όπου σταθούμε κι όπου βρεθούμε. Εμείς μη κατατάξιμοι σε είδη, σχολές και τάσεις. Τραγικά κωμικοί, κωμικές τραγωδίες, δράματα χωρίς δραματικότητα, χωρίς καν δράση.
Μάταια ψάχνουμε γύρω μας σκηνικές οδηγίες. Μάταια γυρεύουμε τον σκηνοθέτη που θα καθοδηγήσει τα βήματά μας. Σιωπή ανάμεσα στους ρόλους, ανάμεσα στις φράσεις, στην είσοδο και την έξοδό μας.
Αυτοσχέδια ερμηνεύουμε, αυτοσχέδια προσπαθούμε να καταλάβουμε ενώ την ίδια στιγμή πράττουμε.
Μόνη σκηνοθεσία η σιωπή. Και μεις μονόπρακτοι προχωρούμε, μονόπρακτοι μέχρι την παύση.
(αυλαία)

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)


1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Συγχαρητήρια για αυτό το υπέροχο κείμενο