Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2016

Σύνορα



Μεταναστευτικά πουλιά
πάσχει είπαν η χώρα
από αιμορραγική νόσο
αδύνατη άνοιξη
και πονοκέφαλος
-εξάνθημα η φιλοξενία
μια νύμφη του κακού καιρού
από τη Σενεγάλη
κοιμήθηκε στα Αντικύθηρα
είναι και ο ύπνος
μια άμυνα απέναντι στο δρόμο
το περιβάλλον
δεν είναι και τόσο φυσικό
ανώριμα θηλαστικά
ανώριμα θηλάζουν
τι κι αν είμαστε
οι καλύτεροι ξενιστές
το φταίξιμο
θα πέφτει πάντα
σ' έναν
κοκκινο-
λαίμη
Κυριάκος Συφιλτζόγλου από τη συλλογή «Με ύφος Ινδιάνου»


Συνορεύουμε, ατελείωτα συνορεύουμε, έδαφος εμείς και εμείς σύρμα. Κάτοικοι και ταυτόχρονοι καταπατητές. Καταφύγιο το σώμα και ταυτόχρονα εξορία.
Χώρος μέσα στον χώρο, κίνηση μες στην ακινησία, στάση μες στο περπάτημα.
Τα σύνορά μας ρευστά, μετακινούμενα ανάμεσα σε άλλα σώματα, σε επαφή με άλλα σύνορα. Επικράτειες μετακινούμενες με διαδοχικούς γείτονες, διμερείς σχέσεις, διπλωματικά επεισόδια.
Κάθετες γεωγραφίες περιπλανώμενες, εδάφη διαμπερή στη μετακίνησή τους. Σώματα γεωπολιτικά, οριζόμενα από χώμα και νόμο, σώματα προτεκτοράτα υποταγμένα από την ανάγκη και την εξάρτηση.
Εντός του συνόρου, εντός του ορίου. Το όριο μου δίνει το σχήμα, το σημείο που τελειώνω είναι το σημείο που είμαι.
Μορφές σχηματοποιημένες από το «μέχρι εδώ», αναζητώντας πάντα προέκταση, λαίμαργοι για επιπλέον μέγεθος, για επιπλέον χώρο μέσα στον χώρο.
Εδώ όμως ασφυκτιάς. Σαν το σώμα να κατέληξε δοχείο σε μικρότερο σχήμα. Θες να προεκταθείς, να μεγεθύνεις.
Δεν χωράς, σε καμία περίπτωση δεν χωράς. Το γράφει άλλωστε και ο ποιητής στη Χώρα του αχώρητου: Πέφτουν ολοένα σήμερα νομίσματα πάνω στην πολιτεία/ ανάμεσα σε κάθε κόμπο σα μια σταλαματιά στο χώμα/ ανοίγει μια καινούρια χώρα: ήρθε η στιγμή, σηκώστε με.
Και το δέρμα σημαία, η μόνη σημαία. Χωρίς χρώμα, χωρίς ταυτότητα, το δέρμα του καθενός. Αποτύπωμα που μας σκεπάζει, ρουχισμός ταυτότητας, κάλυμμα που μας προστατεύει από την αοριστία. Το ’χε πει και ο Κυριάκος:
«Αλήθεια, Τζάσπερ, στον ύπνο σου βλέπεις σημαίες ή μας κοροϊδεύεις; Οπως και να ’χει, για να τελειώνουμε, ίσως η μόνη σημαία να είναι το δέρμα μας.»
Εδώ οι χώρες μεταναστεύουν ολόκληρες. Περίγραμμα μαζί και περιεχόμενο. Τρέχουν στους δρόμους και κρύβονται στα δωμάτια, πακετάρουν τον εαυτό τους και τον κουβαλούν μακριά.
Εσωτερικοί μετανάστες, ταξιδεύουν μέσα στον εαυτό τους, χάνονται στο εσωτερικό, ξεχνιούνται στην εσωστρέφεια, χάνονται στις θάλασσες του εαυτού.
Κάθε ταξίδι, κάθε φευγιό, κάθε ξερίζωμα κατοικεί σε ένα βήμα. Μετέωρο το βήμα στέκει πάνω από το σύνορο.
Και όταν το πόδι προχωρήσει και πατήσει στο έδαφος ο χρόνος και ο χώρος γίνονται ένα. Το ένα πόδι εδώ, το άλλο στην εξορία. Και ο κόσμος κινούμενος, το όριο χαμένο και η στιγμή αχανής σαν το παρόν.
Συνορεύουμε, ατελείωτα συνορεύουμε, έδαφος εμείς και εμείς σύρμα. Εδώ μέσα ασφυκτιάς, ρέπεις προς το περισσότερο, το πέρα, αυτό που σε προεκτείνει.
Μα δεν είναι η έκταση αυτό που ζητάς. Ο άνθρωπος προεκτείνεται μόνο προς τους άλλους ανθρώπους.
Οχι κατακτώντας, αλλά αναιρώντας το ιδεατό του σύνορο. Αντιστρέφοντας τον φόβο της επαφής. Της πραγματικής ή μεταφορικής επαφής.
Ο άνθρωπος επεκτείνεται όταν δαμάζει τον φόβο του προς τον ξένο. Οταν μπορεί να κοιτάξει με τρόπο τέτοιο ώστε να αναγνωρίσει τον εαυτό του μέσα στους άλλους.
Οχι όταν θα διευρύνει το όριό του, αλλά όταν θα το καταργήσει. Οταν θα αποκαταστήσει τη σχέση του με τους ανθρώπους χωρίς φωνή. Την προσωπική του σχέση αρχικά αντιλαμβανόμενος την ανάγκη για τη συνολική αλλαγή.
Με τους ανθρώπους που πέρασαν ξεριζωμένοι τα σύνορα για να μεταναστεύσουν στο δικό μας σκονισμένο δοχείο.
Τους ανθρώπους που χτυπήθηκαν από την ομοφοβία, τον σεξισμό, τον φυλετικό ρατσισμό. Οταν το σύνορο πάψει να αποτελεί όριο και ταυτιστεί με την αφετηρία.
Το πρώτο σύνορο είναι το βλέμμα.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δεν υπάρχουν σχόλια: