Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2016

Ερημιά





Έξω από μας πεθαίνουν τα πράγματα
Απ’ όπου περάσης νύχτα, ακούς σαν ένα ψίθυρο
Να βγαίνη από τους δρόμους που δεν πάτησες,
Από τα σπίτια που δεν επισκέφθηκες,
Απ’ τα παράθυρα που δεν άνοιξες,
Απ’ τα ποτάμια που δεν έσκυψες να πιης νερό,
Από τα πλοία που δεν ταξίδεψες.
Έξω από μας πεθαίνουν τα δέντρα που δεν γνωρίσαμε.
Ο άνεμος περνά από δάση αφανισμένα.
Πεθαίνουν τα ζώα από ανωνυμία και τα πουλιά από σιωπή.

Γιώργος Θέμελης, Ερημία (απόσπασμα)

Βήμα χωρίς εμπόδια μετά το επόμενο βήμα και ο δρόμος άδειος. Κάτι συνομιλεί μαζί μας όταν όλα απουσιάζουν. Άδειες πόλεις του Αυγούστου, ζεστός αέρας. Όλη η απουσία εκκρεμεί με την άρση της να κολυμπάει μέσα της, το τέλος του σώματός της μέσα στο σώμα της. Ερημιά του καλοκαιριού, ερημιά του Αυγούστου. Εδώ φύεται  η σιωπή, οι πυρκαγιές, οι διαρρήκτες. Η πόλη αυτή συνομιλεί μόνη της δυνατά σαν άνθρωπος αφημένος μόνος που παραμιλά στους δρόμους τα ξημερώματα. Ήχοι από ξεχασμένες τέντες, κεραίες και ελάχιστα αστικά κλαδιά. Κουβέντες ανθρώπων που παραθερίζουν κάπου μακριά και αυτές αφέθηκαν αδέσποτες για το καλοκαίρι, λέξεις ορφανές που δεν συνάντησαν στόματα να τρυπώσουν και έτσι χωρίς ήχο εντυπώθηκαν στους τοίχους σαν ακατανόητα γκραφίτι. Συνομιλίες του τίποτα με το τίποτα, ώστε να επαληθεύσουν το τίποτα και να το προσφέρουν ολόκληρο στο τίποτα.
Ερημιά αστική, δρόμοι χωρίς και λεωφόροι χωρίς και πλατείες χωρίς. Σπίτια κλειστά. Ο χώρος πλησιάζει τον χρόνο στην ακινησία. Η ζέστη να αποξηραίνει τον λόγο, οι λέξεις κοχλάζουν ανέρχονται εξατμισμένες προς τη σιωπή. Μέσα στους άδειους δρόμους η ερημιά τρέχει καταπάνω μας σαν παράδοξο σιωπηλό σαρκοβόρο, ‘’Μέσ᾿ στὴν ὁρμὴ τῆς ἐρημιᾶς γινόμαστε διάφανοι’’ που γράφει και ο Καρούζος.
Και είναι αυτό το περίεργο συναίσθημα όταν ξεμένεις. Καταλαβαίνεις το πόσο πολύ αυτή η πόλη μισεί την σιωπή. Σαν να θέλει να ξεφύγει από τις σκέψεις της, σαν να αντιπαθεί τόσο τον εαυτό της που να τον αποφεύγει. Σαν εκείνες τις καφετέριες που έβλεπες μικρότερος στη Φωκίωνος, με τη μουσική τόσο δυνατά που δεν επέτρεπε στους θαμώνες να μιλήσουν. Αλλά ύστερα καταλάβαινες πως όλο αυτό ίσως να είναι μια ανακούφιση γιατί έμοιαζαν σχεδόν όλοι, σαν να μην έχουν κάτι να πουν, μόνο κάθε τόσο ρίσκαραν έναν μορφασμό, κατάφαση σε μια άτυπη συμφωνία. Και μέσα στην ερημιά σκέφτεσαι κατά πόσο όλοι αυτοί οι τετριμμένοι καθημερινοί διάλογοι, όλη αυτή η πρόχειρη πλαστική μουσική, οι ανοιχτές τηλεοράσεις, λέξεις που ανταλλάσσονται σεβιαστικές τυχαίες συναντήσεις δεν αποτελούν τίποτα άλλο παρά μια συνομωσία κατά της σιωπής, μια συμφωνία ενάντια στις στιγμές που καλούμαστε να αναμετρηθούμε με τη δική μας φωνή και τις δικές μας σκέψεις. Ο θόρυβος γίνεται ένα μόνιμο καταφύγιο μακριά από τον εαυτό, μια ιδανική κρυψώνα απέναντι στις ερωτήσεις που θα μας θέταμε. Έτσι, μέσα στην ερημιά, η πόλη ολόκληρη μοιάζει αναγκασμένη να ακούσει τον εαυτό της. Να πει όσα απέφευγε ολόκληρη τη χρονιά, να κατοικίσει τα σημεία που εμμονικά απέφευγε, τις απαντήσεις που παρίστανε πως αγνοούσε. Και συ αν ξέμεινες και συ στην ερημιά, γίνεσαι η άλλη φωνή της πόλης. Όχι αυτή που υπάρχει στη βιασύνη και τη ρουτίνα, αλλά μια φωνή που καταφέρνει να βλέπει μέσα στην κυριολεξία της φωνής, όσο άβολη και αν είναι κάποιες φορές.
Μέσα στην ερημιά συνομιλείς με όλες τις ερημιές που συνάντησες. Τα άδεια κτήρια, τις απόμερες παραλίες, τους εκτός λόφους. Όλη αυτή τη βουβή ομιλία του ουρανού και της σιωπής και του χρόνου, όταν οι λέξεις δεν σημαίνουν και κανείς δεν κατοικεί τα σπίτια, τους δρόμους, τα δευτερόλεπτα. Όλη αυτή τη βουβή ομιλία της ερημιάς που κάνει τον άνθρωπο μονάδα και πλήθος ταυτόχρονα. Και τον κάνει να δει τον εαυτό του σαν τόπο έρημο και πολυπληθή ταυτόχρονα, να συνομιλήσει και να πει και να σιωπήσει. Πράγματα δικά του, πράγματα, λόγια που τον συντελούν και τον ορίζουν, λόγια που θα είναι από δω και πέρα αυτός. Λόγια που μπορούν να ειπωθούν μοναχά στην ερημιά.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δεν υπάρχουν σχόλια: