Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2016

Λόγια μεγάλων ανδρών: δελτίο θανάτου



Ετσι διαβαίνεις μες στις ώρες. Χαζεύεις δελτία και ξεφυλλίζεις εφημερίδες, μαθαίνεις νέα και κατεβαίνεις το φέισμπουκ. Σχολιασμοί και γεγονότα, πρόχειρα ρεπορτάζ, αυτόπτες και αυτήκοοι, σχολιασμοί και σχολιασμοί. Όλα υπάρχουν στην αποτύπωσή τους, πιο πολύ αναπαραγωγή παρά βίωμα, πιο πολύ σχολιασμός, παρά διατύπωση. Η γνώμη μακριά από το πρόσωπο έχει μια τάση να αυτονομείται. Διαφορετικές διαστάσεις να τίθενται στο μέγεθος, την οξύτητα, την ένταση. Όχι, όμως, χωρίς όλα αυτά να περιγράφουν. Ίσα ίσα, είναι ένας άλλος τρόπος ειλικρίνειας. Πλάγιος, έμμεσος, ένας τρόπος που τρυπώνει άθελά του.

Η πιο ξεφτιλισμένη μορφή
Και κάπου εκεί συναντάς το θάνατο. Στην πιο ανόητη, στην πιο ξεφτιλισμένη μορφή του. Ως σχόλιο, ως ευχή ή ως φορτίο, που ο άλλος δεν αντιλαμβάνεται, ως όριο το οποίο υπερπηδά, απλά γιατί δεν τον ενδιαφέρει. Ως ύβρη στην μία ή την άλλη περίπτωση, ως απανθρωποποιημένη στάση δίποδων φωνών.
Στην αρχή ο τυχάρπαστος πολιτευτής, ο άγνωστος διαφημιστής και αποτυχημένος πραξικοπηματίας, Θάνος Τζήμερος, σχολιάζει τον Παύλο Φύσσα, τη μητέρα του, τη δίκη και κυρίως τη θλιβερή ύπαρξή του: «Βλέποντας τη μάνα του Φύσσα, καταλαβαίνεις πώς έγινε έτσι ο φασισταράς, που επειδή τον μαχαίρωσε ένας άλλος φασισταράς, πάνε να τον μεταμορφώσουν σε περιστέρι της ειρήνης», για να συνεχίσει σε άλλο σχόλιο: «Ο Φύσσας ήταν ένας φασίστας, ίδιος κι απαράλλαχτος με τους δολοφόνους του. Η μόνη διαφορά ήταν ότι αυτοί κρατούσαν το μαχαίρι.» Εκλιπαρώντας για λίγη διαδικτυακή προσοχή, επιζητώντας ένα βλέμμα, εκεί που η δυσωδία σε κάνει να κλείνεις τη μύτη σου.
Λίγο πιο κει μαθαίνεις για μια άλλη δίκη, αυτή των δολοφόνων του Μένη Κουμανταρέα. Υπερασπιστής του ενός εκ των δύο (ποιος άλλος) ο τιτάνας Αλέξης Κούγιας. Ο αυτόπτης μάρτυρας και συγγραφέας Αλέξανδρος Ασωνίτης περιγράφει περιστατικά από τη δίκη. Ανάμεσα σε αυτά και τη γραμμή υπεράσπισης του δικηγόρου. Όπου εκεί ανέφερε ανάμεσα σε άλλα πως ο συγγραφέας ήταν παιδόφιλος (και χρησιμοποίησε ως αποδεικτικό στοιχείο κάποιο απόσπασμα από βιβλίο μυθοπλασίας του συγγραφέα) και απείλησε το ακροατήριο, λέγοντας πως «βλέπω τις φάτσες σας».
Κάπως έτσι συνεχίζουν οι κατάρες, οι ασέβειες απέναντι στους νεκρούς, η εγκόλπωση του θανάτου στο μίζερο προφορικό μας χρόνος. Σε κάποιο άλλο σημείο, πετυχαίνουμε έναν από τους διοργανωτές του «παραιτηθείτε» (με μεγάλη χαρά αρνούμαστε να αναφέρουμε το όνομά του), να μοιράζει ευχές μέσα από το λογαριασμό του ανάμεσα σε σάλια, χλέπες και λοιπά σωματικά υγρά. «Ναι ρε σφυριζαίε σκατόγερε, ρούφα τώρα την αξιοπρέπεια της σύνταξης που πήγε από τα 600 στα 400 ευρώ και βγάλε τον σκασμό αρχιμαλάκα αμόρφωτε, κουραδόψυχε, μικροσαπιοτσουτσουνε, πουροπανίβακα σφυριζέε (…)βρωμερό μισοπεθαμένο γέρικο ζώο. Σκατόγερε. Σκατόγερε. Σκατόγερε.»

Η αλήθεια του θανάτου
Ζούμε στην εποχή που το «πσόφος» είναι καθημερινή ευχή και η απώλεια μοιάζει με στατιστικό. Σε μια εικονική πραγματικότητα, που κάθε τι έχει ως μέγιστο αντίτιμο μια μικροαλλαγή στην οθόνη μας. Αλήθεια πόσο πολύ συνορεύουμε με το θάνατο στη καθημερινή ρητορική μας, κάπου ανάμεσα στο μαχαίρι του Χρυσαυγίτη, που κανονικοποιεί τη θανατοπολιτική ως αμετανόητη κατάσταση, τους σχολιασμούς που δεν σιωπούν ακόμα και μπροστά σε μία μάνα που έχασε τον γιο της, τη σαδιστική χαρά ενός ημιπαράφρονα έτοιμου να ζητήσει θάνατο, γιατί αυτό προστάζει το θυμικό του.
Γιατί το μελάνι δεν ζυγίζει όσο το αίμα, όσο και αν αυτό το επικαλείται, το αποζητά, το καθυβρίζει. Κι όμως, σ’ αυτή τη νερόβραστη εποχή, είναι το μελάνι που τρέχει σε τόσες από τις φλέβες μας. Εδώ που η αξιοπρέπεια ζυγίζει όσο μια δημοσίευση του Πρώτου Θέματος, η φιλία όσο ένας διαδικτυακός καυγάς και η πολιτική όσο η απόσυρση μιας υπόσχεσης.
Τόσο συνορεύουμε με το θάνατο, που αυτός γίνεται σχήμα λόγου. Όχι στα χείλη των γραφικών που προαναφέραμε (γι αυτούς θα είναι ένα επιφώνημα κυνισμού ανάμεσα στα μουγκρητά τους), αλλά στα χείλη όλων. Όταν η εξαθλίωση γίνεται μαζικό φαινόμενο, όταν οι εικόνες των προσφύγων και της άθλιας αντιμετώπισής τους αυξάνει, όταν αντίβαρο στην απελπισία είναι οι δικαιολογίες, ο θάνατος μας μπουκώνει με τη δική του αλήθεια.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δεν υπάρχουν σχόλια: