Πέμπτη, 21 Απριλίου 2016

Η τελευταία λέξη του τηλεοπτικού ρατσισμού




Η πραγματικότητά μας ορίζεται από το προσφυγικό ζήτημα. Με τρόπο καθημερινό και απερίφραστο, είτε το επιθυμούμε είτε όχι. Όχι μόνο η πραγματικότητα γύρω μας, αλλά και η πραγματικότητα της οποίας είμαστε κομμάτι. Ορίζει εκ νέου τις ταυτότητές μας, τη θέση μας στην κοινωνία, την αντίληψή μας. Το πώς αντιλαμβανόμαστε τον πολίτη, το πώς αντιλαμβανόμαστε τον άνθρωπο. Το πώς τελικά αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας και τους γύρω μας. Ορίζεται από την παρουσία και την κατάσταση των προσφύγων, ορίζεται από τη ρατσιστική στάση της Ευρώπης, ορίζεται από την κατάπτυστη συμφωνία με την Τουρκία και στην απαράδεκτη προσπάθεια της κυβέρνησης η συντριπτική ήττα σε σχέση με το προσφυγικό, να παρουσιαστεί σαν νίκη. Οι άθλιες συνθήκες στα κέντρα κράτησης, οι αστυνομικές αλητείες και μια σειρά από θέματα στα οποία οφείλουμε να επανέλθουμε. Και ακόμη στην καθημερινότητα, στην κάθε πρόχειρη κουβέντα, στο κάθε περιστατικό σε κάποια γειτονιά ή σε κάποιο νησί. Στην κάθε χειρονομία αλληλεγγύης και σε κάθε γρύλισμα μίσους. Για άλλη μια φορά, τα τελευταία χρόνια βρισκόμαστε σε σημείο βρασμού. Βρασμού βεβαιοτήτων, αυτονόητων και πραγματικότητας. Και έτσι εξαχνωμένοι, προσπαθούμε να δώσουμε σχήμα στο ρευστό εαυτό μας.

Όλα γύρω μας μεταμορφώνονται. Ακόμη και αν δεν αντιλαμβανόμαστε σε κάποιες περιπτώσεις την ελάχιστη μετατόπιση. Ακόμα και αν μια μεγάλη διαδρομή μπορεί να συμπυκνωθεί μέσα σε λίγα εκατοστά. Ακόμη και ο ίδιος ο ρατσισμός μεταμορφώνεται. Ας πάρουμε για παράδειγμα την τηλεοπτική του έκφραση όλες αυτές τις εβδομάδες. Φυσικά, εδώ δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μια πλήρη μεταμόρφωση, μπροστά σε μια νέα παρουσία εκεί που πριν βρισκόταν αποκλειστικά το κενό. Εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε ένα φίδι, που απλώς άλλαξε δέρμα. Βρισκόμαστε στη δεύτερη πράξη του δράματος, σε μια πράξη με πολλές σκηνές και εικόνες. Είχε προηγηθεί ο ρατσιστικός λόγος διάχυτος από τη δεκαετία του ‘90, ως αυτονόητη φράση χωρίς αστερίσκους, ο σεξισμός και η ομοφοβία ως καθημερινότητα. Και πιο συγκεκριμένα, το ξέπλυμα της Χρυσής Αυγής, όταν οι διάφοροι τοπικοί νενοναζί ονομάζονταν αγανακτισμένοι πολίτες, όταν η σβάστικα συναντούσε το lifestyle, όταν ο κάθε νεοφιλελές μπορούσε να φαντασιώνεται χρήσιμες «σοβαρές Χρυσές Αυγές». Φυσικά, δεν είναι κάτι καινούριο. Δεν είναι πως βρισκόμαστε ξαφνιασμένοι μπροστά στον τηλεοπτικό βόθρο που έσκασε, δεν θα προσθέταμε κάτι στην παγκόσμια βιβλιογραφία αν αποκαλούσαμε τον Θέμο Αναστασιάδη φασίστα για ακόμη μια φορά. Και όμως, η πυκνότητα της παραπληροφόρησης, η συστηματική της επανάληψη, η πλήρης αδιαφορία για αποδείξεις ή έρευνα, οι διάφορες πολιτιστικές κατασκευές, που εξηγούν συμπεριφορές με βάση την καταγωγή (για μερικούς φασιστικά πιο ακατέργαστους, με βάση το DNA), οι πάσης φύσεως βιολογισμοί, η διαχείριση των τρομοκρατικών χτυπημάτων στην Ευρώπη ως επιχείρημα σε σχέση με το μεταναστευτικό, ο ηθικός πανικός για εγχώρια θρησκευτική ριζοσπαστικοποίηση, η προσπάθεια να μεταμορφωθεί ο ISIS σε ντόπιο εφιάλτη που αφορά στην ασφάλειά μας, η έξαρση του εθνικισμού καμουφλαρισμένη σε περηφάνια και καθαρότητα του λεβεντομαλάκα Έλληνα, και ακόμη περισσότερο η ταυτόχρονη παρουσία όλων αυτών των μεμονωμένων στοιχείων του καταλόγου της ντροπής, δείχνουν πως βρισκόμαστε μπροστά σε ένα ποιοτικό άλμα.

Απλόχερος, λεβέντης και αρρενωπός, ο ρατσισμός ξεναγείται στα στόματα των εθνικών μας παρουσιαστών. Οι μουσουλμάνοι έχουν στο DNA τους τον βιασμό και οι μουσουλμάνοι που θα μαζευτούν στην Αθήνα θα μας βιάσουν όλους, σύμφωνα με τον Θέμο Αναστασιάδη (φαντάζομαι πως όταν αλλάζεις θρησκεία, αλλάζεις ταυτόχρονα και γονιδίωμα;) . «Οι Αφγανοί κάνουν σεξ με ανήλικα αγοράκια, το έχω δει και σε ένα ντοκιμαντέρ στο ρουσατουντεί (Russia Τoday, RT)», σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Μπογδάνο, ο πρόσφυγας πήγε να πετάξει το παιδί του πάνω στο λιμενικό, σύμφωνα με όλους τους υπέροχους ρεπόρτερ. Οι καθημερινές κουτσουλιές μίσους που ο σκιτσογράφος της «Καθημερινής», Δημήτρης Χατζόπουλος, επιμένει να αποκαλεί γελοιογραφίες. Καταγγελίες για ανύπαρκτους ξυλοδαρμούς, βιασμούς και περιστατικά βίας και απειλής. Κανείς δεν λέει πως γίνεται να μην υπάρχουν εντάσεις σε τόσο δύσκολες καταστάσεις, χωρίς υποδομές και με ελλιπέστατη κρατική μέριμνα. Τόσο, όμως, η εστίαση σε τέτοια περιστατικά όσο και η ανάδειξή τους σε κυρίαρχα θέματα (και πολύ περισσότερο η καθημερινή πλαστογραφία και δημιουργία τους), αποτελούν στοιχεία όχι καταγραφής, αλλά κατασκευής της αλήθειας.
Και έτσι, οι καθημερινές κεφαλές συνεχίζουν να ξερνούν το χυλό του μίσους. Κεφαλές ξυρισμένες από τη μέσα μεριά του κρανίου, σβάστικες μεταμορφωμένες σε μυγοσκοτώστρες, ένα βήμα χήνας, μεταμφιεσμένο σε χορευτική πιρουέτα εν μέσω ενός φιλανθρωπικού γκαλά με θεματική το νόμπελ στην Ελλάδα, παρουσιασμένο στον πολιτιστικό τομέα των ειδήσεων του Μέγκα. Μια παραπλάνηση που ξερνά τον εαυτό της ως βεβαιότητα, αδιαφορώντας για την πληροφορία και το τεκμήριο, ταυτίζει το αληθινό με το χρήσιμο (για προσωπικό κέρδος κάθε είδους), λοιδορεί την ίδια την πραγματικότητα. Μια αισθητική έκφραση του συρματοπλέγματος, του αποκλεισμού και του πνιγμού των προσφύγων.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δεν υπάρχουν σχόλια: