Τρίτη, 15 Μαρτίου 2016

Η νέα κολεξιόν του μετρ Άουσβιτς


(για το εξώφυλλο του “Downtown”)




Το εξώφυλλο του «Downtown» προφανώς δεν θα πέρναγε ασχολίαστο. Είναι κι αυτό κομμάτι του συγκολλημένου μας παρόντος, κομμάτι μιας εποχής που δεν καταφέρνει να ξεφορτωθεί το κουφάρι του παλιού εαυτού της και δεν έχει το θάρρος να κοιτάξει κατάματα το μέλλον της –το οποίο έχει γίνει ήδη παρόν. Στο εξώφυλλο μια σειρά από Έλληνες τηλεστάρΖ (με το Ζ κεφαλαίο) φωτογραφίζονται ντυμένοι πρόσφυγες πίσω από τον τίτλο «Είμαστε όλοι πρόσφυγες». Μια εικόνα που προσπαθεί να συγκολλήσει δύο τελείως ανόμοια στοιχεία, δημιουργώντας μια αισθητική, ηθική και σωματική αναγούλα: από τη μία, στιγμές από τη μακάρια ηλιθιότητα του lifestyle, τότε που η αναγνωρισιμότητα -υποτίθεται πως-  είχε βάρος, τα περιοδικά  -υποτίθεται πως-  έπαιζαν κάποιο ρόλο και τα εξώφυλλά τους -υποτίθεται πως-  κάτι σήμαιναν και από την άλλη, την προσφυγική τραγωδία (την οποία, φυσικά, αντιλαμβάνεται ως ενδυματολογικό στερεότυπο). 
Το εξώφυλλο προκάλεσε την οργή από την πρώτη στιγμή της δημοσίευσής του. Και είναι απολύτως λογικό. Γιατί η συγκεκριμένη κακογουστιά, που μεταφράζεται ενστικτωδώς σε απόλυτη χυδαιότητα, έχει κάτι έντονα επιθετικό. Στην πραγματικότητα οπτικοποιεί ακαριαία την υποκρισία των καναλιών, των εφημερίδων, των διαφόρων μέσων και ατόμων σε σχέση με το προσφυγικό. Την ανέξοδη φιλανθρωπία σε συνδυασμό με τη δημιουργία διαφόρων ηθικών πανικών σε σχέση με «υγειονομικές βόμβες», «εγκληματικότητα», «αλλοίωση ταυτότητας», «κλειστά μαγαζιά στα σημεία που μαζεύονται οι πρόσφυγες» και λοιπούς πηχυαίους τίτλους.


Το εξώφυλλο έχει κάτι το βαθιά χυδαίο, ακόμα και στα οπτικά του σημεία. Το  έντονο πορτοκαλί του σωσιβίου, το οποίο έχει εντυπωθεί στην όραση μέσα από τις τόσες φωτογραφίες και έχει καταλήξει να σημαίνει ένα σύμβολο πολλαπλό: σύμβολο θανάτου, σύμβολο ελπίδας, σύμβολο της εγκληματικής πολιτικής και ως συμπαραδήλωση νεκρούς ανθρώπους, πνιγμό, ξερίζωμα, απελπισία. Και δίπλα του, οι ψεύτικες πόζες και το ύφος του μάτσο γκόμενου επαρχίας (στην χίψτερ εκδοχή του) και της δυναμικής businesswoman-καλλιτέχνιδας με ευαισθησίες. Τα άφθαρτα ρετουσαρισμένα πρόσωπα να αγκαλιάζουν υποκριτικά ένα περιστατικό που κραυγάζει για τη φθορά του ανθρώπου σε όλη την έκτασή της, τον ξεριζωμό, την εξάντληση, το θάνατο. Η ίδια η αλληλεγγύη υποβιβασμένη στην πιο φθηνή εκδοχή της φιλανθρωπίας, αυτής που εξαργυρώνεται σε credits προς οικοδόμηση ενός φιλεύσπλαχνου προφίλ προς αυριανή χρήση. Στην εικόνα συγκρούονται δύο τελείως διαφορετικές οικειότητες. Από τη μια, η ψευδής οικειότητα των τηλεμαϊντανών που μπουκάρουν -σχεδόν με το ζόρι πια- στο καθημερινό οπτικό μας πεδίο, που συνοδεύουν τις πιο άχρηστες ώρες μας με τη μετριότητά τους, επιδεικνύοντας ένα τουμπανισμένο κενό. Μια οικειότητα όμοια με την οικειότητα που νιώθει κανείς απέναντι στον έρπη που ξαναεμφανίστηκε στο χείλος του. Και από την άλλη, η οικειότητα που μπορεί να νοιώθει κανείς απέναντι στους πρόσφυγες, ακόμα και σε πρώτο επίπεδο, αυθόρμητα και ακατέργαστα, κοιτώντας φωτογραφίες στο διαδίκτυο και τις εφημερίδες, συναισθανόμενος την κατάσταση των ανθρώπων. Ακόμα και αν δεν μπήκε στη διαδικασία να προσφέρει υλικά ή έμπρακτα κάτι, αλλά μοιράστηκε ασυναίσθητα  ένα σφίξιμο. Ενώ αυτές οι δύο οικειότητες βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση, το εξώφυλλο προσπαθεί να λειτουργήσει με τρόπο συμφιλιωτικό. Γι’ αυτό και η απέχθεια λειτουργεί με απόλυτο τρόπο, ενστικτωδώς  και ακαριαία.


Παρ’ όλα αυτά, ίσως, κάποιος να μπορούσε να δει το σιχαμένο εξώφυλλο ως μια νίκη. Το ίδιο το εξώφυλλο δείχνει το μέγεθος της αλληλεγγύης, μιας αλληλεγγύης που ξεπερνά κάποια στενά όρια, που επιβάλει ακόμα και σε ανθρώπους, που λογικά θα βρίσκονταν (ή ακόμη βρίσκονται )στην αντίθετη μεριά, να υποκριθούν συμπόνια και συμπαράσταση (βλ. τη Σία Κοσιώνη). Ενώ, λοιπόν, το αποτέλεσμα είναι εξόχως γκροτέσκο, προσβλητικό, εμετικό, αυτό που δηλώνει το ίδιο το εξώφυλλο, άθελά του, είναι θετικό. Μιλά για κάτι που ακόμα και τα πιο γελοία και συστημικά μέσα δεν μπορούν να αγνοήσουν (αντιθέτως προσπαθούν με τον πιο άτσαλο τρόπο να προσεταιρισθούν). Μιλά για το τεράστιο πλήθος που μαζεύτηκε στο Σύνταγμα, ώστε να προσφέρει και, μάλιστα, σε μια περίοδο σαν τη σημερινή. Μίλα για τους ανθρώπους των νησιών (όχι όλους φυσικά) και τη στάση τους όλο αυτό τον καιρό. Μιλά για τη νίκη της αλληλεγγύης στο επίπεδο της ηγεμονίας. 
Η συγκίνηση ή η αλληλεγγύη, ακόμη, δεν είναι προνόμιο κανενός. Η επίδειξή της, όμως, και μάλιστα η εκμετάλλευση της, και οι όροι με τους οποίους αυτή συμβαίνει, είναι μια τελείως διαφορετική ιστορία. Και κινήσεις σαν αυτές του «Downtown», πέρα από την απέχθεια που προκαλούν, αποδεικνύουν την τεράστια απόσταση που έχει το πρόσφατο παρελθόν απ’ το παρόν μας.
(Για την ιστορία, η Τάνια Τσανακλίδου, η οποία συμμετείχε στη συγκεκριμένη φωτογραφία, δήλωσε μετά τη δημοσίευσή της: Ντρέπομαι που υπάρχω σε αυτό το εμετικό εξώφυλλο κι ας μη φωτογραφήθηκα. Τους επέτρεψα να χρησιμοποιήσουν τη φωτό του θεάτρου και αυτό είναι το ίδιο χυδαίο. Βλακεία μου και λάθος.)

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δεν υπάρχουν σχόλια: