Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2016

Ενδιάμεση πόλη




Ανάμεσα στην ιδέα Και στο γεγονός/ Ανάμεσα στην κίνηση Και στην πράξη
Η Σκιά πέφτει Οτι Σου εστίν η Βασιλεία
Ανάμεσα στη σύλληψη Και στη δημιουργία/ Ανάμεσα στη συγκίνηση Και στην ανταπόκριση
Η Σκιά πέφτει Είναι η ζωή μακριά πολύ
Ανάμεσα στον πόθο και στο σπασμό/ Ανάμεσα στη δύναμη και στην ύπαρξη
Ανάμεσα στην ουσία και στην κάθοδο/ Η Σκιά πέφτει
(Τ.Σ. Ελιοτ, Οι κούφιοι άνθρωποι V, απόσπασμα)


Ο αέρας εδώ είναι χαμηλός. Κατεβαίνει σε τεμάχια, λίγος λίγος, να μοιραστεί ισόποσα, με το δελτίο, σε δόσεις που καλύπτουν όπως όπως. Την ανάγκη και μόνο.
Το σώμα λυγίζει μέχρι να κοπεί. Η εξάντληση είναι ευλύγιστη σαν το χορτάρι. Ξεριζώνει τον χρόνο απ' το σώμα, κάνει την κάθε στιγμή ανηφόρα, φυτρώνει άναρχα μες στον ιδρώτα.
Εδώ κάθε κυριολεξία είναι μια μεταφορά προς την επόμενη κυριολεξία. Χωρίς να γνωρίζεις την κατεύθυνσή της, το τελικό της περιεχόμενο. Πέρασμα. Ενδιάμεσος λόγος, ενδιάμεση πόλη.
Ο χρόνος εδώ, χρόνος ανάμεσα σε δύο άλλους χρόνους. Οπως το παρόν, ανάμεσα σε παρελθόν και μέλλον. Ενα τίποτα ανάμεσα σε δύο μηδενικά.
Ανάμεσα στο τώρα και το τώρα, ολόκληρο το παρόν αδειάζει τα φορτία του. Μια στάση σε ένα ταξίδι ακινησίας. Μια παύση ανάμεσα σε δύο σιωπές.
Η άλλη πόλη, η ενδιάμεση πόλη, αυτή που κατοικούμε και αυτή που μας εξορίζει. Που μας εξορίζει να κατοικήσουμε όχι μακριά της, αλλά μέσα της. Περιφραγμένη, να κρατά την εξορία στο εσωτερικό της, να διώχνει τους κατοίκους κοντά της.
Μια αγκαλιά ακριβείας, μια τρυφερότητα με γαμψά νύχια, κάπου ανάμεσα στον διωγμό και τον εγκλεισμό.
Η ενδιάμεση πόλη. Αυτή που πάντοτε υπάρχει ανάμεσα σε σένα και τον προορισμό σου. Αυτή που τελικά ορίζει και εσένα και τον προορισμό περισσότερο από οτιδήποτε.
Μισή γέφυρα και μισή σταθμός, μισή βλέμμα και μισή περπάτημα. Αχανής σαν μια προσδοκία και έρημη σαν μια ματαίωση. Η ενδιάμεση πόλη, σταθερή στην ίδια απόσταση.
Επίμονη στον ίδιο τρόπο, συμπαγής στην ίδια όψη. Σταθμός στην ακινησία. Αργότερα, αργότερα, μέχρι το αργότερα να χορταριάσει, να μετατραπεί στο μόνο τώρα.
Εδώ ταυτόχρονα οι χειραψίες του καλωσορίσματος και τα γνεψίματα του αποχωρισμού. Εδώ κάθε πινακίδα έχει δύο αντίθετες κατευθύνσεις, προστάζοντας ακινησία. Εδώ που ο χάρτης και το τυχαίο ταυτίζονται.
Η ενδιάμεση πόλη, η παράλληλη πόλη. Αυτή που ξεκινά πάντοτε εκεί που τελειώνει η κατοικία μας. Αυτή, με σύνορα την προσδοκία και την απώλειά μας.
Παράλληλη πόλη, ανοίγει τις πόρτες ακριβώς την ώρα που κλείνουμε τη δική μας, σβήνει τα φώτα της μόλις ξεμυτίσει ο δικός μας ήλιος.
Ποτέ στο παρόν μας και ποτέ απούσα, ποτέ αμέτοχη. Ενώ δεν περπατούμε τους δρόμους της είναι αυτή που ορίζει τα εδώ μας βήματα. Είναι αυτή που ρυθμίζει τους εδώ διακόπτες, αυτή που κάνει τους δρόμους διαδρομές, τα σπίτια κατοικίες.
Φτιαγμένη από τα υλικά που περισσεύουν στη δική μας πόλη. Φτιαγμένη από αυτό που λείπει και αυτό που περισσεύει. Από ό,τι διώχτηκε και από ό,τι ποτέ δεν αποκτήθηκε. Σκουπίδια και ορυκτά εαυτού.
Η ενδιάμεση πόλη, αποθήκη του άλλου, αποθήκη του ξένου. Του ξένου αυτού που ορίζει όλο το οικείο μας.
Μια πόλη αδελφοποιημένη με εκείνην εκεί την πόλη του Ρομπέρ Ντεσνός:
Μες στην πόλη που κρεμούν τον διάβολο από τα κέρατα/ Μέσα στην πόλη την κλειστή και ανοιχτή/ Μέσα στην πόλη που με μολύβι και χαρτί μετρούν όλους τους πόθους//Στην πόλη δίχως τόπο και φωτιά/ Στην πόλη δίχως πίστη και νόμο/ Στην πόλη που δεν έχει παλικάρια// Στην πόλη που ο καθένας διασκεδάζει/ Στην πόλη που με παγωμένα δάκρυα κλαιν/ Στην πόλη των έντεκα ωρών/ Μη νομίσετε ότι ξέρω και πολύ καλά τι τρέχει-/Ακόμη δεν την έχω επισκεφτεί.
Υβρίδια στιγμών. Πρόχειρες κατασκευές, πρόχειρες κατοικίες. Και μεις κάτοικοι μιας πόλης που ποτέ δεν επισκεφτήκαμε. Μοναχά με το βλέμμα ίσως. Η ενδιάμεση πόλη.
Που θα πει: Να κατοικείς μια πόλη που δεν μπορείς να πλησιάσεις, να αναχωρείς από μια πόλη που δεν μπορείς να εγκαταλείψεις. Μετέωρος. Εκεί που πέφτει η σκιά.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δεν υπάρχουν σχόλια: