Τρίτη, 22 Μαρτίου 2016

Ημερολόγιο δυστοπίας #1:Κόρμακ ΜακΚάρθι, Ο δρόμος



«Νύχτες πιο σκοτεινές κι απ' το σκοτάδι και μέρες πιο γκρίζα η καθεμιά απ’ την προηγούμενή της. Σαν την αρχή ενός παγερού γλαυκώματος που 'σβηνε τον κόσμο λίγο λίγο. Τώρα το χέρι του υψωνόταν κι έπεφτε απαλά με κάθε πολύτιμη ανάσα».

Σε έναν κόσμο που σβήνει, ένας πατέρας και ο γιος του προσπαθούν να επιβιώσουν. Διασχίζουν τον δρόμο μέσα σε μια ατελείωτη ερήμωση. Τα ζώα, η βλάστηση έχουν σχεδόν χαθεί. Το ίδιο και οι άνθρωποι.
Οσοι απέμειναν επιβιώνουν ενσαρκώνοντας τις πιο σκληρές πτυχές του είδους: βία, φόνος, κανιβαλισμός. Ο πατέρας και ο γιος βαδίζουν ψάχνοντας το ελάχιστο που θα τους συντηρήσει, προσπαθώντας να αποφύγουν τους κινδύνους, τους ανθρώπους, τον θάνατο.
Βαδίζουν ασθμαίνοντας προς τη θάλασσα, ελπίζοντας πως εκεί θα συναντήσουν κάποια λύση, μια συνθήκη ευνοϊκότερη για την επιβίωσή τους.
Και ταυτόχρονα αγκομαχούν την ύπαρξη γυμνή, την ανθρώπινη μοίρα στην οριακή της επιβεβαίωση, την ανάσα στο χείλος των πραγμάτων.
Βρεγμένη στάχτη, αδέσποτο αίμα αφημένο, κορμοί δέντρων σαν οδοδείκτες που δεν δείχνουν κανέναν ουρανό, φωτιές στις πλαγιές των βουνών, ανθρώπινες αγέλες, μια ξεβαμμένη θάλασσα, ένας ξεχασμένος λόγος.
Η καταστροφή του κόσμου στον οποίο διαδραματίζεται η ιστορία λειτουργεί ως αξίωμα. Ποτέ δεν μαθαίνουμε γιατί ή πώς ο κόσμος βρέθηκε σε αυτή την κατάσταση.
Εδώ δεν έχουμε τις επιπτώσεις κάποιου ανθρώπινου σφάλματος, την έκρηξη της τεχνολογίας, την πολιτική σύγκρουση τραβηγμένη ώς τον αφανισμό.
Εχουμε όλα αυτά και ακόμα λιγότερα σε ένα συγγραφικό αρχέτυπο που όσο πιο απλό γίνεται, όσο πιο πολύ μικραίνει τόσο περισσότερα περιέχει.
Η ερήμωση υπάρχει ως δεδομένο που αμφισβητείται μονάχα από τις τελευταίες λάμψεις της ανάμνησης. Μιας ζωής μακρινής και αχνής πια. Μιας ζωής πριν από την καταστροφή.
Ετσι, η ιστορία μας γδύνεται από αιτίες. Εστιάζουμε μόνο στις δύο φιγούρες και στο μεταξύ τους σύμπλεγμα.
Γιατί δεν βρισκόμαστε απλώς μπροστά στην επιβίωση δύο ανθρώπων σε έναν απάνθρωπο κόσμο. Πολύ περισσότερο κοιτούμε την επιβίωση ό,τι ανθρώπινου σε μια διαδικασία απανθρωποποίησης.
Τη διαδρομή σε έναν δρόμο εσωτερικής ερήμωσης και επιβίωσης.
Ετσι, ο ανθρώπινος κόσμος περιορίζεται στον ελάχιστο δεσμό. Αυτόν ενός άντρα και του γιου του. Ενός δεσμού ικανού να περιγράψει το σύνολο πολλαπλασιαζόμενος.
Με μεγαλύτερη ακρίβεια και αμεσότητα, συμπυκνωμένος στα στοιχειώδη ανθρώπινα σωματίδια: στον φόβο και την αγάπη, στον πόνο και την εμπιστοσύνη.
«Υστερα στάθηκε απλώς στην ίδια θέση κρατώντας τα κιάλια και παρατηρώντας το σταχτένιο φως του ήλιου καθώς έπηζε πάνω απ' τη γη. Ηξερε μόνο ότι το παιδί ήταν η εγγύησή του. Είπε: Αμα δεν είναι αυτός ο λόγος του θεού, ο θεός δεν μίλησε ποτέ».
Ο κόσμος τελειώνει με δυο ανθρώπινες φιγούρες να χάνονται στο ορίζοντα. Οπως δηλαδή περίπου άρχισε. Με δύο επισκέπτες να σηματοδοτούν τον ερχομό τους και ταυτόχρονα τον δικό μας ερχομό.
Μα εδώ ο εφιάλτης ανασαίνει δίπλα μας. Χωρίς να επεξηγεί, χωρίς να παραχωρεί λογικές αλληλουχίες, ως ένα ακαριαίο δεδομένο το οποίο ορίζει όλες τις κινήσεις και όλες τις αποφάσεις.
Το έξω από τον τόπο, το έξω από τον χώρο και το έξω από τις αιτίες που μας δίνει η ιστορία ορίζουν την ταύτισή μας.
Η ανωνυμία των ανθρώπων και των τόπων γίνεται δικό μας σημείο. Και στις δύο μορφές μπορούμε να αναγνωρίσουμε τους νομάδες του κάθε ξεριζωμού, της κάθε καταστροφής.
Να δούμε το βίωμα χωρίς ιστορία, προδιαγεγραμμένο μηχανισμό, αυστηρό πλαίσιο. Και στη συνέχεια να τοποθετήσουμε το πλαίσιο στο οποίο αναγνωρίζουμε τις συγκεκριμένες περιπτώσεις, έναν χρόνο συγκεκριμένο σαν παρόν και ανθρώπους συγκεκριμένους σαν πληγές.
Οι άστεγοι, οι ξεριζωμένοι και οι πρόσφυγες κατοικούν στις μορφές ενός πατέρα και ενός γιου, σε μια τροχιά μέσα στη στάχτη, στα σπλάχνα ενός κατεστραμμένου κόσμου, «σαν προσκυνητές σε κάποιο μύθο που τους κατάπιε γρανιτένιο τέρας και τριγυρνάν χαμένοι μες στα σωθικά του».
Σε έναν πατέρα και έναν γιο πάντα λίγο πριν ο κόσμος σβήσει.
Και μες στη φωνή τους το δικό μας πλήθος χαράσσει τη δική του διαδρομή.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δεν υπάρχουν σχόλια: