Κυριακή, 26 Ιουλίου 2015

Αμηχανία




Αμήχανοι εκ γενετής

Δεν ξέρουμε
Τι να κάνουμε
Το στόμα και τα χέρια μας
Και καπνίζουμε τον ένα φόβο
Πάνω στον άλλο
Δεν ξέρουμε
Να μιλάμε και να γράφουμε
Και χρησιμοποιούμε την ποίηση
Αυτή τη διάλεκτο των νεκρών
Κάνοντας σήματα καπνού στο πουθενά
Δεν ξέρουμε
Να φιλάμε και ν’ αγγίζουμε
Κι έγινε η αγάπη
Στάχτη που τίναξε
Απ’ τα ρούχα του ο Θεός
(Θωμάς Ιωάννου, Ιπποκράτους 15 )

Ο χρόνος πυκνώνει και αραιώνει χωρίς γεωμετρίες, ακαθόριστα, χωρίς προκαθορισμένες επαναλήψεις, αλληλουχίες και συνέχειες, συγκεκριμένη περιοδικότητα. Και μεις περνούμε από τη μια αναδίπλωση στην άλλη, μοιράζοντας βεβαιότητες με αυτό που μέχρι χθες ήταν ο τόσο συγκεκριμένος εαυτός μας.
Και τα γεγονότα είναι συχνά πολύ μεγάλα για να τα δεις από κοντά, πολύ μεγάλα για να χωρέσουν ολόκληρα στην όρασή σου. Ετσι διακινδυνεύεις συμπεράσματα, ενώ το μόνο που έχεις είναι μια αίσθηση, ένα ελάχιστο σταθερό μες στη ρευστότητα του συνόλου.
Αμηχανία. Νομίζω πως η αμηχανία είναι τη δεδομένη στιγμή η μόνη στάση (και ευτυχώς δεν είμαστε πολιτικοί για να την απορρίψουμε κάτω από την αναγκαιότητα της πράξης) ή έστω η μόνη στάση που με χωρά προσωπικά. Ή καλύτερα όλες αυτές οι αμηχανίες που συναντιούνται και τη συγκροτούν. Αμηχανία για τις προσδοκίες που είχαμε και δεν μας βγήκαν και αμηχανία για τους φόβους μας, που στάθηκαν ελλιπείς ώστε να δημιουργήσουν μια εγρήγορση που ίσως θα τους απέτρεπε.
Αμηχανία για τις εκτιμήσεις μας, τις ήπιες αναλύσεις μας, την αυθυποβολή και την ατελείωτη ενδοσκόπησή μας.

Αμηχανία για τις ατελείωτες σοδειές του παρόντος. Για τους αφιονισμένους σχολιαστές και τους φωτισμένους γνώστες, κυρίως γι' αυτούς που τα 'λεγαν (πάντοτε αυτοί θα τα λένε), για τους χαιρέκακους και τους ρεβανσιστές.

Για τους αφ’ υψηλού απόντες και τους αποστασιοποιημένους συμμετέχοντες. Για τους ηττημένους του χθες που παρουσιάζονται ως θριαμβευτές του σήμερα, αυτούς που παρουσιάζουν τη σημερινή κατάσταση ως απόδειξη της δικής τους αθωότητας, ως ξέπλυμα της δικής τους αστοχίας και σκληρότητας.

Αμηχανία κυρίως απέναντι στους ειλικρινά απογοητευμένους. Είτε αυτούς που πίστεψαν σε μια νέα ανάθεση η οποία θα έπραττε στη θέση τους (δεν νιώθω όρεξη καμιά να κατακρίνω) είτε αυτούς που έπραξαν πιστεύοντας πως συμμετέχουν σε κάτι που τους ξεπερνά.

Αμηχανία για όσους βιαστικά καταφεύγουνε σε ένα «δεν φταίω». Σε δικαιολογίες πως τα πράγματα ήταν δύσκολα και δεν το περιμέναμε. Μα καμία αμηχανία απέναντι σε αυτούς που την επόμενη μέρα δεν ήταν έτοιμοι, ενώ έφτιαξαν ολόκληρη την καριέρα τους ευαγγελιζόμενοι ακριβώς αυτή την ετοιμότητά τους.

Είναι πολλοί οι άνθρωποι γύρω, πολλές οι κουβέντες και οι συζητήσεις, τα συναισθήματα που μπλέκονται και αντικρούονται, μας συναντούν και μας διασπείρουν. Και όλα αυτά μοιάζουν με τον μόνο τρόπο που έχουμε να αντιληφθούμε το από δω και πέρα.
Βρισκόμαστε ήδη σε μια νέα εποχή, μα την ψηλαφούμε ακόμη με τα ακροδάχτυλα, την περπατούμε με το ένα πόδι και μάτια ακόμη κλειστά. Καταφεύγοντας σε εύκολες αναλογίες με το παρελθόν, ακόμη ευκολότερα (και γι' αυτό όλο και πιο επικίνδυνα) ευχολόγια, σε βιαστικά συμπεράσματα που εκβιάζουν κάθε σκέψη.

Ο τρόπος που περνούν τα γεγονότα μοιάζει να μην εναρμονίζεται με τον τρόπο που σκεφτόμαστε, που αντιλαμβανόμαστε, που ζούμε.
Δεν ξέρω. Να μια φράση που διδαχτήκαμε από μικροί να αποφεύγουμε. Μια φράση που πρέπει να ξεπλυθεί από ενοχές, από φράσεις «κονσέρβα» («τα παράτησε», «ρίψασπις», «πήγε σπίτι του»).
Ας σταθούμε μια φορά μέσα της χωρίς επιθυμία να κρυφτούμε. Απλά γιατί για πολλούς από μας τη δεδομένη στιγμή μοιάζει ο σωστός τόπος.
Οχι ένα καταφύγιο, αλλά ο σωστός χώρος για να καταστρωθεί ή να απορριφθεί το όποιο αύριο.
Ο μόνος τρόπος για να βγεις από μια κατάσταση που δεν επιθυμείς και δεν σου αρέσει είναι κατ' αρχάς να την παραδεχτείς. Τα άλλα θα ακολουθήσουν.
Και για άλλη μια φορά το μέλλον έχει πολύ σκάψιμο και το παρόν μας είναι γεμάτο τρύπες.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δεν υπάρχουν σχόλια: