Δευτέρα, 20 Ιουλίου 2015

Οι τελευταίες μέρες πέρασαν πυκνές



Οι τελευταίες βδομάδες πέρασαν μονοθεματικά. Κάθε τι έγινε επιμέρους και οι εξελίξεις μάς ενοποίησαν κάτω από μια κοινή θέα. Κάθε τι άλλο μπορούσε να περιμένει. Οι τελευταίες μέρες πέρασαν πυκνές. Από το τέλος της διαπραγμάτευσης στην ανακοίνωση του δημοψηφίσματος, από το «όχι» στη νέα διαπραγμάτευση μέχρι την άκρη της άβολης αυτής χερσονήσου που ονομάζουμε παρόν.  Και το παρόν δεν φαίνεται να τελειώνει. Ακόμα και αν ξεφούσκωσε σε ένταση ξαναγέμισε με απογοήτευση (για κάποιους ίσως με ανακούφιση). Και μεις μένουμε εδώ, προσπαθώντας να καταλάβουμε τι έγινε, τι χάσαμε και αν κερδίσαμε κάτι. Τι μάθαμε, ποια συμπεράσματα βγάλαμε και τελικά τι κόστος είχαν όλα αυτά. Τα συμπεράσματα θα συνεχίσουν, μέσα από τις εφαρμογές, τις αντιθέσεις και τις ανακατατάξεις που θα έρθουν τους επόμενους μήνες, δεν θα οικοδομήσουμε μόνο τη μορφή του νέου παρόντος μας, αλλά και όλο αυτό το παρελθόν (που όπως αποδείχτηκε πρόσφατα) ξαστόχησε. Μα οι σκέψεις δεν περιμένουν τις κατάλληλες συνθήκες. Ξεκινούν, συνεχίζουν μες τον χρόνο και κάποια στιγμή αποκρυσταλλώνονται. Ας μιλήσουμε λοιπόν, χωρίς απόλυτες απαντήσεις και χωρίς ασφαλή συμπεράσματα.



Έχω την αίσθηση πως ο ΣΥΡΙΖΑ απέτυχε γιατί διαπραγματεύτηκε εντός ενός πλαισίου το οποίο εκ τον υστέρων αποδείχτηκε πως δεν υπάρχει. Ενός πλαισίου όπου η αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών, η αλληλοβοήθεια, οι «ευρωπαϊκές αξίες» (ό, τι μπορεί να σημαίνει πια αυτό) κτλ είναι απλά προφάσεις. Και οι προφάσεις δεν είναι όπλα, είναι ρέπλικες. Και κανείς δεν κέρδισε τον πόλεμο με νεροπίστολα. Το θέμα είναι πως όλα αυτά (οι βαθιές ελλείψεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η απόλυτη ισχύς της Γερμανίας, ο μονόλογος του συμφέροντος και τόσα άλλα) ακόμα και αν έμοιαζαν κοινοί τόποι στις εκτιμήσεις και τις κουβέντες έπρεπε να αποδειχτούν. Και αν κατάφερε κάτι η ελληνική κυβέρνηση αυτό είναι να αποκαλύψει το σαθρό πρόσωπο πίσω από το προσωπείο της Ε.Ε. και να το κοινοποιήσει. Μια αποκάλυψη που έχει βέβαια ως κόστος την κατάσταση, που πρόκειται να βιώσουμε από δω και πέρα.
Αυτό που προκύπτει, λοιπόν, αναδρομικά είναι πως το δίπολο μνημόνιο/αντιμνημόνιο (και όλες οι συμπαραδηλώσεις) ήταν εσφαλμένο. Ακριβώς γιατί στηριζόταν σε μια αισιόδοξη ανάγνωση των ορίων της Ένωσης και της σημασίας των αρχών της (και είμαστε πολλοί που παραπλανηθήκαμε από αυτή την αισιοδοξία. Ο γράφων δεν αποτελεί εξαίρεση). Ακριβώς γιατί η Ευρωπαϊκή Ένωση, με την φυσιογνωμία της, τις ανεπαρκείς δομές της, τις λυκοφιλίες και τα κυνικά συμφέροντά της, στη δεδομένη φάση της ταυτίζεται με τα μνημόνια και τις αντίστοιχες συμφωνίες και επιβολές. Το πραγματικό δίλημμα ήταν πάντοτε ευρώ ή δραχμή και η ερώτηση που προκύπτει άμεσα για κάποιους από εμάς είναι για το εάν μπορεί να προκύψει πια αριστερή πρόταση εντός του Ευρώ. Είναι πολλοί οι αναλυτές που προβλέπουν πως η μετάλλαξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς μια νέα μορφή με δικαιότερους θεσμούς και αντιπροσώπευση, με αναδιανεμητικά όργανα και δικαιότερο πλαίσιο έχει ήδη αρχίσει και πως το παγκόσμιο σοκ από τον γερμανικό κυνισμό στις διαπραγματεύσεις θα λειτουργήσει ως καταλύτης προς αυτή την κατεύθυνση. Είναι καλύτερο για τη χώρα να βρίσκεται εντός του ευρώ όταν κάτι τέτοιο συμβεί καταλήγουν οι αναλυτές. Μα έχω την αίσθηση πως αυτό μοιάζει με μια μετάθεση στην τύχη, όπου το μόνο μας επιχείρημα είναι το πέρασμα του χρόνου. Μοιάζει σαν άλλη μια φορά να αντικαθιστούμε την επιθυμία με τη βούληση. Και μάλλον περάσαμε πολύ καιρό ευχόμενοι και λιγότερο διεκδικούντες, περισσότερο προφορικοί παρά πρακτικοί, αφαιρώντας την ετοιμότητα με την ανεδαφική αισιοδοξία μας.



Για πολλούς από εμάς, η πραγματική απογοήτευση ήρθε μόλις αποκαλύφθηκε η απόλυτη έλλειψη εναλλακτικής, η παντελής έλλειψη προετοιμασίας του χώρου που απέκλινε από την κυρίαρχη γραμμή και έκλεινε το μάτι εννοώντας έναν άλλο δρόμο. Η ιστορία με τη δραχμή είναι μια πικρή ιστορία. Η απουσία εναλλακτικής ορίστηκε από επικοινωνιακούς όρους. Ως μια έμπρακτη απόδειξη αποδοχής του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της χώρας. Στην πραγματικότητα όμως, και όπως αποδείχθηκε, είναι μια πράξη πολιτικής ανωριμότητας. Αν πάρουμε ως δεδομένο πως η στάση της γερμανικής κυβέρνησης ήταν συγκεκριμένη εδώ και πολύ καιρό και πως τα σενάρια περί Grexit υπήρχαν καθημερινά στο δημόσιο λόγο ήδη από την έναρξη της ελληνικής κρίσης, αντιλαμβανόμαστε πως όχι μόνο υπήρχε χρόνος προετοιμασίας, αλλά ταυτόχρονα όλο και μεγαλύτερη ανάγκη ύπαρξης ενός τέτοιου σχεδίου. Και για να πάω την ερώτηση λίγο πιο κάτω, η ερώτηση δεν είναι αποκλειστικά γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε σχέδιο για δραχμή, αλλά γιατί δεν είχαν και τα λοιπά μεγάλα κόμματα. Το διαμορφωμένο με όρους τηλεοπτικής ρητορικής πλαίσιο για πάση θυσία αποφυγή κάθε συζήτησης για το νόμισμα αποδεικνύεται καταστροφικό. Και η απουσία εναλλακτικής τελικά αδυνατίζει την κυρίαρχη πρόταση υπέρ του αντιπάλου.
Είναι πολλά αυτά που πρέπει να ειπωθούν όσο αργά και αν είναι. Πολλές οι βεβαιότητες και οι προσδοκίες που κατέπεσαν, πολλές οι επιθυμίες και τα δεδομένα που τσακίστηκαν. Δύσκολα μπορούμε να προβλέψουμε το μέλλον ακόμα και των επόμενων ημερών. Μα ας αφήσουμε επιτέλους τα οράματα και τις προβλέψεις στα μέντιουμ και τις καφετζούδες. Οι κοινωνίες φτιάχνονται με πράξεις.

(στην εφημερίδα Εποχή)

1 σχόλιο:

Chris K είπε...

Ισως να καταφθανω στα πρόθυρα της ανακάλυψης ενος ανώριμου προσωπικού αδιεξόδου, ενός βολέματος, ή, τουλάχιστον, μιας απόκλισης ευρηματικοτητας με αυτην την ερώτηση, αλλά,

Τι είδους πράξεις;

-

Χρήστος Αζούρης