Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2015

Τα κανάλια ως πολιτικοί οργανισμοί


Είναι ίσως νωρίς ώστε να αντιληφθούμε το τι άφησε το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος στην εσωτερική πολιτική της χώρας. Τα φορτία και τις πυκνώσεις, τις υπερβάσεις και τις αποφάσεις που καταγράφηκαν στο επίπεδο εκείνο που το πολιτικό ταυτίζεται με το καθημερινό, η ζωή δεν έχει απλώς και μια πολιτική χροιά, είναι απλά ζωή και εμπεριέχει το πολιτικό. Τις παρακαταθήκες αυτές του συμπυκνωμένου πολιτικού χρόνου, όπως τον βιώσαμε και όπως μας εγγράφηκε τις τελευταίες εβδομάδες ίσως να τις συναντήσουμε άμεσα μπροστά μας, θα εξαρτηθεί από το είδος της συμφωνίας την Κυριακή, από τον χαρακτήρα των μέτρων που θα επιβληθούν στο προσεχές διάστημα.
Για κάποια πράγματα όμως μπορούμε ήδη να μιλήσουμε με σιγουριά. Για το πώς ας πούμε το «όχι» αρθρώθηκε πεντακάθαρα κόντρα σε μια άτσαλη, χυδαία και τραμπούκικη εκστρατεία φόβου. Άσχετα ακόμη και από το ερώτημα, η απόφαση του ελληνικού λαού αποτέλεσε μια νίκη της δημοκρατίας στο χώρο του δημοσίου διαλόγου επί των ΜΜΕ, των διαχειριστών τους και των παραφυάδων τους. Για το πώς η απόφαση αυτή επαναπροσδιόρισε τα όρια της δημοκρατίας, ενώ ταυτόχρονα περιόρισε τη δραστικότητα και τις ικανότητες της εσκεμμένης παραπληροφόρησης.

Μηχανισμοί προπαγάνδας

Ένας από τους βασικούς λόγους που το αποτέλεσμα μοιάζει να προκύπτει ξεκάθαρα είναι η ίδια η μετατόπιση των καναλιών. Είχαμε προφανώς συνηθίσει, πολύ πριν τις τελευταίες εκλογές, πολύ πριν τις εκλογές του 2012 το ρόλο των καναλιών ως μηχανισμούς προπαγάνδας. Στην καθημερινή μας μονόδρομη συνδιαλλαγή γνωρίζαμε πάντα, ανάλογα με το θέμα, ποια θα είναι η αντίστοιχή στάση, τα κουτοπόνηρα κόλπα των πάνελ, τα παραπλανητικά μοντάζ και η απόκρυψη της πληροφορίας. Ήδη από τις πρώτες στιγμές της ανακοίνωσης του δημοψηφίσματος δεν είχαμε αμφιβολίες για το ποια θα είναι και τώρα η στάση των καναλιών, τα εξώφυλλα των μεγαλοεφημερίδων, η ηχώ στα στόματα των φερέφωνων. Αυτό όμως που συντελέστηκε, είναι κάτι το διαφορετικό.

Βασική προϋπόθεση ώστε να ανθίσει η προπαγάνδα είναι η ύπαρξη της πρόφασης, του προσχήματος. Ο πομπός εκπέμπει ώστε να σε πείσει, αλλά βασική προϋπόθεση ώστε να σε πείσει, είναι το να σε πείσει πρώτα πως δεν έχει σκοπό να σε πείσει. Μέχρι πρόσφατα τα ΜΜΕ ασκούσαν πειθώ στο όνομα της ενημέρωσης. Η πρότασή τους προσπαθούσε να επιβληθεί μέσα από τον «αντικειμενικό» τρόπο ενημέρωσης τον οποίο ευαγγελίζονταν. Η μετατόπιση συντελέστηκε όταν τα κανάλια χωρίς κανένα ίχνος πρόφασης ή προσχήματος πήραν θέση υπέρ του «ναι». Προβάλλοντας αποκλειστικά την μία άποψη, πολλαπλασιάζοντας (και πολλές φορές δημιουργώντας) τον πανικό που αργότερα θα διαχειρίζονταν, τοποθετούμενα στα μέσα δικτύωσης απροκάλυπτα υπέρ της μίας θέσης (βλ. φωτό). Ακόμη και η άτσαλη διαχείριση του ξηλώματος του χθεσινού τρόπου προπαγάνδας προσέθεσε σε αυτή τη διαπίστωση (βλ. π.χ. Σοφία Σαράφογλου στον Κλέωνα Γρηγοριάδη: Εμείς φταίμε που όλοι είναι υπέρ του «ναι»; Ή το σπρώξιμο παππού από ρεπόρτερ του ΜΕΓΚΑ όταν δήλωσε πως είναι υπέρ του «όχι» ή το απλανές βλέμμα και η αμηχανία Τατιάνας Στεφανίδου απέναντι σε τηλεθεάτρια που την έκραζε για 8 λεπτα, ή, ή, ή). Και ακόμα και αν αυτή η μετατόπιση φαίνεται ίσως μικρή (σε σχέση με τις καταγεγραμμένες καφρίλες από την μεριά των καναλιών το προηγούμενο διάστημα) πολλές φορές χρειάζεται να διανύσεις μεγάλη απόσταση για να κάνεις ένα μικρό βήμα.

Πλήρης απαξίωση

Οι διώξεις 9 (προς το παρόν) δημοσιογράφων από το πειθαρχικό της ΕΣΗΕΑ, ή η προκαταρκτική έρευνα που διέταξε η Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθήνας είναι απλώς ένα κομμάτι της όλης αντίδρασης. Το βασικότερο είναι η πλήρης απαξίωση των καναλιών από την μεριά του κόσμου όπως εκφράστηκε σε όλες τις συγκεντρώσεις και όπως καταγράφηκε και με το ποσοστό του «όχι» στο δημοψήφισμα. Για το λόγο αυτό, άλλωστε, τα κανάλια σταμάτησαν να αναφέρονται στο δημοψήφισμα μετά την διεξαγωγή του, εστιάζοντας αποκλειστικά στις εξελίξεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Καμία αλλαγή, καμιά απολογία, καμία συνείδηση της θέσης τους δεν καταγράφηκε στον άπλετο χώρο των δημοσίων συχνοτήτων. Είναι λοιπόν προφανές πως η ρύθμιση του τηλεοπτικού τοπίου και οι άδειες των τηλεοπτικών σταθμών, καθώς και μια ευρύτερη συζήτηση για τους όρους του δημοσίου διαλόγου (όχι τυπική αλλά σε βάθος) προκύπτουν ως ένα βασικότατο, κυρίαρχο και επιτακτικό αίτημα δημοκρατίας.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δεν υπάρχουν σχόλια: