Δευτέρα, 18 Μαΐου 2015

Το δίκαιο και το αίμα



Οι μέρες περνούν, το αίμα μένει. Ο φόνος του τετράχρονου κοριτσιού από τον πατέρα της ξεπερνάει τα όρια της γλώσσας. Κάνει τον κάθε σχολιασμό, την κάθε περιγραφή μας κακόηχη, γελοία, σχεδόν προσβλητική.

Ακριβώς γιατί το ίδιο το γεγονός ως συμβάν ξεπερνάει τα όρια της κοινωνίας, δεν περιγράφει την ίδια, αλλά τα σημεία που εξορίζει πέρα από τα σύνορά της. Η σημερινή κοινωνία, η κάθε κοινωνία. Οι λεπτομέρειες, σε σχέση με την ηλικία, την οικογενειακή σχέση, τους όρους με τους οποίους έγινε η πράξη και όλα όσα την ακολούθησαν ξεπερνούν το γεγονός, αποκόπτονται και τελικά επιστρέφουν για να το περιγράψουν από την αρχή με νέο επώδυνο βάρος.

Το συμβάν μάς κάνει να επιστρέφουμε στο βουβό εκείνο κομμάτι της ανθρώπινης ύπαρξης. Εκεί που τοποθετήθηκε το «κακό» στην απόλυτη καθαρότητά του με μεταφυσικούς, υπερβατικούς ή μυθολογικούς όρους. Στο σημείο εκείνο της αποκοπής από την κοινωνία που προσπαθούμε να ξορκίσουμε, με θρησκείες, ολιστικά σχήματα επεξήγησης, τέχνες, ταινίες, όπου το κακό υπάρχει στην πλήρη κατάφασή του. Αυτό το σημείο που ο άνθρωπος δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του και -κυρίως- που επιθυμεί να μην τον αναγνωρίσει.

Μα ήδη μιλήσαμε πολύ γι' αυτά που δεν μιλιούνται. Και ακριβώς αυτό που σε τσακίζει είναι όλη η ομιλία η οποία ακολούθησε τη συμπαγή σιωπή που οφείλουμε στο συμβάν. Τα σχόλια, η ένταση και οι απαιτήσεις που δεν περιγράφουν τη δολοφονία τελικά, αλλά την κοινωνία και εμάς τους ίδιους. Τον άθλιο τρόπο των μέσων ενημέρωσης που κατασκεύασαν με άδειες λέξεις και φθαρμένους χαρακτηρισμούς ένα θέαμα φρίκης ικανό να φοβίσει και να σκανδαλίσει, να ανοίξει διάλογο με τις κατώτερες παρενθέσεις του θυμικού μας. Ο εφιάλτης της αυτοδικίας ως αυτονόητο δίκαιο, οι κουβέντες για λιντσαρίσματα και θανατικές ποινές, ειπωμένες σε διαδικτυακές ομάδες και σκουπιδοφυλλάδες συνηθισμένες στην απαίτηση ενός συσσιτίου αίματος. Ο επιταχυνόμενος ρατσισμός λόγω της καταγωγής του πατέρα ή της εξάρτησής του. Οι γελοία υπεραπλουστευτικές ή υπεραπλουστευτικά γελοίες εξηγήσεις πως για τα γεγονότα φταίνε η φτώχεια, οι πολιτικές και τα μνημόνια. Και μαζί μια σειρά από παθογένειες, σε έξαρση ύστερα από κάθε γεγονός που τις κεντρίζει.

Οι απαράδεκτες δηλώσεις του υπουργού Πανούση, όπου το σχόλιο μπερδεύεται σε τέτοιο βαθμό με την ευθύνη της θέσης (ακριβώς λόγω του πλαισίου της υπουργικής ιδιότητάς του) ώστε τελικά οι δηλώσεις να ακούγονται ως μια μακάρια ανοχή απέναντι σε εκδηλώσεις αυτοδικίας που ο ρόλος του αυτονόητα επιβάλλει να αποτρέπει. Τα κανάλια της παραπληροφόρησης, τα οποία παραπληροφορήθηκαν και έβγαλαν να μιλήσει μια δήθεν ψυχίατρος του ΟΚΑΝΑ, η οποία δήθεν παρακολουθούσε την οικογένεια του κοριτσιού. Η κάλπικη ψυχίατρος τελικά συνελήφθη, τα κάλπικα κανάλια όχι. Και τελικά η ερώτηση γύρω και μαζί με όλα αυτά: πώς βρεθήκαμε ξαφνικά καλυμμένοι κάτω από αυτό το σεντόνι αίματος;

Ομολογώ πως απέναντι σε όλα -το αρχικό γεγονός και τα μετέπειτα γεγονότα- στέκομαι με απορία. Εδώ και δύο εβδομάδες διαβάζω αναλύσεις, τεκμηριωμένες απόψεις και θυμικές αποψάρες και μονίμως νιώθω κάτι να μου διαφεύγει. Και όπως συμβαίνει σε παρόμοιες περιστάσεις -είτε από αδυναμία είτε από μια ελάχιστη αίσθηση οικειότητας- γυρνώ στη λογοτεχνία.
 
Το «Γκιακ» (που θα πει αίμα στα αρβανίτικα) είναι ίσως το καλύτερο βιβλίο που διάβασα φέτος. Η συλλογή διηγημάτων του Δημοσθένη Παπαμάρκου αποτελείται από μια σειρά αφηγήσεων γύρω από τους κώδικες του συγγενικού δεσμού, της εκδίκησης και του αίματος στις αρβανίτικες κοινότητες της Στερεάς Ελλάδας. Συνδεδεμένα με τη Μικρασιατική Εκστρατεία, οι αρχαϊκοί νόμοι συναντούν την άρση των νόμων στην περίοδο του πολέμου. Και τελικά αυτό που μένει είναι το αίμα. Ως καταγωγή, ως φόνος ακόμα και ως δίψα. Το αίμα που τα ενώνει όλα σε ένα και μόνο χρώμα.
Ξαναδιάβασα το βιβλίο μετά την ανακοίνωση του γεγονότος και κατά την έκρηξη των προεκτάσεών της. Συμπεράσματα δεν έχω, μόνο μια αμήχανη ερώτηση να με κεντρίζει επίμονα: Ποιος κώδικας, ποιος πόλεμος και ποια φύση μάς επιβάλλουν σήμερα όλον αυτό τον διάλογο αίματος;

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δεν υπάρχουν σχόλια: