Τρίτη, 31 Μαρτίου 2015

Περνάει ο στρατός…






«-Γιατί, παιδί μου, είσαι θλιμμένο
μέρα γιορτής και με κοιτάς σαν ξένο;
-Αχ πόσο με στεναχωρείς πατρίδα
μονάχα σε εθνικές γιορτές σε είδα…
(…)
-Γιατί, παιδί μου, αγναντεύεις πέρα
τι βλέπεις να ‘ρχεται μες στον αέρα;
-Βλέπω να ‘ρχεται η ανεργία
και να με στέλνεις στη Γερμανία».

Θωμάς Γκόρπας, «Η πατρίδα»

«Έτσι και φέτος, θαυμάσαμε την ένδοξη εθνική μας παρέλαση· τις τροχοφόρες και ένστολες αμυντικές δαπάνες, τους στρατιώτες στρατοκόπους, την ατμόσφαιρα της στρατόσφαιρας. Το παρελθόν ντυμένο στο χακί, γιορτάζοντας τη διακεκομμένη γλώσσα της ιστορίας, την εθνοπερήφανη άγνοιά μας, τις κατασκευές και τα μπαλώματα. Και μαζί τη μικρογεωγραφία της σεμνής τελετής, τις μαθητικές παρελάσεις με την άγουρη πούδρα, το γερασμένο λευκό των πουκαμίσων, την ομοιομορφία της κρατικής γεωμετρίας. Σημαιοφόροι βραβευμένοι με έθνος ακολουθούμενοι από παραστάτες, οδηγοί και οδοιπόροι και η φωνή του υπερήφανου σπίκερ της δημόσιας τηλεόρασης να μας επιβεβαιώνει με υπερήφανα σαρδάμ, τον ηρωισμό της Μπουμπουλίνας, τα κατορθώματα των Ελλήνων, το ανυπέρβλητο θάρρος του στρατού, τον ένδοξο κυματισμό της πολεμικής σημαίας. Και κάπου εκεί πίσω, ο επαναλαμβανόμενος τυμπανισμός της μπάντας που ακούς απ’ τα μαθητικά σου χρόνια, να μπουκώνει την ακοή, το τύμπανο του αυτιού να σου υπενθυμίζει τις πιο ανούσιες περιοχές της μνήμης.»



Αυτά γράφαμε λίγους μήνες πριν, μια επέτειο απόσταση, στις 28 Οκτωβρίου του 2014. Άλλαξε η χρονιά, άλλαξε και η κυβέρνηση, αλλά οι παρελάσεις παρέμειναν. Αναβαθμισμένες, χωρίς φραγμούς από κάγκελα αλλά υπό το φράγμα του ήχου των κλαρίνων. Με μια προσπάθεια διαφορετικής αφήγησης που σε συμβολικό επίπεδο προσπαθεί να βρει χώρο στις ίδιες νεκρές μορφές. Μα αν το περιεχόμενο αλλάζει, αυτό δεν μπορεί παρά να εντυπώνεται και στην επιφάνεια. Και η θωρακισμένη επιφάνεια της 25ης Μαρτίου μοιάζει να αποτελεί το ίδιο ακριβώς σύμβολο.
Και συ μοιάζεις αμήχανος. Τι είναι όλα τούτα και τι να γράψω για αυτά; Άλλωστε, η αμηχανία δεν είναι άποψη σου λένε. Και όμως, αντίθετα από την απόλυτη κατάφαση του στρατιωτικού βηματισμού η αμηχανία είναι πολιτική άποψη.

Μοιάζει να ξεχνάμε απότομα σύντροφοι. Όχι τις συμφωνίες αλλά τις διαφωνίες πολύ περισσότερο. Τις διαφωνίες απέναντι στην κυρίαρχη ιδεολογία, τις διαφωνίες απέναντι σε ό, τι περιέβαλε έναν κόσμο που έπρεπε να αλλάξει, στη ουσία και την λεπτομέρειά του. Τη διαφωνία που γεννά την αλλαγή, τη δημιουργία, τη μεταμόρφωση του γύρω. Τους λόγους δηλαδή που μερικοί από μας ενταχθήκαμε στην αριστερά. Και κυρίως τις διαφωνίες μεταξύ μας, την κουλτούρα του διαλόγου, τη δημοκρατική ανταλλαγή (που δεν ξέρω γιατί αλλά η παρελαύνουσα γεωμετρία των εθνικών εορτών –τόσο ως εικόνα όσο και ως σύνολο ιδεολογημάτων- εμένα μου μοιάζει , έστω διαισθητικά, κόντρα αντίθετη).



Και για να μην κλαυθμηρίζουμε ποιητικοτρόπως και γενικολογώντας. Να ξεχνάμε τι σημαίνει στρατός σε αυτή τη χώρα και με τι είναι συνδεδεμένος (και δεν μιλάμε εδώ για το ‘21 ή την Αλβανία, αλλά για σχεδόν όλα τα άλλα. Εξορίες, δικτατορίες, παρακράτος, τραβήξτε όποιο χαρτί θέλετε). Να ξεχνάμε τον τρόπο με τον οποίο η θητεία λειτουργεί ως κατασταλτικός μηχανισμός χειραγώγησης και ομογενοποίησης. Να ξεχνάμε τις καταγγελίες για το υπέρμετρο κόστος των εξοπλισμών (και το αδικαιολόγητο κόστος των παρελάσεων επίσης). Να ξεχνάμε συγκεκριμένες εθνικές αφηγήσεις που παραχαράσσουν ιστορικές αλήθειες, υπεραπλουστεύουν πάντα ωραιοποιώντας και καλλιεργούν εθνικισμούς και περιούσιους λαούς. Και τελικά μοιάζει να ξεχνάμε τι είναι στρατός γενικά, τη σχέση της ελληνικής αριστεράς και της αριστεράς γενικότερα με το φιλειρηνικό κίνημα, το οποίο, θεωρώ, πως σε συνθήκες ειρήνης δεν καλλιεργείται με μιλιταριστικά θεάματα.

Και κυρίως να ξεχνάμε τον διάλογο γύρω απ όλα τα παραπάνω. Όχι τις θέσεις, ή το δόγμα, αλλά έναν διάλογο που κάποια στιγμή –γι αυτά τα θέματα και ταυτόχρονα μια σειρά από άλλα - περιμέναμε πως θα ανοίξει και ευρύτερα στην κοινωνία. Και το πώς ο διάλογος αυτός, διευρυμένος και ενσαρκωμένος, θα μπορούσε να γίνει πραγματικός εορτασμός μηνυμάτων, σημασιών και διεκδικήσεων, όταν οι άσκοπες στρατιωτικές παρελάσεις και η αισθητική της πλαστικής σημαίας θα καταργούνταν ως κάτι το αυτονόητο.

Και μπορεί επιμέρους κινήσεις ή πλαισιώσεις (όπως π.χ. το κείμενο του Αριστείδη Μπαλτά προς τους μαθητές) να κινούνται προς ακριβώς αυτή την κατεύθυνση, αλλά οι αναφορές σε «παλιγγενεσία», οι αποστροφές τύπου «ουδέποτε είχαμε βάλει θέμα κατάργησης των παρελάσεων», ο φανατισμός με τον οποίο υποστηρίχτηκε από ένα κομμάτι της αριστεράς η διεξαγωγή της παρέλασης, χωρίς το παραμικρό περιθώριο διαφωνίας και ακόμη περισσότερο η χρήση μιας γενικόλογης ρητορικής περί εθνικής ομοψυχίας, με όλο και λιγότερες ταξικές αναφορές (το σημείο που εγώ –ίσως αφελώς-αντιλαμβάνομαι πως καθιστά την αριστερά, αριστερά) κινούνται προς ακριβώς την αντίθετη κατεύθυνση.

Περιμένουμε καλοπροαίρετα ένα «όχι» κάπου την 28η Οκτωβρίου.


(στην εφημερίδα Εποχή)

Δεν υπάρχουν σχόλια: