Κυριακή, 29 Μαρτίου 2015

Οι ακροβολισμένοι των μπαλκονιών



Αποχαιρετισμός
Αν θα πεθάνω
αφήστε το μπαλκόνι μου ανοιχτό.

Το παιδί τρώει πορτοκάλια.
(Το βλέπω απ' το μπαλκόνι μου.)

Ο θεριστής θερίζει τα στάχυα.
(Τον βλέπω απ' το μπαλκόνι μου.)

Αν θα πεθάνω
αφήστε το μπαλκόνι μου ανοιχτό!

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα


Σε θυμάμαι για χρόνια μονίμως έκθετο και ορατό στο μπαλκόνι, να πηγαινοέρχεσαι εκεί και να κοιτάς, να σταματάς για λίγο και ξανά πάλι, να διασχίζεις μια τεράστια διαδρομή σε έναν ελάχιστο χώρο. Να καταλήγεις ξανά και ξανά στον εαυτό σου, σε μια πορεία που πουθενά αλλού δεν θα μπορούσε να εκβάλει. Τις πρόχειρες καρέκλες που ξεκουράζουν το μάταιο βήμα σου, τα αμφίβολα τραπέζια πάντα σε εγρήγορση να στηρίξουν τους βαρετούς σου αγκώνες. Μόνιμος παρατηρητής αυτού που συμβαίνει και μόνιμος φάρος για αυτό που δεν λέει να συμβεί.
Είναι οι ακροβολισμένοι των μπαλκονιών. Ανθρωποι που στήνουν τις διόπτρες και τα τηλεσκόπιά τους, λίγα μέτρα πάνω απ' τα κεφάλια μας. Που καιροφυλακτούν το τίποτα και κρατούν σημειώσεις για το καθόλου, που υπάρχουν με τρόπο προφανή, σαν για να επιβεβαιώσουν στις βιαστικές μορφές μας που προχωρούν κάτω απ' τον δρόμο πως είμαστε και εμείς ορατοί, αντικείμενα υπό το βλέμμα των άλλων. Πως είμαστε και εμείς στοιχεία της καθημερινότητας ενός άγνωστου άλλου. Στέκονται εκεί, αδιαφορώντας για τον χώρο που τους παραχωρεί το δικό σου βλέμμα και σε διδάσκουν τη διαφορά τού να βλέπεις και του να κοιτάς, του να αγναντεύεις, του να χαζεύεις, του να διακρίνεις και απλά του να κοιτάς.
Θολή εικόνα χωρίς λεπτομέρεια, ένα σεντόνι κίνησης χωρίς κεντημένα στοιχεία. Οι επαναλήψεις της γειτονιάς οριοθετημένες από εκείνο το τυχαίο βλέμμα. Κερκίδες του κοινότοπου και συ κλειδούχος του καθημερινού, ενώ ο χρόνος περνά χωρίς ενέργεια, χωρίς πράξη, χωρίς επιλογή. Είναι η αστοχία του ματιού, η βολή που πέφτει πάντα λίγο έξω από τον στόχο, όχι από αδυναμία στο σημάδι, αλλά επειδή ποτέ δεν ήταν ξεκάθαρο το ποιος ο στόχος. Ομοια με το ατελείωτο αγνάντεμα της οθόνης, αλλά σαν να κοιτάς αποκλειστικά τις διαφημίσεις. Ή σαν να πηγαίνεις στο θέατρο και ενώ το έργο ξεκινά εσύ να παρατηρείς τους θεατές και όχι την παράσταση. Χωρίς απαιτήσεις δράσης, πλοκής ή έστω θεάματος. Και στις περιπτώσεις αυτές, αλήθεια, τι ξάφνιασμα που είναι το απότομο τέλος και κυρίως το χειροκρότημα.
Μα τα μπαλκόνια είναι σημάδια μιας συνολικής εξωστρέφειας μας είπαν. Ενα από τα χαρακτηριστικά μας που μας διαχωρίζουν από τους άλλους, μια από τις ιδιαιτερότητες του κλίματος, της ταυτότητας, του Εγώ μας. Στη βόρεια Ευρώπη δεν υπάρχουν μπαλκόνια, τα παρέσυραν η βροχή και το χιόνι. Η θερμοκρασία εδώ είναι κατάλληλη για τη βλάστησή τους και ο τρόπος μας εκεί κάτι το ξεχωριστό. Μα δεν μιλούμε για αυτό. Μιλάμε για τους έγκλειστους του έξω, γι' αυτούς που έτυχε το κελί τους να έχει σχήμα μπαλκονιού.
Σκέφτομαι όλα αυτά τα υπερυψωμένα υπόγεια, μέτρα πολλά πάνω από τη στάθμη του υπό-. Να ανεβάζουν όλο το κλειστό τους, σε σημείο έκθεσης και προβολής, να αναπνέουν τον κάτω αέρα, να εγκλωβίζουν την κλεισούρα στο ύψος. Σε πόσα βήματα περνάει μια ζωή και με τι τρόπο απλό, σχεδόν τυχαίο.
Τώρα νυχτώνει και το τραπέζι μπροστά σου στέκει άδειο. Στο βάθος ανεβαίνει ο Φεγγάρης. Κοινότοπος και αυτός στα ωράριά του, στις επισκέψεις και τις αποχωρήσεις του, απόλυτα κουρδισμένος στην επιβλητική του παρουσία. Ερχεται και αυτός στο μπαλκόνι, εκεί να κάτσει, στις ξεκοιλιασμένες σου καρέκλες και τα σκονισμένα σου τραπέζια και συ να κάτσεις απέναντί του. Να τον τρατάρεις κάτι, να πείτε δυο κουβέντες, ίσως να στρώσετε και κανένα χαρτί. Και ύστερα εσύ και o Φεγγάρης να κοιτάξετε μαζί σιωπηλοί τον αραιό δρόμο, τους ελάχιστους περαστικούς, την αγχωμένη πορεία ενός αδέσποτου, ενώ η ώρα περνά πηχτή, χωρίς δευτερόλεπτα, μόνο με υπερτροφικά λεπτά. Και δεν περνά πολύς χρόνος μέχρι και οι δυο σας να συνειδητοποιήσετε στο κοινό σας βλέμμα πως δεν έχετε τίποτα να πείτε, καμία κουβέντα να ανταλλάξετε.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δεν υπάρχουν σχόλια: