Σάββατο, 2 Αυγούστου 2014

Εκείνο το σκοτάδι ανάμεσα




Ἀγγελικὸ καὶ μαῦρο, φῶς,
γέλιο τῶν κυμάτων στὶς δημοσιὲς τοῦ πόντου,
δακρυσμένο γέλιο,
σὲ βλέπει ὁ γέροντας ἱκέτης
πηγαίνοντας νὰ δρασκελίσει τὶς ἀόρατες πλάκες
καθρεφτισμένο στὸ αἷμα του
ποὺ γέννησε τὸν Ἐτεοκλῆ καὶ τὸν Πολυνείκη.
Ἀγγελικὴ καὶ μαύρη, μέρα-
Γιώργος Σεφέρης, Κίχλη

Θυμάμαι εκείνη την παλαιά στιγμή, να φτάνει ξανά και ξανά, στις θερινές διακοπές με τους γονείς μες το αμάξι και εκείνες τις άγνωστες νυχτερινές διαδρομές στους επαρχιώτικους δρόμους. Σε δρόμους χωρίς φωτισμό, στενούς στην απουσία της όρασης, περικυκλωμένους από χωράφια, δέντρα και ησυχία. Και συ πρέπει να κοιτάς έξω από το παράθυρο για να μην ζαλιστείς, κοιτάς έξω μέσα στην ανία της διαδρομής, γιατί είναι οι ώρες πολλές και παιδικές και το πίσω κάθισμα γεμάτο εσωστρέφεια. Μα στους δρόμους αυτούς ο ορίζοντας έμοιαζε να πνίγεται στην πιο κοντινή επιφάνεια και το θέαμα της διαδρομής είχε αποκλειστικά δύο διαστάσεις. Όμως, άμα κοίταζες πιο προσεκτικά μπορούσες να δεις, να δεις το σκοτάδι, το σκοτάδι ανάμεσα στα δέντρα. Να κουλουριάζεται στους κορμούς, να συνεχίζει (για πάντα σκεφτόσουν) ανάμεσα τους, να εκβάλει στο αυτοκίνητο σαν κύμα βουβό. Και εκείνη τη στιγμή το ήξερες για το σκοτάδι ανάμεσα, πως ενώ το κοιτάς εσύ σε κοιτάει και κείνο (ίσως και αυτό για να μην ζαλιστεί). Από τότε δημιουργήθηκε μια σχέση, μια ανομολόγητη συγκατοίκηση και όπου και αν πας κουβαλάς λίγο σκοτάδι στις αποσκευές σου.
Υπήρχε άλλωστε απ τα πριν, σαν καθημερνή απειλή που επιστρέφει κάθε βράδυ. Κρυμμένο όλη μέρα σε ντουλάπες, συρτάρια και γωνιές του παιδικού δωματίου. Πίσω από την πόρτα και κάτω απ το κρεβάτι (κυρίως κάτω απ το κρεβάτι). Περιμένοντας την ώρα εκείνη που θα ακούσει τον διακόπτη και το ανάδεμα στα σεντόνια, την ώρα εκείνη που τα χρώματα κάνουν ανακωχή, που οι αντιθέσεις της όψης λειαίνονται μέχρι να χαθούν και όλα ταυτίζονται. Εκείνο εκεί το πρώτο, το παιδικό σκοτάδι, συναρμολογούμενο, τροχοφόρο και ελαστικό. Τρομαχτικό και ταυτόχρονα οικείο, στοιβαγμένο τώρα σε κάποια κούτα μαζί με διαμελισμένα παιδικά παιχνίδια.
Μεγαλώνοντας το σκοτάδι υποβαθμίστηκε σε ημίφως. Σαν να συνήθισαν τα μάτια να μαζεύουν τον ελάχιστο κόκκο απ το φως, όμοια με τα υπόγεια ζώα που συνήθισαν την όραση στις σπηλιές. Και όμοια με αυτά τα μάτια του σκοταδιού ατροφήσαν. Γνωρίζει πως είσαι εκεί, μα δεν μπορεί πια ν σε κοιτάξει. Νέοι κάτοικοι ήρθαν να εποικήσουν τις αχανείς εκτάσεις του. Φυλές τις νύχτες, μικροσυνομωσίες του τίποτα, συμπότες και συνδαιτυμόνες. Το σκοτάδι έγινε πληκτροφόρο, αλκοολούχο, ιδρωμένο από την τριβή των σωμάτων. Μα κατοικεί ακόμα εκεί, εκείνο εκεί, το πρώτο σκοτάδι ανάμεσα.
Άλλωστε πια το ξέρεις πως όσο και να ταυτίζονται το σκοτάδι δεν έχει σχέση με τη νύχτα. Σε αντίθεση με αυτήν, το σκοτάδι κουβαλά την αυτοτέλεια του. Ενώ εκείνο δεν την έχει ανάγκη, νύχτα χωρίς σκοτάδι δεν νοείται. Το σκοτάδι περιφρονεί τη σκιά, αυτή την πλαδαρή ξαδέρφη του. Κυρίως για τις συμμαχίες της με το φώς, όταν τις στιγμές του πιο επικυρωμένου θριάμβου του, η σκιά θα εξυπηρετήσει το φως προσφέροντας σύντομες βολικές παύσεις, τονίζοντας στη σύντομη απουσία, του το μέγεθος της παρουσίας του.
Συμπαγές και πηχτό, πλωτό στις διαδρομές της όρασης το σκοτάδι είναι σύμμαχος της σιωπής. Και όπως η σιωπή κυκλώνει τον ήχο για να του δώσει υπόσταση, έτσι και το σκοτάδι αποτελεί το περίγραμμα των πραγμάτων. Χωρίς αυτό τα σχήματα χάνουν τη μορφή τους και οι όψεις χύνονται στο θολό. Το μαύρο αυτό φως που κουβαλούμε μέσα.
Και είναι οι μέρες αυτές όπου η στάθμη του σκοταδιού μέσα τον άνθρωπο ανεβαίνει. Οι μέρες αυτές που τα βασανιστήρια νομιμοποιούνται, η ανθρώπινη υπόσταση γίνεται κάτι το σχετικό και οι δολοφόνοι της φράουλας αθωώνονται. Είναι και πάλι εκείνο το σκοτάδι ανάμεσα, ανάμεσα στον άνθρωπο και σε αυτό που μπορεί να καταντήσει. Το μέσα φράγμα υπερχειλίζει και το σκοτάδι πλημμυρίζει επιβεβαιώνοντας. Τα ίδια τα ποσοστά του ανθρώπου: 70% νερό, 20% άνθρακας και 10% σκοτάδι.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δεν υπάρχουν σχόλια: