Παρασκευή, 11 Ιουλίου 2014

Η ημέρα που εισέβαλλα στην Δανία



(τραγούδι παιδικό)

Στον Γιώργο Πρεβεδουράκη


Ίσως από έλλειψη μέτρου, ενθουσιασμό (ή ίσως από ανία),
Πήρα την απόφαση να εισβάλλω στη Δανία.


***

Την απόφαση μου εξόπλισα.
Με μουσκέτα και σάλπιγγες,
τύμπανα, ξιφολόγχες
και ένα ρυθμικό βηματισμό.
Στη ζώνη μου πέρασα,
Ένα σπαθί από ξύλο.
και για θυρεό αποφάσισα,
μια ηλικία σφαγμένη.


***

Λίγο πριν το ξημέρωμα αρχίζω τη διαδρομή μου,
διασχίζοντας την απόσταση ως τη Δανία.

***

Και να ’τοι εκεί:
Φύλακες ερειπίων πίσω από γροθιές εχθρικές,
ιδιοκτήτες σπάνιων κοχυλιών κάτω από τις ομπρέλες.
κορίτσια μαδούνε δευτερόλεπτα, γυναίκες ζυμώνουνε μήνες.

Κοίτα, άντρες πεθαίνουνε σε ξένες γλώσσες
κι εγώ προχωρώ σιωπηλός.
τόσα χρόνια προχωρώ σιωπηλός
την απόστασή μου
ως τη Δανία.


***

Ένα πρωινό, πέρασα τα τελευταία σύνορα.
Οπλισμένος μέχρι τα δόντια, εισέβαλα στη Δανία.
Στους δρόμους με τις δανέζικες σημαίες,
στα σπίτια με τα δανέζικα παιδιά,
στον χρόνο με τις δανέζικες ώρες.
Εισέβαλα και εισέβαλα
στη χώρα αυτή
που όλοι επιμένουν να ονομάζουν Δανία.



***

Και την βρήκα άδεια.



***
Οι άνθρωποι αφήσαν τις πόλεις, τα χωριά και τους δρόμους.
Ίσως επειδή μάθανε τα σχέδια μου,
ή ίσως επειδή κουραστήκαν να είναι Δανοί.
-Άδειες οι πόλεις, τα χωριά και οι δρόμοι-
Και γύρω σιωπή



***
Και το νερό,
                     ακόμα και το νερό
                                               κυλούσε δίχως θόρυβο.



***
Μια νύχτα, σε μια ξαφνική πλατεία συνάντησα μια φιγούρα:
«Είσαι ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν» του είπα. «Είσαι Δανός».
«Έτσι λένε» μου απάντησε. «Πολλά λένε. Και άλλοτε σωπαίνουν. Μα μη φοβηθείς τη σιωπή. Κάποτε η σιωπή υπήρξε άλλος ένας τρόπος να παραδεχτείς πως γνωρίζεις. Και τώρα εμείς ζούμε όλη αυτή την κατοικίδια συμπεριφορά της.
Ζήσαμε τον χρόνο, φυγαδεύοντας το όνειρο μας στον ύπνο κάποιου ξένου, φοβισμένοι μήπως ξυπνήσουμε ξαφνικά. Ίσως κάποτε… Όταν συνηθίσουμε να τσακίζουμε τις λευκές σελίδες. Όταν η απόσταση ανάμεσα στις λέξεις πυκνώσει ή ίσως όταν ο ουρανός χαμηλώσει…»


***
« … αρκετά όμως μ’ αυτά. Πάρε αυτό το τσεκούρι, παρ’ το και κράτα το γερά από την λαβή. Παρ’ το και πάμε να κόψουμε
                          αρχαία δέντρα.»


(στην εφημερίδα Εποχή. μια πρώτη μορφή του ποιήματος δημοσιεύτηκε στο περιοδικο e-poema)

Δεν υπάρχουν σχόλια: