Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2013

Εί­μα­στε ό­λοι α­ντι­φα­σί­στες!

(Ο Γεώργιος Καμίνης, στην μεγαλειώδη συγκεντρωση της Δράσης -πάνω από 50 άτομα- στο Μέγαρο Μουσικής)








Επι­τύμ­βιο­ν

Πέ­θα­νες – κι έ­γι­νες και συ:
ο κα­λός.
Ο λα­μπρός άν­θρω­πος,
ο οι­κο­γε­νειάρ­χης, ο πα­τριώ­της.
Τριά­ντα έ­ξι στέ­φα­να
σε συ­νο­δέ­ψα­νε, τρεις λό­γοι
α­ντι­προέ­δρων,
ε­φτά ψη­φί­σμα­τα για τις υ­πέ­ρο­χες υ­πη­ρε­σίες που προ­σέ­φε­ρες.

Α, ρε Λαυ­ρέ­ντη, ε­γώ που μό­νο
το ’ξε­ρα τι κά­θαρ­μα ή­σουν,
τι κάλ­πι­κος πα­ράς, μια ο­λό­κλη­ρη ζωή μέ­σα στο ψέ­μα.
Κοι­μού εν ει­ρή­νη δε θα ’ρθω
την η­συ­χία σου να τα­ρά­ξω.
(Εγώ μια ο­λό­κλη­ρη ζωή μες
στη σιω­πή θα την ε­ξα­γο­ρά­σω
πο­λύ α­κρι­βά κι ό­χι με τί­μη­μα
το θλι­βε­ρό σου το σαρ­κίο).
Κοι­μού εν ει­ρή­νη. Ως ή­σουν
πά­ντα στη ζωή: ο κα­λός,
ο λα­μπρός άν­θρω­πος,
ο οι­κο­γε­νειάρ­χης, ο πα­τριώ­της.

Δε θα ’σαι ο πρώ­τος ού­τε δα
κι ο τε­λευ­ταίος.

Μα­νώ­λης Ανα­γνω­στά­κης

Και ε­νώ τις η­μέ­ρες που α­κο­λού­θη­σαν τη δο­λο­φο­νία του Παύ­λου Φύσ­σα τα κα­θε­στω­τι­κά κα­νά­λια και οι ε­φη­με­ρί­δες α­να­κά­λυ­ψαν πως στην Ελλά­δα υ­πάρ­χει πρό­βλη­μα με τον να­ζι­σμό, ε­μείς ταυ­τό­χρο­να α­να­κα­λύ­ψα­με τον βα­θιά ρι­ζω­μέ­νο α­ντι­φα­σι­σμό τους. Το δελ­τίο του Μέ­γκα μας ε­νη­μέ­ρω­σε πως ή­ταν α­πό τους πρώ­τους που τόλ­μη­σε να τα βά­λει με τη Χρυ­σή Αυ­γή, το –πά­ντα ε­ξαί­ρε­το- Πρώ­το Θέ­μα μας κά­λε­σε να μη ξε­χά­σου­με τον φα­σι­σμό και ο ΣΚΑΙ μας ε­νη­μέ­ρω­σε πως η Χρυ­σή Αυ­γή έ­χει ρα­τσι­στι­κή δρά­ση (α­φού πρώ­τα για την τι­μή των ό­πλων τιτ­λο­φό­ρη­σε την εί­δη­ση της δο­λο­φο­νίας ως ξε­κα­θά­ρι­σμα ο­πα­δι­κών δια­φο­ρών). Ο α­ντι­φα­σι­σμός προ­σφέρ­θη­κε ως κοι­νός τό­πος, η δο­λο­φο­νία ως α­φορ­μή για συ­ναι­σθη­μα­τι­κές α­κρο­βα­σίες τη­λε­ο­πτι­κού τύ­που, ως μια κο­ρύ­φω­ση στο θέ­α­μα του μνη­μο­νια­κού δρά­μα­τος, στή­νο­ντας και που­λώ­ντας την φω­το­γέ­νεια του θα­νά­του.
Και ταυ­τό­χρο­να με τις διά­φο­ρες α­πο­κα­λύ­ψεις - ε­ξο­μο­λο­γή­σεις των δια­φό­ρων με­λών της Χρυ­σής Αυ­γής, τα κα­νά­λια στα -μο­νο­θε­μα­τι­κά πλέ­ο­ν- δελ­τία τους προ­σφέ­ρουν μια κα­τα­γρα­φή της δρά­σης της ορ­γά­νω­σης. Πα­ρου­σιά­ζουν ντο­κου­μέ­ντα πα­λαιά, περ­σι­νές φω­το­γρα­φίες και προ­πέρ­σι­να βί­ντεο, ε­ξο­μο­λο­γή­σεις που δεν βρή­καν χώ­ρο, πραγ­μα­τι­κό­τη­τες που α­πο­σιω­πή­θη­καν. Το μέ­γε­θος αυ­τών των α­φιε­ρω­μά­των κα­τα­γρά­φει το μέ­γε­θος της συ­γκά­λυ­ψης, της σιω­πής και της συ­ναυ­τουρ­γίας α­πέ­να­ντι στον ρα­τσι­σμό και την Χρυ­σή Αυ­γή ό­λα αυ­τά τα χρό­νια. Το μέ­γε­θος της σιω­πής ό­χι μό­νο των κα­να­λιών αλ­λά ό­λων ό­σοι γνώ­ρι­ζαν μα δεν μι­λού­σαν, ό­λων ό­σοι σε κά­θε πε­ρι­στα­τι­κό στο δρό­μο έ­στρι­βαν αλ­λού το κε­φά­λι προ­σπα­θώ­ντας να πεί­σουν τους ε­αυ­τούς τους πως δεν εί­δαν, ό­λων ό­σοι δεν πα­ρε­νέ­βη­σαν σε μια κου­βέ­ντα η ο­ποία κα­τέ­γρα­φε τη φρί­κη ως κα­θη­με­ρι­νή χει­ρο­νο­μία, ό­λων ό­σοι εί­παν ‘’έ­λα μω­ρέ, φαι­νό­με­να των και­ρών. Θα πε­ρά­σει’’.
Μα εί­μα­στε πολ­λοί που δεν ξε­χνού­με. Δεν ξε­χνού­με το πώς οι Χρυ­σαυ­γί­τες πα­ρου­σιά­στη­καν, ως α­γα­να­κτι­σμέ­νοι πο­λί­τες που δια­μαρ­τύ­ρο­νται για έ­να δι­καιο­λο­γη­μέ­νο πρό­βλη­μα, στην πε­ρί­πτω­ση του Αγίου Πα­ντε­λεή­μο­να, ως πρό­σκο­ποι που πά­νε τις για­γιά­δες στις τρά­πε­ζες σε στη­μέ­να ρε­πορ­τάζ α­πό το Πρώ­το θέ­μα. Το πώς ο φα­σι­σμός αι­σθη­τι­κο­ποιή­θη­κε μέ­σα α­πό μο­νο­σέ­λι­δα α­φιε­ρώ­μα­τα της ί­δια ε­φη­με­ρί­δας πα­ρου­σιά­ζο­ντας τους ‘’νέ­ους της Χρυ­σής Αυ­γής’’ και τις στι­λι­στι­κές τους προ­τι­μή­σεις, και λί­γο αρ­γό­τε­ρα κα­τα­γρά­φη­καν οι μπου­τίκ και τα προϊό­ντα της ορ­γά­νω­σης σε α­φιε­ρώ­μα­τα- δια­φη­μί­σεις. Το πώς οι γά­μοι των με­λών της πα­ρου­σιά­στη­καν ως κο­σμι­κά γε­γο­νό­τα, το πώς συ­μπε­ρι­λή­φθη­καν σε κου­τσο­μπο­λί­στι­κες στή­λες με φω­το­γρα­φίες σοκ και άλ­λα φαι­δρά. Το πώς φτιά­χτη­κε το προ­φίλ του Μι­χα­λο­λιά­κου σε α­πο­τυ­χη­μέ­νες τη­λε­ο­πτι­κές συ­νε­ντεύ­ξεις, με α­μή­χα­νους ή α­νί­κα­νους πα­ρου­σια­στές. Το πώς α­πο­σιω­πά­ται ε­δώ και χρό­νια η σχέ­ση της ορ­γά­νω­σης με τα σώ­μα­τα της α­στυ­νο­μίας. Και δεν ξε­χνού­με α­κό­μα το πώς στο­χο­ποιή­θη­καν οι με­τα­νά­στες α­πό τον κυ­ρίαρ­χο ρα­τσι­στι­κό λό­γο, το πώς οι φρά­σεις για τους με­τα­νά­στες- σκου­πί­δια α­πό τον Χρυ­σο­χοί­δη και ο δια­συρ­μός των ο­ρο­θε­τι­κών γυ­ναι­κών α­πό τον Λο­βέρ­δο δεν βρή­καν α­ντί­λο­γο σε κα­νέ­να πά­νελ και α­ντί­θε­τα βο­η­θή­θη­καν.
Και ό­μως ο α­ντι­ρα­τσι­στι­κός λό­γος των κα­να­λιών και των ε­φη­με­ρί­δων εί­ναι βα­θύ­τα­τα ρα­τσι­στι­κός. Κά­θε φο­ρά που ο Παύ­λος Φύσ­σας α­να­φέ­ρε­ται ως ο πρώ­τος νε­κρός α­πο­σιω­πού­νται ό­λα τα πα­λιό­τε­ρα θύ­μα­τα της ορ­γά­νω­σης. Απλά για­τί έ­τυ­χε οι νε­κροί να εί­ναι με­τα­νά­στες. Με τον τρό­πο αυ­τό, ο κυ­ρίαρ­χος λό­γος αρ­νεί­ται να α­πο­δε­χτεί την ι­διό­τη­τα του θύ­μα­τος, του μα­χαι­ρω­μέ­νου ή του δο­λο­φο­νη­μέ­νου στους με­τα­νά­στες. Αρνού­με­νο την κα­τα­γρα­φή στον θά­να­το τους στε­ρεί και το δι­καίω­μα στη ζωή.
Ο λό­γος της Χρυ­σής Αυ­γής έ­χει καλ­λιερ­γη­θεί ε­δώ και χρό­νια α­πό τα ί­δια τα κα­νά­λια. Η προ­βο­λή και ο πολ­λα­πλα­σια­σμός του φό­βου ως βα­σι­κού στοι­χείου των εκ­πο­μπών και των δελ­τίων, ο ε­ντυ­πω­σια­σμός, η δυ­σα­ρέ­σκεια α­πέ­να­ντι στην πο­λι­τι­κή με α­γο­ραίους ό­ρους, ο κυ­νι­σμός, ο σε­ξι­σμός, η ο­μο­φο­βία, η ξε­νο­φο­βία ως κα­θη­με­ρι­νό αυ­το­νό­η­το, εί­ναι στοι­χεία που δεν πρό­κει­ται να αλ­λά­ξουν, στοι­χεία που οι­κο­δό­μη­σαν ε­δώ και χρό­νια το θέ­α­μα της πλη­ρο­φο­ρίας. Ο α­ντι­φα­σι­σμός των τε­λευ­ταίων η­με­ρών, υ­φί­στα­ται α­πλά ε­πει­δή εί­ναι πολ­λα­πλά πρα­κτι­κός στη δε­δο­μέ­νη συ­γκυ­ρία. Όπως πα­λαιό­τε­ρα έ­μοια­ζε πρα­κτι­κή η στά­ση που α­θώω­νε ή α­πο­σιω­πού­σε τον φα­σι­σμό. Όχι μό­νο χρη­σι­μο­ποιεί­ται για να κα­θα­ρί­σει η­θι­κά ό­σους πα­λαιό­τε­ρα τον βοή­θη­σαν να α­να­πτυ­χθεί, αλ­λά για­τί βο­η­θά σε μια σει­ρά συ­γκα­λύ­ψεων και με­τα­μορ­φώ­σεων. Η α­περ­γία των κα­θη­γη­τών, οι αλ­λα­γές στην υ­γεία και η ε­πί­σκε­ψη της τρόι­κας περ­νούν στις πί­σω σε­λί­δες. Ταυ­τό­χρο­να η Νέα Δη­μο­κρα­τία πα­ρου­σιά­ζε­ται ως μια νη­φά­λια δύ­να­μη δη­μο­κρα­τι­κής στα­θε­ρό­τη­τας, ως εγ­γυη­τής ι­σορ­ρο­πίας και ο­μα­λό­τη­τας. Τα πρώ­τα δη­μο­σιο­γρα­φι­κά ευ­ρή­μα­τα πε­ρι­γρά­φουν την πρα­κτι­κή ως ή­δη πε­τυ­χη­μέ­νη.
Παρ ό­λη την ε­ξορ­γι­στι­κή υ­πο­κρι­σία, ί­σως τε­λι­κά  μπο­ρούν να προ­κύ­ψουν κά­ποια α­πο­τε­λέ­σμα­τα που θα μπο­ρούν να α­ξιο­ποιη­θούν με θε­τι­κό τρό­πο, αρ­κεί το α­ντι­φα­σι­στι­κό κί­νη­μα να εί­ναι έ­τοι­μο να τα ε­πε­ξερ­γα­στεί, να τα χει­ρι­στεί και να τα εκ­με­ταλ­λευ­τεί. Για­τί άλ­λω­στε ό­σο ο Λαυ­ρέ­ντης του Ανα­γνω­στά­κη περ­νά στους πλη­θυ­ντι­κούς α­ριθ­μούς τό­σο θα πολ­λα­πλα­σιά­ζο­νται και αυ­τοί που θα θυ­μού­νται τι κά­θαρ­μα και τι κάλ­πι­κος πα­ράς ή­ταν και πώς πέ­ρα­σε μια ο­λό­κλη­ρη ζωή μέ­σα στο ψέ­μα.

(Στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2013

Δεν τρέμουν πια τα χέρια μου: Για τον Παύλο Φύσσα




«Αφήστε με! Η ζωή με χτύπησε τώρα
σε όλο μου τον θάνατο.»
«Cesar Vallejo, Ανακάλυψη της ζωής»

Είναι η ζωή γυμνή σε όλο της τον θάνατο, είναι η πληγή ανοιχτή μπροστά σε όλες τις πληγές. Τα άρθρα που γράφονται σε σχέση ή με αφορμή τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα πρέπει να γράφονται με ντροπή, με ντροπή και αγανάκτηση απέναντι κυρίως στους εαυτούς μας, απέναντι σε όλους εμάς που επιτρέψαμε μια τέτοια κοινωνία, που δεν εξαντλήσαμε ακόμα και την ελάχιστη δύναμη ώστε να είναι τα πράγματα αλλιώς. Σε όσους αργοπορήσαμε, σε όσους αντιμετωπίσαμε τους 400.000 ψηφοφόρους της Χρυσής Αυγής ως περίπου άτυχους φορείς μιας κοινωνικής ασθένειας, σε όσους θέσαμε Μπάμπηδες και Πορτοσάλτες κριτές των λεγόμενων και των γραπτών μας. Στην Ελλάδα των Στρατοπέδων Συγκέντρωσης, στην Ελλάδα όπου πολιτικοί παρομοιάζουν ανθρώπους με σκουπίδια (Μ. Χρυσοχοΐδης) ή ποινικοποιούν και διαπομπεύουν άρρωστες γυναίκες (Α. Λοβέρδος) και ταυτόχρονα συζητούν για την ανασύσταση του μεσαίου χώρου, στην Ελλάδα όπου τα βασανιστήρια όχι μόνο συμβαίνουν αλλά ταυτόχρονα διατρανώνουν το θεσμοποιημένο εαυτό τους από οθόνη σε οθόνη, στη χώρα αυτή οι μαχαιριές στον δρόμο χτυπάνε κατευθείαν στην καρδιά, σκοτώνουν επαγγελματικά, διεκπεραιωτικά και εξασκημένα, με ένα μόνο χτύπημα βγαλμένο από την πιο βαθιά μας νύχτα.
Οι μέρες της κρίσης συμβαίνουν σαν να μην αντιλαμβανόμαστε τις αλλαγές που φέρνουν. Εθισμένοι στους παλαιότερους τρόπους του χρόνου, δεν αντιλαμβανόμαστε τη βίαιη ροή των γεγονότων, την ακολουθία της απώλειας, τις σαρωτικές αλλαγές στην κάθε μέρα. Η εν ψυχρώ δολοφονία του Παύλου Φύσσα, αποτελεί τη βίαιη συμπύκνωση όσων συνέβησαν στο πρόσφατο παρελθόν μας, των αλλαγών που σχεδόν δεν αντιληφθήκαμε, των όσων εμείς επιτρέψαμε να συμβούν. Της κλιμάκωσης της ρατσιστικής και ναζιστικής βίας, του φόβου ως μόνιμο καύσιμο της πραγματικότητας, των ακροδεξιών πολιτικών και πρακτικών ως κυβερνητικών λύσεων στα πιο σκληρά ζητήματα. Σε κάθε απόφαση, σε κάθε εφαρμογή το ξάφνιασμα κατέληξε στην αποδοχή ή έστω σε μια διαμαρτυρία περιορισμένη και αμήχανη. Οι μαχαιριές του Γιώργου Ρουπακιά τραυμάτισαν μαζί με τις αυταπάτες μας, την ηττοπαθή αισιοδοξία μας, τη στάση αναμονής απέναντι σε έναν κόσμο που περιμένουμε να αλλάξει από μόνος του.

Κάτω από ένα νέο φως

 Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα τοποθετεί το σύνολο των πραγμάτων κάτω από ένα νέο φως, προσδιορίζοντάς τα και πάλι από την αρχή. Αποκαλύπτει το πρόσωπο της Χρυσή Αυγής (ένα πρόσωπο που η ίδια ποτέ δεν έκρυψε), εξαντλεί όλα τα «δεν ήξερα» των αποπλανημένων ψηφοφόρων οπαδών. Ξεγυμνώνει τη διαχείριση του ναζιστικού φαινομένου από δημοσιογράφους που έκαναν λόγο για μια «σοβαρή Χρυσή Αυγή» ή την ευχαριστούσαν περιγράφοντάς την παρουσία της ως μια «ευκαιρία για την δημοκρατία».
Η θεωρία των δύο άκρων τώρα πια ακούγεται πιο γελοία, κακόηχη και επικίνδυνη από ποτέ. Ο Χρύσανθος Λαζαρίδης, ο οποίος βιάστηκε να αποκομίσει πολιτικό όφελος την επόμενη μέρα εξισώνοντας τη δολοφονία με την στάση της Ζωής Κωνσταντοπούλου στο κοινοβούλιο, έμοιαζε στην πραγματικότητα με απολογητή των χρυσαυγίτικων πρακτικών. Η μετέπειτα δήλωσή του  ότι «τη Χρυσή Αυγή τη γέννησε μια κοινωνία κρίσης με 1,5 εκατ. ανέργους», δείχνει τη φτώχεια της επιχειρηματολογίας του: χρησιμοποιεί ως επεξήγηση και άλλοθι τα αποτελέσματα μιας πολιτικής για την οποία είναι συνυπεύθυνος. Με παρόμοιο τρόπο αντέδρασαν και πολλοί ευρωπαίοι αξιωματούχοι.

Λάθη, παθογένειες και ελλείψεις

Το γεγονός ό, τι ένα ακραία βίαιο περιστατικό σε κάποια γειτονιά του Πειραιά, φτάνει να γίνεται πρώτο θέμα στα χείλη ξένων πολιτικών, στα εξώφυλλα των ευρωπαϊκών εφημερίδων και στα συνθήματα του κάθε ευρωπαίου διαδηλωτή, αποδεικνύει το πόσο στενά δεμένοι είναι οι κρίκοι στην αλυσίδα της κρίσης: η συγκεκριμένη πολιτική με τη φτώχεια, την εξαθλίωση και τον εκφασισμό των κοινωνιών. Ίσως, λοιπόν, σε μια αισιόδοξη αντιστροφή ή λύση όλων αυτών των προβλημάτων να μπορεί να ακολουθήσει μια όμοια κατεύθυνση με αντίστροφή φορά.
 Όμως, η δολοφονία του Παύλου Φύσσα αποκαλύπτει ταυτόχρονα λάθη, παθογένειες και ελλείψεις της αριστεράς και του κινήματος, όχι μόνο σε σχέση με πρωτοβουλίες και κινήσεις που δεν έγιναν στο παρελθόν, αλλά και σε σχέση με τα αντανακλαστικά του παρόντος. Η πορεία στο Κερατσίνι, με το μέγεθος και τον παλμό της απέδειξε σε μεγάλο βαθμό το φορτίο ευαισθητοποίησης και αλληλεγγύης που δεν έχει ακόμα σπαταληθεί. Ο κόσμος έδειξε έμπρακτα την οργή και το θρήνο του, δήλωσε πως ο Παύλος Φύσσας είναι ένας από εμάς, απαίτησε οι δολοφονίες να μην έχουν θέση στους δρόμους της κοινωνίας μας. Δεν θα έπρεπε όμως όλο αυτό το πολιτικό μέγεθος να δηλωθεί και απέναντι στους θύτες του περιστατικού; Δεν θα έπρεπε –την επόμενη έστω μέρα- να υπάρχει κάλεσμα για αντιφασιστική συγκέντρωση έξω από τα γραφεία της Χρυσής Αυγής;
Πρέπει να σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε την Χρυσή Αυγή σαν ένα κόμμα του 0,5 %. Το εκλογικό της μέγεθος δεν την ορίζει απλά ως κομμάτι του παρακράτους, αλλά σαν πολιτική έκφραση του παρακράτους, φέρνοντας στη σφαίρα του πολιτικού όλα του τα στοιχεία: την άμεση βία, την ποινικοποίηση της οποιαδήποτε διαφοράς, το άμεσο ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Η Χρυσή Αυγή δεν είναι απειλή μόνο για την αριστερά και την δημοκρατία, είναι απειλή για ό,τι συγκροτεί μια κοινωνία.
Μέσα από το τραύμα του δολοφονημένου Παύλου Φύσσα βγαίνει για όλους μας το πιο αμείλικτο φως και μέσα σε αυτό όλα τα συμπεράσματα γυμνά. Όσο δεινά και αν είναι όσα αποκαλύπτει, όσο δεινή και αν είναι η θέση μας μέσα σε αυτά, η παραδοχή της αλήθειας είναι η αρχή του θάρρους, ο σπόρος της ανατροπής:

«Δεν τρέμουν πια τα χέρια μου
Κι αυτό να σας τρομάζει»*




*στίχος του ποιητή Γιάννη Στίγκα

(στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή, 15 Σεπτεμβρίου 2013

Ακο­νί­ζο­ντας την κουλ­τού­ρα της προ­δο­σίας

* Για τον Σω­κρά­τη Μά­λα­μα, το πε­ρι­στα­τι­κό στη συ­ναυ­λία και τις με­τέ­πει­τα α­ντι­δρά­σεις


Λέ­νε οι ψυ­χο­λό­γοι
κι οι φί­λοι μου οι λό­γιοι
"α­πλά τα πράγ­μα­τα να λες
και στα τρα­γού­δια
να μην κλαις
να μην κλαις".
(…)
Περ­πα­τώ σ’ έ­να κό­σμο
π’ αλ­λά­ζει
ό­πως τα ρού­χα μας
τα χθε­σι­νά
βά­ζει κορ­δέ­λες
και με τα­ρά­ζει
βά­φε­ται άλ­λος
και προ­σπερ­νά.
(Σω­κρά­της Μά­λα­μας,
Ευ­τυ­χείς, λυ­πη­μέ­νοι
και πό­τες )


Το προ­η­γού­με­νο Σάβ­βα­το, μέ­λη της Ένω­σης Γο­νέων Πε­τρού­πο­λης, μα­ζί με εκ­παι­δευ­τι­κούς της δευ­τε­ρο­βάθ­μιας και πρω­το­βάθ­μιας εκ­παί­δευ­σης α­πο­φα­σί­ζουν να προ­βούν σε πα­ρέμ­βα­ση-δια­μαρ­τυ­ρία κα­τά τη διάρ­κεια συ­ναυ­λίας του Σω­κρά­τη Μά­λα­μα στο θέ­α­τρο Πέ­τρας. Ζη­τούν α­πό την υ­πεύ­θυ­νη πα­ρα­γω­γής να τους ε­πι­τρα­πεί να α­νοί­ξουν έ­να πα­νό δια­μαρ­τυ­ρίας στη σκη­νή και να κά­νουν μια σύ­ντο­μη ε­νη­μέ­ρω­ση. Η υ­πεύ­θυ­νη αρ­νή­θη­κε και οι εκ­παι­δευ­τι­κοί α­πο­φα­σί­ζουν να διεκ­δι­κή­σουν τη δια­μαρ­τυ­ρία. Στην εί­σο­δο ε­μπο­δί­ζο­νται α­πό τους υ­πεύ­θυ­νους α­σφα­λείας και με­τά α­πό δια­πλη­κτι­σμούς κα­τα­φέρ­νουν να μπουν στο συ­ναυ­λια­κό χώ­ρο και να α­νοί­ξουν το πα­νό στα δια­ζώ­μα­τα. Η α­να­κοί­νω­ση δεν έ­γι­νε και ο τρα­γου­δι­στής δεν σχο­λία­σε το γε­γο­νός κα­τά την διάρ­κεια της συ­ναυ­λίας.
Την ε­πό­με­νη μέ­ρα, το πε­ρι­στα­τι­κό πε­ρι­γρά­φε­ται στο δια­δί­κτυο με τίτ­λους ό­πως: «Το ξε­φτι­λί­κι του Σω­κρά­τη Μά­λα­μα», «ο μνη­μο­νια­κός Σω­κρά­της Μά­λα­μας», «ο υ­πο­κρι­τής Μά­λα­μας» κτλ. Στη συ­νέ­χεια το νέο δια­χέε­ται στα μέ­σα κοι­νω­νι­κής δι­κτύω­σης και ξε­κι­νά άλ­λη μια συ­ζή­τη­ση για τη στά­ση ε­νός α­κό­μα καλ­λι­τέ­χνη που ξε­που­λή­θη­κε. Μια πρό­χει­ρη α­να­κοί­νω­ση λί­γο με­τά α­πό την με­ριά του μου­σι­κού δεν κα­τά­φε­ρε να α­να­στρέ­ψει το κλί­μα.
Να ξε­κα­θα­ρί­σω προς α­πο­φυ­γή πα­ρε­ξη­γή­σεων πως στο συ­γκε­κρι­μέ­νο πε­ρι­στα­τι­κό πι­στεύω πως το δί­κιο εί­ναι με τους κα­θη­γη­τές. Η α­κραία στά­ση της κυ­βέρ­νη­σης, εκ­φρά­ζε­ται α­κραία και στον κά­θε ε­πί μέ­ρους κλά­δο ερ­γα­ζο­μέ­νων. Χω­ρίς ε­νη­μέ­ρω­ση, αλ­λη­λεγ­γύη και ζύ­μω­ση, γι­νό­μα­στε α­πλά θε­α­τές, ε­νώ γύ­ρω μας η μία κα­τά­κτη­ση κα­ταρ­ρέει με­τά την άλ­λη. Αυ­τό που κα­ταρ­ρέει εί­ναι το σύ­νο­λο λί­γο λί­γο κά­θε φο­ρά, σε μι­κρές δό­σεις, ε­νώ ε­μείς ε­θι­ζό­μα­στε σε έ­ναν μι­θρι­δα­τι­σμό α­πώ­λειας. Ως άν­θρω­πος που κα­τά και­ρούς έ­χει συ­γκι­νη­θεί με τα τρα­γού­δια του Μά­λα­μα και που έ­χει πά­ει σε 5-6 συ­ναυ­λίες του μπο­ρώ να πω πως ξαφ­νιά­στη­κα και ε­λα­φρώς α­πο­γο­η­τεύ­τη­κα. Πα­ρ' ό­λα αυ­τά ό­λη η κου­βέ­ντα που α­κο­λού­θη­σε και κυ­ρίως οι ε­πι­μέ­ρους της ό­ροι με ξάφ­νια­σαν και με α­πο­γοή­τευ­σαν α­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο.

Η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα μας προ­δί­δει ό­λους

Μέ­σα στην πληκ­τρο­λο­γη­μέ­νη μας φω­να­σκία, βια­ζό­μα­στε πο­λύ πά­ρα πο­λύ. Βια­ζό­μα­στε να α­πορ­ρί­ψου­με, να κα­τα­δι­κά­σου­με, βια­ζό­μα­στε να ξε­χά­σου­με. Να α­πορ­ρί­ψου­με έ­ναν καλ­λι­τέ­χνη και το έρ­γο του ε­πει­δή μια ε­πι­μέ­ρους στά­ση δεν μας ά­ρε­σε, να τον κα­τα­δι­κά­σου­με ως μνη­μο­νια­κό (στην κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση ως α­διά­φο­ρό και υ­πο­κρι­τή), να ξε­χά­σου­με τη συμ­με­το­χή του στις συ­ναυ­λίες της ΕΡΤ ή στην α­ντι­φα­σι­στι­κή συ­ναυ­λία αλ­λη­λεγ­γύης πέ­ρυ­σι στο Σπόρ­τιν­γκ.
Η κρί­ση ε­πι­βάλ­λει μια γε­νι­κευ­μέ­νη α­πελ­πι­σία και η α­πελ­πι­σία α­παι­τεί. Απαι­τεί στρά­τευ­ση και συ­στρά­τευ­ση, δη­λώ­σεις και εκ­δη­λώ­σεις. Και μείς ο­χυ­ρω­μέ­νοι στο στρα­τό­πε­δο μιας μό­νι­μης δυ­σα­ρέ­σκειας περ­νά­με τον και­ρό μας με­τρώ­ντας ε­χθρούς. Μέ­σα στην έ­ντα­ση της No Future στιγ­μής μας ε­ξι­σώ­νου­με την κά­θε πε­ρί­πτω­ση. Έτσι το πε­ρι­στα­τι­κό με τον Μά­λα­μα βρέ­θη­κε να στέ­κε­ται δί­πλα στις μα­ντι­νά­δες του Σμα­ρα­γδή ή τις δη­λώ­σεις της Λέ­νας Δι­βά­νη (για να α­να­φέ­ρω μό­νο πρό­σφα­τα πε­ρι­στα­τι­κά). Στο α­πό­λυ­το πα­ρόν της κρί­σης δεν υ­πάρ­χουν α­πο­χρώ­σεις και δια­φο­ρές, το μό­νο που υ­πάρ­χει εί­ναι η α­δρή γραμ­μή του κα­τα­γε­γραμ­μέ­νου λά­θους.

Η προ­δο­σία ως ταυ­τό­τη­τα

Για ό­σους α­πό ε­μάς με­γα­λώ­σα­με κά­που στα τέ­λη του ’80 και στη δε­κα­ε­τία του '90, η προ­δο­σία α­πο­τε­λεί μύ­θο συ­γκρό­τη­σης. Εί­δα­με την α­ρι­στε­ρά να πα­ρα­δί­δει την ε­πα­να­στα­τι­κό­τη­τά της και να συ­γκυ­βερ­νά με τη δε­ξιά, το ΠΑ­ΣΟΚ να α­σπά­ζε­ται τα νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρα ξόρ­κια, έ­να μέ­ρος της γε­νιάς του Πο­λυ­τε­χνείου να ξε­που­λιέ­ται. Δεν προ­λά­βα­με τό­σους και τό­σους. Συ­να­ντή­σα­με τον Σαβ­βό­που­λο νε­ορ­θό­δο­ξο να τρα­γου­δά­ει «το Μη­τσο­τάκ», τον Μί­κη Θε­ο­δω­ρά­κη ά­νευ χαρ­το­φυ­λα­κίου. Δεν προ­λά­βα­με να συ­γκι­νη­θού­με ώ­στε να δι­καιο­λο­γή­σου­με, η α­πόρ­ρι­ψη έ­γι­νε α­ντα­να­κλα­στι­κό. Προ­σπα­θή­σα­με έ­τσι να κρα­τή­σου­με το α­πό­λυ­το της στά­σης και της ά­πο­ψης ως στοι­χείο ταυ­τό­τη­τας, ε­πι­βε­βαιώ­νο­ντας κά­θε φο­ρά την δι­κή μας ορ­θό­τη­τα και κα­θα­ρό­τη­τα σε ό, τι θεω­ρή­σα­με ως έκ­πτω­ση των άλ­λων.
Ένα α­πό τα στοι­χεία που ε­πι­βάλ­λει ο συ­γκε­κρι­μέ­νος και­ρός, εί­ναι η α­πώ­λεια της α­πό­λαυ­σης. Δεν θέ­λου­με τρα­γού­δια, συν­θή­μα­τα θέ­λου­με. Και ό­ταν η ευαι­σθη­σία γί­νε­ται σύν­θη­μα κά­θε α­πό­φαν­ση θα εί­ναι α­πό­το­μη και ε­πι­τα­κτι­κή. Έτσι, η δυ­σα­ρέ­σκεια γί­νε­ται α­πο­γοή­τευ­ση και η α­πο­γοή­τευ­ση προ­δο­σία. Σε μια πε­ρίο­δο που το κί­νη­μα βρί­σκε­ται σε θέ­ση ά­μυ­νας, που δεν υ­πάρ­χουν πια πλα­τείες και που οι πο­ρείες με­τρούν έ­ναν α­ριθ­μό α­πο­γο­η­τεύ­τη­κα μι­κρό σε σχέ­ση με την κρι­σι­μό­τη­τα της στιγ­μής, ε­μείς ψά­χνου­με να βα­φτί­σου­με νέ­ους ε­χθρούς και νέες προ­δο­σίες. Εθι­σμέ­νοι στο αρ­νη­τι­κό, συ­νε­χί­ζου­με να μην μπο­ρού­με να δια­κρί­νου­με και τε­λι­κά να μην μπο­ρού­με να α­να­δεί­ξου­με το θε­τι­κό πρό­ση­μο: Την ε­πό­με­νη μέ­ρα, σε συ­ναυ­λία του Θα­νά­ση Πα­πα­κων­στα­ντί­νου δό­θη­κε βή­μα σε κα­θη­γη­τές της ΕΛ­ΜΕ να δια­βά­σουν το μή­νυ­μα τους, να ση­κώ­σουν πα­νό διααρ­τυ­ρίας. Το νέο δεν α­κού­στη­κε που­θε­νά, δεν κα­τα­γρά­φη­κε, δεν σχο­λιά­στη­κε. Οι α­πώ­λειές μας, στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα με­τριού­νται πο­λύ πριν α­πό αυ­τά τα πε­ρι­στα­τι­κά, πο­λύ μα­κριά α­πό συ­ναυ­λια­κούς χώ­ρους.


Η ανακοίνωση του Σωκράτη  Μαλαμα η οποία δημοσιεύτηκε την ώρα πυ γραφόταν το παραπάνω κείμενο:

Στην Ελλάδα του Μνημονίου σύσσωμος ο ελληνικός λαός αδικείται. Θέση μου είναι πως πάντα πρέπει να δίνεται βήμα στους αδικημένους να εκφράσουν τα αιτήματα τους. Αυτό όμως, προΰποθέτει συνεννόηση και συνεργασία. Αλίμονο αν τη βία που ασκεί το κράτος εναντίον των πολιτών, την στρέψουμε ο ένας εναντίον του άλλου. Η σκηνή δεν είναι δική μου. Ανήκει στους 7.000 που πλήρωσαν εισιτήριο σ' αυτούς τους δύσκολους καιρούς για ν' ακούσουν τα τραγούδια μου. Εγώ δεν νομιμοποιούμαι, την σκηνή που αυτοί μου παραχώρησαν, να την εκχωρήσω σε άλλους, χωρίς τουλάχιστον προηγουμένως να έχω συνεννοηθεί μαζί τους. Οι ευχές μου μαζί σας πιο δυνατές από κάθε άλλη φορά. Πηγή: www.lifo.gr
Στην Ελλάδα του Μνημονίου σύσσωμος ο ελληνικός λαός αδικείται. Θέση μου είναι πως πάντα πρέπει να δίνεται βήμα στους αδικημένους να εκφράσουν τα αιτήματα τους. Αυτό όμως, προΰποθέτει συνεννόηση και συνεργασία. Αλίμονο αν τη βία που ασκεί το κράτος εναντίον των πολιτών, την στρέψουμε ο ένας εναντίον του άλλου. Η σκηνή δεν είναι δική μου. Ανήκει στους 7.000 που πλήρωσαν εισιτήριο σ' αυτούς τους δύσκολους καιρούς για ν' ακούσουν τα τραγούδια μου. Εγώ δεν νομιμοποιούμαι, την σκηνή που αυτοί μου παραχώρησαν, να την εκχωρήσω σε άλλους, χωρίς τουλάχιστον προηγουμένως να έχω συνεννοηθεί μαζί τους. Οι ευχές μου μαζί σας πιο δυνατές από κάθε άλλη φορά. Πηγή: www.lifo.gr
"Στην Ελλάδα του Μνημονίου σύσσωμος ο ελληνικός λαός αδικείται. Θέση μου είναι πως πάντα πρέπει να δίνεται βήμα στους αδικημένους να εκφράσουν τα αιτήματα τους. Αυτό όμως, προΰποθέτει συνεννόηση και συνεργασία. Αλίμονο αν τη βία που ασκεί το κράτος εναντίον των πολιτών, την στρέψουμε ο ένας εναντίον του άλλου. 
  Η σκηνή δεν είναι δική μου. Ανήκει στους 7.000 που πλήρωσαν εισιτήριο σ' αυτούς τους δύσκολους καιρούς για ν' ακούσουν τα τραγούδια μου. Εγώ δεν νομιμοποιούμαι, την σκηνή που αυτοί μου παραχώρησαν, να την εκχωρήσω σε άλλους, χωρίς τουλάχιστον προηγουμένως να έχω συνεννοηθεί μαζί τους. Οι ευχές μου μαζί σας πιο δυνατές από κάθε άλλη φορά".

Σωκράτης Μάλαμας


(Στην εφημερίδα Εποχή)

Τετάρτη, 11 Σεπτεμβρίου 2013

Μαθαίνοντας τα νέα από μακριά







‘’Υπομονή. Θα πήξει το δάκρυ, θα γίνει νησί.’’
Ε.Χ. Γονατάς, Ανασκαφή


Το καλοκαίρι στάζει ρετσίνι απ’ την πληγή στην πληγή σου, σκεπάζει και επουλώνει. Μα φέτος η κρούστα σπάει πριν απλωθεί και η πληγή δεν κλείνει. Φέτος όλα στέκουν απότομα στον χρόνο και όλος ο Σεπτέμβρης (που δεν είχε φτάσει ακόμα) σπρώχνει τον Αύγουστο έξω από το σώμα. Πόσο λίγη η ξεκούραση φέτος, πόσο λίγη η διακοπή.
Στο νησί δεν έχει ειδήσεις. Σήμα πουθενά για κινητά και οι Κυριακάτικες εφημερίδες στο χωριό φτάνουν Τετάρτη. Ακόμα και τον 15Αύγουστο οι ευχές εξάγονται αγκομαχώντας, σ’ έναν ουρανό άδειο από αποστολές.  Καλύτερα ίσως, είναι κι αυτό μια διακοπή. Αρκετά επικοινωνήσαμε για φέτος. Τόσους μήνες ανάμεσα σε ringtones, ενημερώσεις καταστάσεων, κοινοποιήσεις, όντα επικοινωνιακά υπό το βλέμμα των άλλων, σπαταλώντας τον εαυτό στις οθόνες. Αυτό κι αν είναι διακοπή…
Σε όποια ερημιά, τα τζιτζίκια γεμίζουν τον αέρα, σου υπενθυμίζουν καλοκαίρι. Τα τζιτζίκια που πάντα σταματούν όλα μαζί, διακόπτουν το ξέχασμα σου και σε τρομάζουν διακριτικά (ποιόν χρόνο μετρά ο ρυθμός τους;). Τα νέα  σε διακόπτουνε κι αυτά, ενώ προσπαθείς να ξεσυνηθίσεις, να ψηλαφίσεις μια νέα, πρόχειρη γλώσσα, έναν νέο χρόνο. Τα νέα που ξεκινούν όλα μαζί, και εισβάλουν επιτακτικά.
Σε κάποια ταβέρνα, ένας φίλος  πιάνει –απρόσμενη υπερβολή-  σύνδεση ιντερνετική στο κινητό του. Περνά τα μέιλ πριν χαθεί ξανά το σήμα:
-Σκοτώθηκε ένα παιδί. 19 χρονών. Σ’ ένα τρόλεϊ. Κάπου στην Αθήνα, κάπου στα Δυτικά.
Η πραγματικότητα σ αρπάζει απ’ τον γιακά. Τον γιακά της μπλούζας που εδώ και ώρες έχεις παρατημένη στην άμμο. Και συ την φοράς και αρχίζει την τροχιά κατά μήκος της παραλίας. Σκέφτεσαι ποιος φταίει. Σκέφτεσαι πόσες φορές μπήκες χωρίς εισιτήριο σε τρόλεϊ, ηλεκτρικούς και λεωφορεία. Προσπαθείς να θυμηθείς, να υπολογίσεις πόσο έχει φτάσει το πρόστιμο (το μόνο που μπορείς να θυμηθείς είναι το πρόστιμο για το ελεύθερο κάμπινγκ, 300 ευρώ το πήγαν φέτος οι κρετίνοι. Καταλαβαίνεις πως αφαιρήσε και ντρέπεσαι γι αυτό). Θυμάσαι όλες τις φορές που σε έπιασαν οι ελεγκτές, την στάση τους απέναντί σου, όλο τον υπαλληλικό τους ζήλο για την τιμωρία σου. Η ερώτηση έρχεται και ξανάρχεται: Ποιος φταίει; Ο ελεγκτής; Οι ελεγκτές; Το υπουργείο; Η κρίση; Η απομάκρυνσή σου από την καθημερινότητά, τώρα γίνεται απομόνωση.  Δεν έχεις στοιχεία, δεν έχεις γνώμες (με εξαίρεση τους φίλους γύρω) μόνο θυμό και θλίψη. Κάθε βέβαιο συμπέρασμα απλά επιβεβαιώνει την αφετηρία απ την οποία προήλθε: τον θυμό και τη θλίψη  για έναν παράλογο θάνατο, τον θυμό και την θλίψη για όλο το παράλογο των ημερών που μας περιβάλλουν και για τους κατασκευαστές τους.  Και ανάμεσα σε βεβαιότητες κι αβεβαιότητες, θυμάσαι το άγριο δάκρυ του Ντύλαν Τόμας σ’ ένα θρηνητικό του ποίημα για όσους φεύγουν ‘’με οργή, με λύσσα για τον θάνατο του φωτός’’.
- Η Λένα Διβάνη έγραψε μια μισάνθρωπη καφρίλα στο twitter, για τον θάνατο του παιδιού. Το  μισό διαδίκτυο της εύχεται χμμμ… όχι και πολύ χαρούμενα πράγματα. Κάποιοι ήρθαν χωρίς επιχειρήματα να την υποστηρίξουν. Έγραψε και ένα κείμενο που τα κάνει ακόμα χειρότερα. Σφαγή γίνεται.
Κι έτσι το tweeter πνίγει όλα τα τιτιβίσματα τριγύρω, η πληροφορία γίνεται πάλι θόρυβος συμπαγής και μείς μένουμε στην ταβέρνα να κοιτάζουμε βουβά τις μπουρμπουλήθρες του ήλιου που βουλιάζει στη θάλασσα.
- Βρέθηκε λέει μια φωτογραφία του Σταυρίδη (του ΤΑΙΠΕΔ ντε, αυτού που έχει λέει μαύρη ζώνη στις αποκρατικοποιήσεις) στο αεροσκάφος του Δημήτρη Μελισσανίδη, λίγες ώρες μετά τις υπογραφές για τη μεταβίβαση του ποσοστού του Δημοσίου στον ΟΠΑΠ. Πάρε ύφος ο λεβεντονιός δίπλα στην αεροσυνοδό… να δες τη φωτό.
- Ο Σμαραγδής απήγγειλε μια αηδιαστική μαντινάδα νηπιακής στιχοπλοκίας για τον Σαμαρά (ο οποίος έλεγε κάτι ασυναρτησίες για τον Καζαντζάκη) γεμίζοντας σάλια ολόκληρη την Πύλο… να δες το βίντεο.
-Άκου τι έγραψε πάλι η μέγιστη Σώτη! … Δες… Δες
 Και έτσι αρχίζει η επιστροφή σου προς την Αθήνα, εκεί που τα νέα σου επιτίθενται πριν καν συμβούν. Ήδη στο κατάστρωμα του πλοίου, κόβουν βόλτες αυτοί που ηλίθια θα σου πουν: -Καλό Χειμώνα! Και όταν κάνεις λίγο να διαμαρτυρηθείς, λίγο να παρατηρήσεις πως Αύγουστος είναι ακόμη, αυτοί θα κουνήσουν συγκαταβατικά  το κεφάλι της ατέρμονης σοφίας τους, σημειώνοντας ακόμα πιο ηλίθια: - Αααααχ, τέρμα τα ψέματα!
Όσο και αν απομακρύνθηκες η απόσταση δεν σε μονώνει από πραγματικότητα, τουλάχιστο όχι πια. Η πραγματικότητα θα σε περιμένει ολόκληρη, σωρευτική και συμπυκνωμένη στο λιμάνι που φτάνεις, ανεμίζοντας μαντήλι αποχαιρετισμού για ό, τι φέτος δεν κατάφερες να συναντήσεις. Ενώ ο Σεπτέμβρης εξόρισε πια τον Αύγουστο, μακριά από το σώμα…

(Στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Κυριακή, 8 Σεπτεμβρίου 2013

Καλό ταξίδι, Μαύρε Αυτοκράτορα! Ή Γιατί ποτέ δεν συμπάθησα τον Μίκυ Μάους



Που θα βρισκόσαστε χωρίς εμένα JonasBrothers; Χο-χο. Η μουσική σας είναι για τα μπάζα και το ξέρετε. Χο-χο. Είναι επειδή αρέσετε στα μικρά κοριτσάκια και όταν κάτι αρέσει στα  μικρά κοριτσάκια εγώ βγάζω λεφτά χο-χο. Και αυτό συμβαίνει γιατί τα μικρά κοριτσάκια είναι τελείως ηλίθια χο-χο.  Και τα δαχτυλίδια αγνότητας που φοράτε, μου επιτρέπουν να κάνω ό, τι θέλω χο-χο.  Ακόμα και οι χριστιανοί είναι αρκετά ηλίθιοι ώστε να μην αντιληφθούν πως πουλάω σεξ στις κόρες τους. Βγάζω δισεκατομμύρια από την αφέλεια των χριστιανών εδώ και δεκαετίες χο-χο και ξέρετε γιατί; Γιατί οι χριστιανοί είναι καθυστερημένοι χο-χο. Πιστεύουν σε έναν νεκρό τύπο που μιλάει χο-χο!
(ο Μίκυ Μάους αυτοπροσώπως,  εξηγεί στο συγκρότημα JonasBrothers μια από τις πολλές στρατηγικές μάρκετινγκ της εταιρίας Disney, ανάμεσα σε απειλές, χαστούκια και βρυχηθμούς, στη σειρά κινουμένων σχεδίων SouthPark)

Την προηγούμενη βδομάδα, με ανάρτησή του στο Facebook, ο Χρήστος Τερζόπουλος ανακοίνωσε πως ο εκδοτικός του οίκος θα παύσει να εκδίδει το περιοδικό Μίκυ Μάους, καθώς και όλα τα υπόλοιπα περιοδικά της εταιρείας Ντίσνευ. Πληροφορήθηκα το νέο μέσα από τον εκτενή διαδικτυακό θρήνο που ξέσπασε στις σελίδες κοινωνικής δικτύωσης, λεπτά μετά την ανακοίνωση. Και ενώ προσπάθησα ειλικρινά να συμμετέχω στον θρήνο, σε λίγο αισθάνθηκα σαν το παιδί που το πηγαίνουν με το ζόρι στην κηδεία κάποιου μακρινού συγγενή και αυτό αμήχανα σφίγγεται να κλάψει  παρόλο που δεν νοιώθει λύπη.
Είναι πολλά αυτά που θα μπορούσε κανείς να προσάψει στην WaltDisneyCompany, αν ήθελε να κάνει μια συνολική κριτική. Οι τακτικές  μάρκετινγκ που ακολουθεί (όπως γλαφυρά περιγράφει και το επεισόδιο του SouthPark), η πολιτική των καναλιών που ελέγχει, η σχέση της με διάφορες όχι και τόσο καθαρές εταιρίες (π.χ. με την UnitedFruitCompany στο παρελθόν), οι όροι εργασία στα εργοστάσια που παράγουν τα προϊόντα της, ακόμα και τις συχνές καταγγελίες για βάναυση συμπεριφορά απέναντι σε ζώα στα διάφορα θεματικά πάρκα και τις ταινίες της. Κάτι τέτοιο βέβαια, δεν κάνει την εταιρεία και τα προϊόντα της πιο αντιπαθή από τις υπόλοιπες πολυεθνικές που πάνω κάτω εφαρμόζουν τις ίδιες τακτικές. Αυτό που προσωπικά ποτέ δεν άντεχα είναι η μυθολογία, οι ήρωες και η αφήγηση των Μίκυ Μάους (πάντα προτιμούσα τα γαλλοβελγικά κόμιξ, τον Αστερίξ, τον Τεντεν κτλ. ή έστω τα κινούμενα σχέδια της WarnerBr. όπου οι ήρωες περνάνε τον χρόνο τους ρίχνοντας αμόνια, πιάνα και βάρη με το λογότυπο ACME, ο ένας στο κεφάλι του άλλου).
Ο τρόπος με τον οποίου απευθύνονται στο κοινό τα συγκεκριμένα κόμιξ πάντα μου θύμιζε τις διάφορες θείες που πετύχαινες στις γιορτές και σου μιλούσαν σαν να είσαι χαζός (πωπω  πόσο μεγάλωσε!) αφού πρώτα σου τσιμπήσουν απελπιστικά πολύ το μάγουλο. Ποτέ δεν σου απευθύνονταν ως αυτό που είσαι, αλλά ως κάτι που αντιλαμβάνονταν, επιθυμούσαν και επέβαλαν να είσαι: ένα υπό διαμόρφωση δοχείο συγκεκριμένων συμπεριφορών κι απαιτήσεων. Γιατί ο κόσμος του Μίκυ πάντα αντιμετώπιζε το ρευστό της παιδικότητας με απόλυτη βεβαιότητα, επιθυμώντας πολύ περισσότερο να  το διαμορφώσει παρά να το περιγράψει (ας εξαιρέσουμε εδώ τις ιστορίες του Ντον Ρόσα και μερικών ακόμη) .
Τα σημεία που συναντά κανείς για να αναλύσει στο σύμπαν με τις ευνουχισμένες πάπιες του Ντίσνεϋ (οι οποίες ποτέ δεν φορούν παντελόνι αλλά υποκριτικά μόλις βγουν από το μπάνιο τυλίγουν μια πετσέτα γύρω από τη μέση τους) είναι τόσα πολλά και τέτοιας ποιότητας που θα χρειάζονταν αρκετά άρθρα για την ανάλυσή τους. Ας αναφέρουμε συνοπτικά μερικές ενοχλήσεις: Στις ιστορίες ποτέ δεν υπάρχουν γονείς. Όλες οι σχέσεις είναι ανάμεσα σε θείους και ανίψια, εγγονούς και γιαγιάδες. Τα ζευγάρια παραμένουν πάντα αρραβωνιασμένα ποτέ δεν συνάπτουν ουσιαστικές σχέσεις και τα παιδιά είναι πάντα δίδυμα ή τρίδυμα. Στον κόσμο αυτό ακόμα και βιολογικά, δεν υπάρχει καμία προοπτική αλλαγής η ανατροπής, όλα είναι καθηλωμένα σε ένα ατελείωτο παρόν  παλιμπαιδισμού με σαφείς ιεραρχήσεις εκτός οικογενειακών σχέσεων. Αν και κανείς δεν έχει έναν συγκεκριμένο επάγγελμα, όλες οι σχέσεις είναι κατά κύριο λόγο οικονομικές, με την απειλή της αποκλήρωσης να είναι το πιο σοβαρό επιχείρημα ανάμεσα σε έναν γηραιότερο και έναν νεότερο. Δουλικοί, οι ήρωες συμμετέχουν σε διεκπαιρεωτικες περιπέτειες. Κανείς (πέρα από τους κακούς που αυτός άλλωστε ο ρόλος τους) δεν αποκλίνει έστω ελάχιστα από τον νόμο. Οι γυναίκες περιγράφονται αποκλειστικά ως  μάγισσες, γριές ή νύφες. Οι ξένοι ως αγαθοί άγριοι μέσα από έναν Οριενταλισμό παλιάς ρατσιστικής κοπής. Ο Ντόναλντ κοιτά τον κόσμο με την ανωτερότητα του τουρίστα. Ο πολιτισμός του Άλλου, είναι σαφώς κατώτερος, οι χάρτινοι ήρωες μας, δικαιωματικά μπορούν να τον κατακτήσουν. Φωτογενείς, λάμπουν σαν τις χάντρες με τις οποίες οι έποικοι αγόρασαν τις εκτάσεις των ινδιάνων.
Οι ήρωες του Ντίσνεϋ έχουν την μορφή του ζώου γιατί στην πραγματικότητα προσπαθούν να είναι πιο ανθρώπινοι από τον άνθρωπο. Αποτελούν ενσαρκώσεις και προσταγές συμπεριφορών, ρόλων και κανόνων σε φιλική συσκευασία.  Ο κόσμος που κατοικούν είναι ένας κόσμος ελεύθερου χρόνου και διασκέδασης, διατυπωμένος με τους όρους του πραγματικού κόσμου, χωρίς όμως ανάγκες, χωρίς αγωνίες ένας κόσμος, χάρτινος σαν ιστορία της σειράς και προχειρογραμμένος σαν κυβερνητικό διάταγμα. Ένα ατελείωτο σφύριγμα υπό την ατελείωτη αισιοδοξία του ξημερώματος (ακόμα και αν αυτό σημαίνει πως σε ξυπνούν βίαια γιατί θα χάσεις το κουδούνι.)
Ας σκοτώσουμε λοιπόν τον Ντόναλντ που κρύβουμε μέσα μας, γιατί πια όπως περιγράφει και το SouthPark‘’ο Μίκυ επιστρέφει στην Βαλχάλα για να τραφεί και να πάρει έναν υπνάκο’’.  


(Στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2013

Μετά τη βιομηχανία του καλοκαιριού










Τα κα­λο­καί­ρια, ε­δώ και και­ρό, προ­κύ­πτουν ως προ­βο­λή και διά­θλα­ση δύο χρο­νιών, της χρο­νιάς που πέ­ρα­σε και της χρο­νιάς που α­κο­λου­θεί. Μέ­σα στις αλ­λα­γές της κρί­σης, το κα­λο­καί­ρι προ­κύ­πτει δι­πλά αλ­λαγ­μέ­νο, τό­σο ως παύ­ση ε­νός πα­ρελ­θό­ντος που μό­λις στα­μά­τη­σε, ό­σο και ως α­που­σία μιας προσ­δο­κίας που δεν πλη­σιά­ζει.
Από την δε­κα­ε­τία του '80 μέ­χρι και τα πρώ­τα χρό­νια της κρί­σης –με α­πο­κο­ρύ­φω­μα τα χρό­νια της ο­λυ­μπια­κής φού­σκας- το κα­λο­καί­ρι α­πο­τέ­λε­σε κο­ρύ­φω­ση της ε­πί­δει­ξης ε­νός τρό­που ζωής, ο ο­ποίος ε­μπε­ριεί­χε το σύ­νο­λο των ι­δε­ο­λο­γη­μά­των, των τρό­πων και των ταυ­το­τή­των της με­τα­πο­λι­τευ­τι­κής κυ­ρίαρ­χης κουλ­τού­ρας. Το lifestyle που ό­λο πε­ρι­γρά­φου­με ως νε­κρό, ξε­ψυ­χά δυ­να­τό­τε­ρα τα κα­λο­καί­ρια. Οι ό­ροι και οι συν­θή­κες που δη­μιουρ­γή­θη­καν έ­τσι ώ­στε μέ­σα στο θέ­ρος να το φέρ­νουν στην κο­ρύ­φω­σή του, τώ­ρα λει­τουρ­γούν α­ντί­στρο­φα ως μια ε­νι­σχυ­μέ­νη η­χώ του γκρε­μί­σμα­τός του.
Τα νη­σιά και οι λοι­ποί κα­λο­και­ρι­νοί προο­ρι­σμοί του κυ­ρίαρ­χου, τα τε­λευ­ταία χρό­νια υ­πάρ­χουν ως πα­σα­ρέ­λες νε­κρών προ­τε­ραιο­τή­των για τις διά­φο­ρες α­ντρι­κές και γυ­ναι­κείες ταυ­τό­τη­τες: της ε­παγ­γελ­μα­τι­κής ε­πι­τυ­χίας, του γρή­γο­ρου πο­λι­τι­σμού, της ε­πι­δει­κτι­κής κα­τα­νά­λω­σης και του νο­μι­μο­ποιη­μέ­νου ναρ­κισ­σι­σμού. Η μα­ζι­κό­τη­τα του στε­ρε­ο­τύ­που που πε­ριέ­γρα­φε το Ελλη­νι­κό Κα­λο­καί­ρι, συ­νε­χώς συρ­ρι­κνώ­νε­ται. Ο πυ­ρε­τός του Σαβ­βα­τό­βρα­δου που ε­πέ­βα­λε πέ­ντε μέ­ρες δου­λειάς με α­ντάλ­λαγ­μα τη δια­σκέ­δα­ση της έ­κτης μέ­ρας, α­πλω­νό­ταν η­με­ρο­λο­για­κά α­νά το έ­τος. Έτσι δού­λευες έ­ναν χρό­νο ώ­στε να σβή­σεις τον πυ­ρε­τό σου στις δια­κο­πές, ή πιο πρό­σφα­τα δα­νει­ζό­σουν έ­ναν ο­λό­κλη­ρο χρό­νο ώ­στε να ξο­δέ­ψεις στις μέ­ρες της ά­δειας μέ­σα α­πό ε­ορ­το­δά­νεια, δια­κο­πο­δά­νεια και λοι­πά φι­λι­κά πα­κέ­τα. Και σή­με­ρα που πρέ­πει να πει­στού­με πως ό­λα εί­ναι δα­νει­κά, ο α­φε­λής πυ­ρε­τός σβή­νει α­πό­το­μα με μνη­μο­νια­κές α­σπι­ρί­νες.

Με δα­νει­κό μαύ­ρι­σμα

Η βιο­μη­χα­νία του κα­λο­και­ριού δεν μπο­ρεί να λει­τουρ­γή­σει χω­ρίς το λά­δι των κα­τα­σκευα­σμέ­νων προ­τύ­πων και των ε­πι­βε­βλη­μέ­νων προο­ρι­σμών. Όμως τα σα­χλοέ­ντυ­πα κλεί­νουν, οι πρώην Κω­στό­που­λοι πτω­χεύουν και οι α­ντί­στοι­χες εκ­πο­μπές τσι­ρί­ζουν πιο φάλ­τσα α­πό πο­τέ. Όλοι ό­σοι προ­σπα­θού­σαν ε­δώ και δε­κα­ε­τίες να πα­ρα­γε­μί­σουν με πού­που­λα σο­βα­ρό­τη­τας την πιο βα­ριά ε­λα­φρό­τη­τα και τον πιο ά­δειο τρό­πο, τώ­ρα μοιά­ζουν πα­ρο­πλι­σμέ­νοι. Έτσι ο πα­ρα­θε­ρι­στής που κα­τα­νά­λω­νε κα­λο­καί­ρι, πε­ρι­φέ­ρε­ται με το άγ­χος της ε­πί­δει­ξης και έ­να μαύ­ρι­σμα δα­νει­κό, σε πα­λιούς προο­ρι­σμούς, πα­λιό­τε­ρες κα­τευ­θύν­σεις. Σε ό­λα αυ­τά τα μέ­ρη που θυ­μί­ζουν ξε­πε­σμέ­νους α­στέ­ρες, α­μεί­λι­κτα ητ­τη­μέ­νους α­πό την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα και τον χρό­νο, νε­α­νί­ζο­ντες α­φό­ρη­τα πί­σω α­πό έ­να ρυ­τι­δια­σμέ­νο χα­μό­γε­λο πα­γω­μέ­νο α­πό τα μπό­το­ξ, τό­ποι χω­ρίς καν τη συ­μπά­θεια που προ­κα­λεί έ­να α­νεκ­πλή­ρω­το και τώ­ρα στρα­μπου­λιγ­μέ­νο πά­θος.
Τα πρό­τυ­πα σβή­νουν και ο πα­ρα­θε­ρι­στής μέ­νει χω­ρίς κα­θρέ­φτες (αυ­τούς τους τό­σο α­πει­λη­τι­κούς ο­δη­γούς). Χω­ρίς διέ­ξο­δο στον μι­μη­τι­σμό του, κα­τα­λή­γει τε­λι­κά να μι­μεί­ται τον ε­αυ­τό του των προ­η­γού­με­νων ε­τών, ό­ταν το α­πλό ταυ­τι­ζό­ταν με το α­πλοϊκό, ό­ταν το μέλ­λον υ­πήρ­χε μό­νο ως ε­πι­βε­βαίω­ση του πα­ρελ­θό­ντος, πεν­θώ­ντας σιω­πη­λά και α­νο­μο­λό­γη­τα το Κά­πρι της ε­πί­δει­ξης του, την Ίμπι­ζα του η­δο­νι­σμού του, το Μαν­χά­ταν της ε­πι­τυ­χίας του.

Χα­ρά­τσι κα­λο­και­ριού

Αλλά α­κό­μη και αν τα πρό­τυ­πα ξε­θυ­μαί­νουν πρέ­πει να πε­ρι­φρου­ρη­θούν με κά­θε τρό­πο. Έτσι οι ε­ναλ­λα­κτι­κές πρέ­πει να ποι­νι­κο­ποιη­θούν. Δεν εί­ναι άλ­λω­στε τυ­χαίο πως το πρό­στι­μο για τους ε­λεύ­θε­ρους κα­τα­σκη­νω­τές υ­περ­δι­πλα­σιά­στη­κε. Ο νέ­ος Κώ­δι­κας Οδι­κής Κυ­κλο­φο­ρίας (ΚΟΚ) προ­βλέ­πει αύ­ξη­ση του προ­στί­μου για το ε­λεύ­θε­ρο κά­μπιν­γκ α­πό τα 147 ευ­ρώ στα 300 ευ­ρώ. Ταυ­τό­χρο­να οι συλ­λή­ψεις και οι μη­νύ­σεις κα­τά των κα­τα­σκη­νω­τών αυ­ξά­νο­νται, ε­νώ πλη­θαί­νουν και τα άρ­θρα σε έ­ντυ­πες και δια­δι­κτυα­κές εκ­δο­χές (Protagon, Κα­θη­με­ρι­νή) που πε­ρι­γρά­φουν το ε­λεύ­θε­ρο κά­μπιν­γκ ως μά­στι­γα. Η ε­λεύ­θε­ρη κα­τα­σκή­νω­ση ταυ­τί­ζε­ται με τη βρό­μα, την ε­ξαλ­λο­σύ­νη, την μα­ζι­κή ε­ξα­χρείω­ση και την κα­τα­στρο­φή του πε­ρι­βάλ­λο­ντος. Όπως σε τό­σες και τό­σες πε­ρι­πτώ­σεις (ά­σχε­τα με το μέ­γε­θος και την πρα­κτι­κή ση­μα­σία του φαι­νο­μέ­νου ο τρό­πος της ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γίας μέ­νει ί­διος π.χ. δη­μό­σιοι υ­πάλ­λη­λοι, κα­θη­γη­τές κτλ) έ­να φαι­νό­με­νο ταυ­τί­ζε­ται με κά­ποιο ε­πί μέ­ρους σύ­μπτω­μα, στη συ­νέ­χεια οι μειο­ψη­φι­κές αυ­τές πε­ρι­πτώ­σεις πε­ρι­γρά­φο­νται ως κα­νό­νας, ε­νώ οι κά­ποιες ε­πί μέ­ρους ε­ξαι­ρέ­σεις (στην πε­ρί­πτω­σή μας πα­λιοί κα­τα­σκη­νω­τές που ε­πί της ου­σίας συμ­φω­νούν με το άρ­θρο και πε­ρι­γρά­φο­νται πε­ρί­που ως γρα­φι­κοί γυ­μνι­στές της δε­κα­ε­τίας του ’80) έρ­χο­νται α­πλά για να ε­πι­βε­βαιώ­σουν τον κα­νό­να αυ­τό. Μέ­σα στο μνη­μο­νια­κό πα­ρόν μας, το κα­λο­καί­ρι έρ­χε­ται να πλη­ρώ­σει το δι­κό του χα­ρά­τσι.
Πλη­σιά­ζο­ντας το φθι­νό­πω­ρο με νέα α­γω­νία για τις ό­ποιες ε­ξε­λί­ξεις και τις ό­ποιες νέες α­γριό­τη­τες, ο Αύ­γου­στος μα­ζεύει τις φθαρ­μέ­νες τέ­ντες του πα­λιού lifestyle καρ­να­βα­λιού. Τώ­ρα το μπιτ του ξέ­φρε­νου κα­λο­και­ριού χτυ­πά στον ου­ρα­νό μιας ά­δειας πα­ρα­λίας. Σαν καρ­διά κου­ρα­σμέ­νη, μιας τα­χυ­καρ­δίας χω­ρίς κα­φεΐνη.

(στην Εφημερίδα Εποχή)