Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013

«Ένα καρ­φί στον τοί­χο»

* Μια συ­ζή­τη­ση με τους νέ­ους η­θο­ποιούς Νι­κόλ Δη­μη­τρα­κο­πού­λου και Λευ­τέ­ρη Κα­τα­χα­νά

Η Ι­ΣΤΟ­ΡΙΑ, ΜΑ­ΚΡΙ­ΝΗ ΚΑΙ ΟΙ­ΚΕΙΑ

Ένα καρφί μένει σταθερό στον τοίχο ενός διαμερίσματος για δεκαετίες. Μπροστά του περνά η ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας, από τη δικτατορία μέχρι τις μέρες μας. Μια νεαρή γυναίκα και ο βασανιστής της, ένα νεαρό ζευγάρι που μετεωρίζεται από τη φιλία στην οικογένεια, δύο νέοι που κάνουν έρωτα για να ζεσταθούν αυτόφωτοι, σε μια Ελλάδα της κρίσης που κόβει τα καλώδια του ρεύματος. Δύο ηθοποιοί, η Νικόλ Δημητρακοπούλου και ο Λευτέρης Καταχανάς, ενσαρκώνουν έξι πρόσωπα σε τρεις διαφορετικές ιστορίες, στο 1970, στο 1992 και στο κοντινό 2014. Στην πρώτη του σκηνοθετική δουλειά, ο Χρήστος Στέργιογλου, δίνει μορφή σε μια πλεξούδα στιγμών και συμβάντων που μας υπενθυμίζει το χθες και μας ρωτά για το αύριο.



Για­τί ε­πι­λέ­ξα­τε τα χρό­νια της δι­κτα­το­ρίας ως α­φε­τη­ρία των τριών ι­στο­ριών σας;

Λευ­τέ­ρης Κα­τα­χα­νάς: Η πρώ­τη ι­στο­ρία -αυ­τή του 1970- ή­ταν και η ι­στο­ρία με την ο­ποία προέ­κυ­ψε η ι­δέα για το έρ­γο. Έτυ­χε να α­κού­σω έ­να α­φιέ­ρω­μα για την ε­πέ­τειο του πο­λυ­τε­χνείου στο ρα­διό­φω­νο και τό­τε συ­νει­δη­το­ποίη­σα πως γνώ­ρι­ζα λι­γό­τε­ρα α­πό ό­σα ε­πι­θυ­μού­σα για την πε­ρίο­δο αυ­τή. Η ε­πο­χή αυ­τή εί­ναι κα­τά κά­ποιον τρό­πο η ι­στο­ρία των γο­νιών μας, η ο­ποία φαί­νε­ται μα­κρι­νή και ταυ­τό­χρο­να οι­κεία. Μπο­ρεί να νο­μί­ζου­με πως την γνω­ρί­ζου­με, ε­νώ α­γνοού­με αρ­κε­τά πράγ­μα­τα. Εί­δα αρ­κε­τά ντο­κι­μα­ντέρ και ε­ντυ­πω­σιά­στη­κα, κυ­ρίως με αυ­τά που δεν λέ­γο­νταν αλ­λά υ­πο­νοού­νταν α­πό την πλευ­ρά της τό­τε ε­ξου­σία: Τις χει­ρο­νο­μίες, τις εκ­φρά­σεις των προ­σώ­πων, τον το­νι­σμό των λέ­ξεων. Στη συ­νέ­χεια διά­βα­σα τους «Ανθρω­πο­φύ­λα­κες» του Πε­ρι­κλή Κο­ρο­βέ­ση και το «Μπου­μπου­λί­νας 18» της Κίτ­τυς Αρσέ­νη. Η ι­στο­ρία προέ­κυ­ψε α­πό ό­λη αυ­τή την α­να­ζή­τη­ση.
Νι­κόλ Δη­μη­τρα­κο­πού­λου: Για μέ­να τα γε­γο­νό­τα γύ­ρω α­πό το Πο­λυ­τε­χνείο μοιά­ζουν πο­λύ οι­κεία, α­φού ε­πι­σκε­πτό­μουν τις ε­πε­τεια­κές εκ­δη­λώ­σεις στα­θε­ρά ή­δη α­πό τα μα­θη­τι­κά μου χρό­νια. Νοιώ­θω πως με κά­ποιον τρό­πο ό­λη μου η α­ντί­λη­ψη, ό­λη μου η πο­λι­τι­κή συ­νεί­δη­ση ξε­κι­νά και έ­χει ως α­να­φο­ρά ε­κεί­νη την ε­πο­χή. Με κά­ποιο τρό­πο -ί­σως ταυ­τι­ζό­με­νη με τους γο­νείς μου- ό­ταν παί­ζω στη σκη­νή νοιώ­θω πως υ­πήρ­χα και ε­γώ τό­τε. Βέ­βαια τε­λι­κά, κα­τα­λα­βαί­νεις πως αυ­τό το ο­ποίο νοιώ­θεις οι­κείο ή σχε­δόν βιω­μέ­νο, πα­ρα­μέ­νει στη σφαί­ρα της ι­στο­ρίας α­φού λεί­πουν οι λε­πτο­μέ­ρειες, οι στιγ­μές, η κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα.

Αντί­θε­τα με τα χρό­νια αυ­τά, η δεύ­τε­ρη ι­στο­ρία ε­ξε­λίσ­σε­ται σε μια ε­πο­χή πο­λύ πιο ή­ρε­μη, σχε­δόν ου­δέ­τε­ρη, το 1992.
Λ.Κ.
Η δεύ­τε­ρη ε­πο­χή εί­ναι η ε­πο­χή των παι­δι­κών μας χρό­νων, η δε­κα­ε­τία του 90. Οι ει­κό­νες και οι μνή­μες για πράγ­μα­τα που θεω­ρείς πως δεν έ­χουν αλ­λά­ξει, πως εί­ναι ό­μοια α­κό­μη και τώ­ρα ε­πει­δή τα κου­βα­λάς μέ­σα σου. Βλέ­πο­ντας δελ­τία ει­δή­σεων και φω­το­γρα­φίες α­πό ε­κεί­νη την ε­πο­χή σκέ­φτη­κα πως κά­ποιος σή­με­ρα μπο­ρεί να βλέ­πει με την ί­δια α­πό­στα­ση ε­κεί­νη την ε­πο­χή ό­πως ε­γώ την ε­πο­χή που πε­ρι­γρά­ψα­με πριν.
Ν.Δ. Εγώ θεω­ρού­σα πως αυ­τήν την ε­πο­χή δεν χρεια­ζό­ταν κά­ποιος να την μά­θει. Την εί­χα τό­σα έ­ντο­να μέ­σα μου που πί­στευα πως εί­ναι γνω­στή στους πά­ντες. Στο ση­μείο αυ­τό έ­νοιω­σα τον τρό­πο με τον ο­ποίο ο χρό­νος σπρώ­χνει στην ι­στο­ρία κά­τι το ο­ποίο έ­χεις ζή­σει.

Η τε­λευ­ταία σκη­νή δια­δρα­μα­τί­ζε­ται το 2014. Το­πο­θε­τεί­ται, δη­λα­δή, σε έ­να μέλ­λον που σχε­δόν μας αγ­γί­ζει.
Λ.Κ.
Η σκη­νή αυ­τή, αν και ε­ξε­λίσ­σε­ται στο κο­ντι­νό αύ­ριο, α­πευ­θύ­νε­ται ου­σια­στι­κά στο σή­με­ρα. Πέ­ρυ­σι, την πε­ρίο­δο που γρα­φό­ταν το έρ­γο, εί­χα την αί­σθη­ση πως τα πράγ­μα­τα δεν έ­χουν φτά­σει α­κό­μη στο χει­ρό­τε­ρο ση­μείο. Σκε­φτό­μουν πως η κα­τά­στα­ση θα μπο­ρού­σε να πη­γαί­νει ό­λο και πιο ά­σχη­μα και προ­σπα­θού­σα να φα­ντα­στώ πώς θα ζή­σου­με με ό­λα αυ­τά. Και σκε­φτό­μουν πως τε­λι­κά μπο­ρού­με να α­ντι­με­τω­πί­σου­με α­κό­μα και τις χει­ρό­τε­ρες κα­τα­στά­σεις. Αν υ­πάρ­χει κά­ποιος που α­γα­πάς δεν θα πά­ψεις να τον α­γα­πάς ε­πει­δή η χώ­ρα σου χρε­ο­κό­πη­σε. Προ­σπα­θώ α­κό­μα και στα χει­ρό­τε­ρα να βλέ­πω τα πράγ­μα­τα θε­τι­κά. Βέ­βαια αυ­τό που ζού­με σή­με­ρα δεν μου φαί­νε­ται υ­γιές.
Ν.Δ. Όταν ο Λευ­τέ­ρης έ­γρα­φε το έρ­γο και το συ­ζη­τή­σα­με εί­χα μό­λις γυ­ρί­σει α­πό τις σπου­δές μου στην Αγγλία. Γνώ­ρι­ζα φυ­σι­κά με λε­πτο­μέ­ρειες το τι γι­νό­ταν στην Ελλά­δα αλ­λά δεν το βίω­να ως πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Όσο περ­νού­σαν οι μέ­ρες, και α­κό­μα πιο πο­λύ τώ­ρα, νοιώ­θω πως εί­μα­στε ό­λο και πιο κο­ντά στην κα­τά­στα­ση που πε­ρι­γρά­φει η σκη­νή. Ήδη οι πε­ρισ­σό­τε­ροι δεν έ­χου­με θέρ­μαν­ση, αύ­ριο μπο­ρεί να μην έ­χου­με και η­λεκ­τρι­κό. Τη στιγ­μή ε­κεί­νη δεν μπο­ρού­σα να το συ­νει­δη­το­ποιή­σω. Πα­λαιό­τε­ρα σκε­φτό­μουν πως θα ή­θε­λα να φύ­γω για έ­να διά­στη­μα στο ε­ξω­τε­ρι­κό. Πια δεν σκέ­φτο­μαι να φύ­γω. Το να πα­ρα­τή­σω την πραγ­μα­τι­κό­τη­τά μου, το νοιώ­θω σαν μια μορ­φή ήτ­τας.

Ο λό­γος του έρ­γου έ­χει μια πο­λύ έ­ντο­νη προ­φο­ρι­κό­τη­τα. Οι κα­θη­με­ρι­νές φρά­σεις που α­νταλ­λάσ­σε­τε στην πα­ρά­στα­ση μοιά­ζουν πε­ρισ­σό­τε­ρο να μι­λούν για πράγ­μα­τα που υ­πάρ­χουν σε έ­να φό­ντο που το κοι­νό δεν γνω­ρί­ζει. Οι λέ­ξεις μοιά­ζουν πε­ρισ­σό­τε­ρο να δη­λώ­νουν και ό­χι να α­φη­γού­νται. Πώς προέ­κυ­ψε αυ­τό το ύ­φος;
Ν.Δ.
Το ύ­φος προέ­κυ­ψε κυ­ρίως α­πό τις πρό­βες και α­πό τις ο­δη­γίες του σκη­νο­θέ­τη μας, του Χρή­στου Στέρ­γιο­γλου. Κό­πη­καν αρ­κε­τά κομ­μά­τια α­πό την ι­στο­ρία, κά­ποια πράγ­μα­τα α­πλά μπή­καν σε πα­ρέν­θε­ση. Στό­χος του σκη­νο­θέ­τη ή­ταν η α­να­πα­ρα­γω­γή ε­νός κα­θη­με­ρι­νού λό­γου, ό­που τα πε­ρισ­σό­τε­ρα δεν τα α­φη­γού­μα­στε α­π’ την αρ­χή, α­πλά τα α­φή­νου­με να υ­πο­νοού­νται. Αυ­τό κά­νει και το λό­γο του έρ­γου να εί­ναι πιο πραγ­μα­τι­κός και λι­γό­τε­ρο θε­α­τρι­κός. Νο­μί­ζω πως η ου­σία αυ­τού του λό­γου έ­χει να κά­νει με αυ­τό που πε­ριέ­γρα­φε ο Τ.Σ. Έλιοτ στην «Οι­κο­γε­νεια­κή γιορ­τή». Δεν μπο­ρού­με να μι­λή­σου­με για τα γε­γο­νό­τα, μπο­ρού­με να μι­λή­σου­με για αυ­τό που συμ­βαί­νει και αυ­τό που συμ­βαί­νει υ­πο­νο­εί­ται σε μια κα­τά­στα­ση, σε μια α­τμό­σφαι­ρα σε έ­να βλέμ­μα.
Λ.Κ. Το κεί­με­νο το ε­πε­ξερ­γα­στή­κα­με ξα­νά και οι τρεις μα­ζί. Ξα­να­γρά­ψα­με ό­λο το έρ­γο μα­ζί ή­δη πριν α­πό τις πρό­βες. Ο λό­γος λει­τουρ­γεί έ­τσι ώ­στε να δη­λω­θεί μια συν­θή­κη με ό­σο γί­νε­ται λι­γό­τε­ρα λό­για. Αυ­τό που έ­χει ση­μα­σία εί­ναι αυ­τό που βρί­σκε­ται α­πό πί­σω. Αν αυ­τό εί­ναι δυ­να­τό, ο θε­α­τής θα το ε­κλά­βει. Και το στοι­χείο αυ­τό γί­νε­ται α­κό­μα πιο ση­μα­ντι­κό ε­πει­δή οι σκη­νές εί­ναι κομ­μα­τια­στές και πλέ­κο­νται με­τα­ξύ τους, ο­πό­τε και η ε­ξέ­λι­ξη α­πό ει­κό­να σε ει­κό­να υ­πο­νο­εί­ται μα­ζί με ό­σα αρ­χι­κά δεν ξέ­ρου­με για τους ή­ρωες.

Η πρώ­τη ι­στο­ρία, αυ­τή στα χρό­νια της δι­κτα­το­ρίας, μοιά­ζει με μια υ­πεν­θύ­μι­ση για την κα­τα­γω­γή της ση­με­ρι­νής κοι­νω­νίας. Αν κά­τι τέ­τοιο ι­σχύει, μπο­ρού­με να πού­με πως η τρί­τη ι­στο­ρία -αυ­τή που δια­δρα­μα­τί­ζε­ται στο κο­ντι­νό 2014- εί­ναι μια ευ­χή για τις σχέ­σεις των αν­θρώ­πων στο μέλ­λο­ν;
Ν.Δ.
Νο­μί­ζω πως στην ι­στο­ρία υ­πάρ­χει ό­ντως μια αι­σιο­δο­ξία ως προς τις σχέ­σεις των αν­θρώ­πων, για­τί ί­σως να μην έ­χου­με κά­ποια άλ­λη α­πτή αι­σιο­δο­ξία. Οι σχέ­σεις προ­φα­νώς ε­πη­ρεά­ζο­νται α­πό την πε­ριρ­ρέ­ου­σα α­τμό­σφαι­ρα, αλ­λά τα συ­ναι­σθή­μα­τα για τους αν­θρώ­πους που α­γα­πάς δεν αλ­λά­ζουν. Οι σχέ­σεις εί­ναι πιο δυ­να­τές α­πό την οι­κο­νο­μία. Πια, ό­ταν οι άν­θρω­ποι σε ρω­τούν πως εί­σαι και ε­σύ α­πα­ντάς «κα­λά» και το εν­νο­είς, σχε­δόν ξαφ­νιά­ζο­νται.
Λ.Κ. Όταν έ­γρα­φα την τρί­τη ι­στο­ρία αι­σθα­νό­μουν κου­ρα­σμέ­νος α­πό τη μαυ­ρί­λα και την α­παι­σιο­δο­ξία -και κυ­ρίως α­πό τη δι­κή μου α­παι­σιο­δο­ξία. Τε­λι­κά ό­μως άρ­χι­σα να νοιώ­θω πως για αυ­τή τη διά­θε­ση έ­φται­γα μό­νο ε­γώ. Δεν θέ­λω να υ­πο­βι­βά­σω αυ­τά που περ­νά ο κα­θέ­νας, ό­λο αυ­τό το δρά­μα που συμ­βαί­νει γύ­ρω μας, ί­σα-ί­σα. Η τρί­τη ι­στο­ρία ή­ταν μια α­ντί­δρα­ση α­πέ­να­ντι σε ό­λο αυ­τό το γε­νι­κευ­μέ­νο συ­ναί­σθη­μα. Όντως εί­ναι μια ευ­χή ό­χι μό­νο για τους αν­θρώ­πους που βιώ­νουν την κρί­ση και τη συ­γκε­κρι­μέ­νη οι­κο­νο­μι­κή κα­τά­στα­ση, αλ­λά γε­νι­κό­τε­ρα.

Η πα­ρά­στα­ση «Ένα καρ­φί στον τοί­χο» παί­ζε­ται στο Θέ­α­τρο του Νέ­ου Κό­σμου, κά­θε Δευ­τέ­ρα και Τρί­τη, μέ­χρι τις 23 Απρι­λίου.

(Στην εφημερίδα Εποχή)

Δεν υπάρχουν σχόλια: