Κυριακή, 10 Μαρτίου 2013

Οι στίχοι και τα παιδιά της σιωπής

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑ ΕΥΑΝΤΙΝΟΥ «ΕΝΕΟΣ...»
 



Ενεός…

Έξω απ’ το κουτάκι

Καθώς έλιωναν στις φλέβες του ξαπλωμένου ζευγαριού όλες οι μεγάλες πρωτεύουσες της ιστορίας, τα γυμνά τους σώματα έπεφταν από αγράμματα λιβάδια στις αγκάλες μιας καθαρά μαθηματικής ζωής και μια ανήκουστη ειρήνη συμφωνήθηκε, ενώ οι σοφοί έξυσαν νευρικοί τις καράφλες τους.
Το σόι των ανέμων τύλιγε την πλάση κλώθοντας της νυφικό, οι πλανήτες έμπαιναν σαν νότες σε πεντάγραμμο χαμόγελο, το βελανίδι διατηρούσε το άρρητο νόημα του, τα ζώα μάθαιναν στα μωρά την αθεΐα, ο άνδρας απέτινε τιμές στο θήραμά του, ο χρόνος ήταν το παιδί που κοιμόταν πάντα στην ώρα του…
Ξαφνικά η γυναίκα δεν αντέχει: «το παιδί βλέπει όνειρο τον Θεό, ξυπνάει!»
Δεν μπορώ να πω πόσο κράτησε αυτή η μυθολογία των ελεύθερων ανθρώπων, προτού ξαναμπεί ο κόσμος στο κουτάκι της ερμηνείας του Δικαίου.
Νικόλας Ευαντινός, από τη συλλογή «Ενεός…», εκδόσεις Μανδραγόρας, 2013





Oπως και στις δύο προ­η­γού­με­νες συλ­λο­γές του, ο Νι­κό­λας Ευα­ντι­νός (γεν. το 1982 στην Ιε­ρά­πε­τρα της Κρή­της), ε­πι­λέ­γει στο τρί­το του βι­βλίο να αρ­χι­τε­κτο­νή­σει το σύ­νο­λο των ποιη­μά­των του μέ­σα α­πό τη χρή­ση ε­νός συμ­βό­λου που ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται. Στη συλ­λο­γή «Μι­κρές αγ­γε­λίες και ει­δή­σεις», κά­θε ποίη­μα α­πο­τε­λού­σε στι­χουρ­γι­κή με­ταμ­φίε­ση ε­νός έγ­γρα­φου α­ντι­κει­μέ­νου: α­να­κοι­νώ­σεις, αγ­γε­λίες, δελ­τία και ε­νοι­κια­στή­ρια γί­νο­νταν τα α­ντι­κεί­με­να του ποιη­τή τα ο­ποία και με­τα­μόρ­φω­νε ποιη­τι­κά. Στη δεύ­τε­ρη συλ­λο­γή του, με τίτ­λο «Ρου­βί­κω­νας στα μέ­τρα μας» ως κε­ντρι­κό ση­μείο ε­πι­λέ­γε­ται ο πο­τα­μός Ρου­βί­κω­νας, σύμ­βο­λο της υ­πέρ­βα­σης, της άρ­σης πά­νω και πέ­ρα α­π’ ό,τι φθεί­ρει με την κοι­νο­το­πία του, της στιγ­μής του με­γά­λου ναι και του με­γά­λου ό­χι.
Στο βι­βλίο «Ενεός…» η κα­τά­στα­ση της έκ­πλη­ξης και του ξαφ­νιά­σμα­τος α­πέ­να­ντι στον κό­σμο, το­πο­θε­τεί­ται ως πε­ρι­βάλ­λον αλ­λά και ως ε­πε­ξη­γη­μα­τι­κό σχό­λιο σε κά­θε ποίη­μα. Κά­θε έ­να άλ­λω­στε α­πό τα 30 ποιή­μα­τα του βι­βλίου ξε­κι­νά­ει με τη λέ­ξη «ε­νεός…» ή­δη πριν α­πό τον τίτ­λο. Η συ­γκε­κρι­μέ­νη κα­τά­στα­ση, γί­νε­ται ου­σία της ί­διας της ποιη­τι­κής στά­σης. Το ξάφ­νια­σμα α­πέ­να­ντι στον κό­σμο πε­ρι­γρά­φει μια α­θωό­τη­τα η ο­ποία ταυ­τί­ζε­ται με την ί­δια την ι­διό­τη­τα του ποιη­τή. Μέ­σα α­πό την παρ­θε­νι­κό­τη­τα του βλέμ­μα­τος ο ποιη­τής μας πε­ρι­γρά­φει το θαύ­μα του λί­γου, το τε­ρά­στιο μέ­γε­θος ε­νός ε­λά­χι­στου παλ­μού του σύ­μπα­ντος, αυ­τό που ο Μπλέικ ο­νό­μα­ζε ι­κα­νό­τη­τα να δεις «τον Κό­σμο σε έ­ναν κόκ­κο άμ­μου/τον πα­ρά­δει­σο σε έ­να ά­γριο λου­λού­δι». Η α­φω­νία του τίτ­λου (ή μάλ­λον των τίτ­λων) πε­ρι­γρά­φε­ται με λέ­ξεις δί­νο­ντας στην ποίη­ση τη θέ­ση κά­που α­νά­με­σα στη σιω­πή και τον λό­γο, σε μια φρά­ση που θα ε­μπε­ριέ­χει και τα δύο σε μια συμ­φι­λίω­ση και ό­χι σε μια σύ­γκρου­ση. Άλλω­στε ή­δη α­πό την αρ­χή του βι­βλίου, ο ποιη­τής μας πε­ρι­γρά­φει: «Μη­τριά μας η Ποίη­ση./ Μά­να μας η σιω­πή./ Και την στιγ­μή του α­πο­χω­ρι­σμού…/ε­νεός…»

Ποίη­ση - ε­ρώ­τη­ση

Πραγ­μα­τι­κός πρω­τα­γω­νι­στής του βι­βλίου, εί­ναι η ί­δια η ποίη­ση, το βίω­μα και η αί­σθη­ση ως λέ­ξη. «Η γρα­φή θα κά­νει τον κό­σμο ι­διο­κτη­σία», δια­βά­ζου­με σε κά­ποιο α­πό τα ποιή­μα­τα. Μέ­σα στην κο­σμο­γο­νία των λέ­ξεων ο Ευα­ντι­νός ε­πι­θυ­μεί να ο­ντο­λο­γή­σει ο­ρί­ζο­ντας τον κό­σμο του με στί­χους, δια­θλά­σεις νο­η­μά­των, βου­βά χει­ρο­κρο­τή­μα­τα κα­τά­φα­σης α­πέ­να­ντι στον ο­ρί­ζο­ντα των πραγ­μά­των. Βρι­σκό­μα­στε, λοι­πόν, μπρο­στά σε μια ποίη­ση - ε­ρώ­τη­ση που α­πα­ντά στον ε­αυ­τό της μέ­σα α­πό την ί­δια την πα­ρου­σία της («ποιος ε­πι­τέ­λους θα μι­λή­σει για αυ­τά,/ ποιος θα ταΐσει την αν­θρω­πό­τη­τα που με κα­τοι­κεί;»).
Ο ποιη­τής ο­ρί­ζε­ται ως υ­πο­κεί­με­νο των πε­ρισ­σο­τέ­ρων ποιη­μά­των. Μέ­σα α­πό τους στί­χους μάς μι­λά για έ­να βλέμ­μα που δεν με­λαγ­χο­λεί αλ­λά ε­πι­τί­θε­ται, δεν σκύ­βει το κε­φά­λι αλ­λά το λυ­γί­ζει ε­λα­φρά προς τα πί­σω κοι­τά­ζο­ντας προς τα τα­βά­νια του κό­σμου (Μια σκά­λα με­γα­λώ­νει μέ­σα μου και τρυ­πά­ει τα σύν­νε­φα). Στην πα­λέ­τα των λέ­ξεων και των ει­κό­νων τα χρώ­μα­τα μπλέ­κο­νται με­τα­ξύ τους. Ο ποιη­τής με­τα­μορ­φώ­νε­ται α­πό τον κό­σμο και ο κό­σμος α­πό τον ποιη­τή. Το σώ­μα συ­νο­ρεύει με ό,τι το πε­ρι­βά­λει και δί­νο­ντας και παίρ­νο­ντας σχή­μα, ό­μοια ό­πως η θά­λασ­σα ο­ρί­ζει το α­κρω­τή­ρι και η α­κτή τη θά­λασ­σα. Αλλά ο ποιη­τής δεν ζει στη μο­νά­δα, δεν α­πο­ζη­τά άλ­λη μια δια­τύ­πω­ση του α­το­μι­κού ο­ρά­μα­τος. Η φω­νή έ­χει για α­ντί­λα­λο τις φω­νές των άλ­λων, ί­ση με αυ­τές δί­νο­ντας και ε­πι­στρέ­φο­ντας (Από τό­τε ζού­με σε κύ­κλο, δη­λα­δή κοι­τα­ζό­μα­στε στα μά­τια./ Τέρ­μα οι πα­ρε­λά­σεις).

Αδελ­φι­κά φά­σμα­τα του πα­ρελ­θό­ντος

Και α­νά­με­σα στους άλ­λους ο ποιη­τής συ­να­ντά τα α­δελ­φι­κά φά­σμα­τα του πα­ρελ­θό­ντος: τον Σο­λω­μό (δί­πλα σε έ­να με­γά­λο κόκ­κι­νο που­λί που έ­κα­νε τρα­γού­δι τους ο­ρί­ζο­ντες των αν­θρώ­πων), τον Κα­ρυω­τά­κη (μέ­σα στον ί­σκιο της νί­κης του), τον Ανα­γνω­στά­κη ( που κο­λύ­μπη­σε σε αν­θρώ­πι­να πο­τά­μια με α­νά­σα θα­να­το­ποι­νί­τη), τον Λει­βα­δί­τη (ξε­στρα­τί­ζο­ντας α­πό τις παρ­τι­τού­ρες του φθι­νο­πώ­ρου), τον Χιό­νη (ε­νώ ο χρό­νος κυ­λού­σε και το θαύ­μα έ­λιω­νε) αλ­λά και τον Ψα­ρο­νί­κο (ο ο­ποίος δεν εί­χε σκιά). Οι α­να­φο­ρές αυ­τές, έρ­χο­νται να συ­να­ντή­σουν τον α­ντια­στι­κό χα­ρα­κτή­ρα (τι να χω­ρέ­σει μω­ρέ μια Αθή­να) και την ε­ντο­πιό­τη­τα (χω­ρίς στοι­χεία ε­ξω­τι­σμού) και να γί­νουν συ­στα­τι­κά που συ­γκρο­τούν την κα­τα­γω­γι­κή φω­νή του ποιη­τή. Άλλω­στε ο­λό­κλη­ρος ο «Ενεός…» μοιά­ζει με μια ε­ρώ­τη­ση κα­τα­γω­γής, τό­σο του ποιη­τή ό­σο και της ί­διας ποίη­σης κά­που α­νά­με­σα στην σιω­πή και τη λέ­ξη κά­που α­νά­με­σα στο μαύ­ρο του σκο­τα­διού και την λευ­κό­τη­τα της ό­ρα­σης. Ή με τα λό­για του ί­διου του Νι­κό­λα Ευα­ντι­νού: «Τυ­φλός, θα εί­μαι ο πρό­γο­νος μιας νέ­ας ό­ρα­σης».

Δεν υπάρχουν σχόλια: