Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013

Εκδορές ονείρου

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ ΓΡΙΒΑ «ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΠΟΥ ΗΜΑΣΤΑΝ ΑΓΡΙΟΙ»




«Πλάνη»

Φορτώνω στη ράχη μου
δύο νεκρά πουλιά
τα φτερά τους
-και πεθαμένα-
κροταλίζουν
κρυφά περάσματα
στις φυλλωσιές
και λιτανείες στο νότο
κι έναν παλμό
που ήτανε κάποτε
κήπος ατίθασος
στην όψη του αμάραντου
και στην οσμή της σάρκας

φορτώνω στη ράχη μου
δύο νεκρά πουλιά
κι όνειρα αμέριμνα
που δεν κουράζονται
ποτέ
να επιστρέφουν
στη φωλιά τους
όπως το ψάθινο καπέλο
του καλοκαιριού
που εκτελεί πάντα
την ίδια πορεία
μακριά απ’ το κεφάλι μας
όταν τ’ αφήνουμε
να το ρουφήξει
το πρώτο μελτέμι
και τα ξερά φύλλα
του φθινοπώρου
κι ύστερα η μνήμη
που δε συγκρατεί τίποτα
αληθινά δικό μας
παρά αυτή την τελευταία
ανέλιξη
σε μιαν αόρατη σκάλα

ταλαντεύομαι
και πληρώνω το βάρος μου
σε κάθε βήμα
η πτήση ξεκινά
από την πλάτη μου
και τελειώνει εκεί
δεν είναι ύψους
ενατένιση
αλλά παράταση αναπνοής.

(Άννα Γρίβα,
από την ποιητική συλλογή
«Οι μέρες που ήμασταν
άγριοι»)






Η Άννα Γρίβα γεννήθηκε το 1985 στην Αθήνα. Σπούδασε ελληνική φιλολογία. Στην ποίηση εμφανίστηκε πρώτη φορά το 2010 με τη συλλογή «Η φωνή του σκοτωμένου» από τις εκδόσεις Χαραμάδα. Η ποιητική της συλλογή «Οι μέρες που ήμασταν άγριοι» κυκλοφόρησε το φθινόπωρο του 2012 από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης.
Ας επαναλάβουμε τους δύο στίχους: «δεν είναι ύψους ενατένιση/ αλλά παράταση αναπνοής». Γραμμένοι για να ιστορήσουν μια αβέβαιη πτήση από το σώμα, οι στίχοι αυτοί περιγράφουν με τον καλύτερο τρόπο την ποίηση της Γρίβα. Η ποίησή της είναι μια δοκιμή άλματος όχι προς τις ψυχρές κορυφές του ύψους αλλά αντίθετα προς τα μέσα της αναπνοής (όπως βυθίζονται/ τα σύννεφα/ στην πτώση/ του νερού τους). Οι στίχοι μοιάζουν αναγκαίοι σχεδόν όσο και οι ανάσες (η μέσα ανάσα τιτλοφορείται ένα από τα ποιήματά της). Το μελάνι μετράει τον παλμό. Η ποίηση περιγράφεται ως αναγκαιότητα.
Το πρόσωπο των ποιημάτων μένει έγκλειστο σε έναν έξω κόσμο. Έναν κόσμο που είναι ταυτόχρονα και εσωτερικό τοπίο. Οι οργανισμοί, τα πουλιά, τα έντομα, τα δέντρα γίνονται σύμβολα που περιγράφουν την ποιητική ύπαρξη. Το φίδι, οι μέλισσες και ο φλοιός των δέντρων γίνονται μέτρα χαρτογράφησης του μέσα κόσμου. Η χλωρίδα και η πανίδα των στίχων φυτρώνει ταυτόχρονα με τα καθημερινά αντικείμενα και έχει την ίδια διάσταση με αυτά σε ένα ομοιογενές τοπίο φτιαγμένο από ανόμοια υλικά. Τα έπιπλα, το θερμόμετρο, το μπρίκι, οι κουρτίνες, συνορεύουν με τη γύρη και τα φτερά. Μέσα από το λυρισμό και την έντονη εικονοποιία, το βίωμα μεταμορφώνεται σε ήχο.

Αντικείμενα προικισμένα με ανάσα

Στο βιβλίο «Οι μέρες που ήμασταν άγριοι» συναντούμε μια ιδιόρρυθμη ποιητική. Η ποίηση και το ποίημα δεν ορίζονται, ο ποιητής δεν ενεργεί περιγράφοντας τον ποιητικό τρόπο ή την ποιητική ζωή. Αντίθετα, τα ποιήματα συμμετέχουν σαν οργανισμοί και σαν αντικείμενα. Τα ποιήματα πηγαίνουν, τα ποιήματα έρχονται, τα ποιήματα γιατρεύονται, στολίζουν τα κοφτερά δόντια και τελικά τα ποιήματα ορίζονται από τις ενέργειες τους. Σαν ζώα, σαν δέντρα, σαν αντικείμενα προικισμένα με ανάσα.
Σε κάποιο σημείο η ποιήτρια περιγράφει: «Αγάπα με -έλεγες- κι άλλο δεν είμαστε/ από το όχημα/προς λίγη σάρκα». Η ύλη, η σάρκα, το σώμα γίνονται στα ποιήματα έκταση του κόσμου. Ο φλοιός των δέντρων, η γύρη των λουλουδιών υπάρχουν ταυτόχρονα με το αίμα στις φλέβες. Ο κόσμος έχει έναν ενιαίο παλμό. Είναι η ακοή που γεννά τον ήχο, τα μάτια που γεννούν το φως και τελικά ο στίχος αυτός που δίνει ψυχή σε μια σειρά από αντικείμενα - θανάτους.
«Οι μέρες που ήμασταν άγριοι» μας μιλούν για το ημερολόγιο ενός παρελθόντος που δεν είναι παρελθόν, αλλά παρόλα αυτά προηγείται του παρόντος μας. Η ποιήτρια τοποθετεί τις μέρες του τίτλου σε μια κατάσταση κάπου στο πριν. Μια κατάσταση που δημιουργείται από το παρόν του ποιήματος αλλά ταυτόχρονα προϋπάρχει. Στίχο το στίχο, το συνολικό παρελθόν δημιουργείται, με τον τρόπο που κάποιος κάνει σχέδια για το μέλλον, απλά για να ορίσει το παρόν του (ο δρόμος μου πάντα ενεστώτας, μας λέει η ποιήτρια). Τα ζώα της νύχτας, τα νεκρά πουλιά, οι καυτές ανάσες μέσα στις φωλιές και οι ανέστιες ζωές επιπλέουν σε έναν κόσμο που παρήλθε, αλλά σκορπά το βλέμμα του ακόμα στο παρόν μας.

Η αθωότητα ως αντίσταση

Η αγριότητα των ημερών του τίτλου υπάρχει ως απειλή και ταυτόχρονα ως αθωότητα. Το σώμα του προσώπου που πρωταγωνιστεί στα ποιήματα, κουβαλά τις εκδορές του κόσμου, κινδυνεύει και ακροβατεί. «Έχει το σώμα μου μικρές φιλοδοξίες:/ φωτιάς απολήξεις πταίσματα εμπρησμών/ σημάδια κόκκινα που μηρυκάζονται/ από τον θάνατο της νύχτας». Χτυπιέται από την απώλεια, τον πυρετό, χτυπιέται από το χρόνο (και λιγοστέψαμε/ σαν υπέργηρα βρέφη). Η ποίηση είναι αυτή που θα μεταμορφώσει την αγριότητα σε αθωότητα, θα εξορύξει το λευκό. Τα ποιήματα θα στολίσουν τα κοφτερά δόντια, θα ξορκίσουν την πληγή, θα μετατρέψουν το γρύλισμα σε τραγούδι (Δίψα δεν έσβησε κανείς/ όσο το ποίημα που γιατρεύτηκε/ απ’ την κακή του σκέψη). Στις βάρβαρες μέρες που ζούμε, ο κόσμος των ποιημάτων της Άννας Γρίβα μας διδάσκει την αθωότητα ως αντίσταση, επιλέγοντας το ελάχιστο φως που σπάει με πόνο το σκοτάδι και όχι τους τόσους ήλιους της εποχής μας που δεν φωτίζουν αλλά τυφλώνουν: «καλύτερα να νιώσεις βαθύ το δάγκωμα της αμφιλύκης
Παρά να ματώνεις σε ήλιους ψευδείς και πυρωμένους».



(Στην εφημερίδα Εποχή)
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: