Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2012

ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΩΝ ΜΑΓΙΑ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΚΡΙΣΗ

Λεπτομέρειες για το τέλος του κόσμου*



Έτσι τελειώνει ο κόσμος
Έτσι τελειώνει ο κόσμος
Έτσι τελειώνει ο κόσμος
Όχι μ’ ένα βρόντο μα μ‘ ένα λυγμό

Τ.Σ. Έλιοτ,
Οι κούφιοι άνθρωποι



Το άρθρο αυτό γράφεται Παρασκευή με κίνδυνο να μην τελειώσει ποτέ. Γιατί ίσως πριν τελειώσει, να έχει τελειώσει ο κόσμος, σύμφωνα με το ημερολόγιο των Μάγια. Ίσως το άρθρο να μην γραφτεί ποτέ, ίσως η «Εποχή» να μην εκδοθεί ξανά και ίσως ο ΣΥΡΙΖΑ να μην γίνει ποτέ κυβέρνηση αφού όλα θα έχουν τελειώσει. Βέβαια, αφού διαβάζετε το άρθρο είναι μάλλον Σάββατο οπότε για άλλη μια φορά την γλιτώσαμε. Άλλωστε από το 1980 και μετά έχουν καταγραφεί τουλάχιστον 50 αντίστοιχες προβλέψεις σχετικά με το τέλος του κόσμου.

Η βροντή

Η ε­σχα­το­λο­γία α­πο­τε­λεί μια ξε­χω­ρι­στή κα­τη­γο­ρία των θεω­ριών συ­νω­μο­σίας. Κα­τα­φέρ­νει να συν­δυά­σει τη φα­ντα­σία με την πλά­νη, την προ­κα­τά­λη­ψη, τη βλα­κεία, α­να­κα­τεύο­ντας τα πιο ε­τε­ρό­κλι­τα υ­λι­κά φτιά­χνο­ντας μίγ­μα­τα που ξαφ­νιά­ζουν. Πα­λιές βε­βαιό­τη­τες και ό­ροι α­ντί­λη­ψης της ζωής, έρ­χο­νται σε ε­πα­φή και α­να­με­τρώ­νται με έ­να νέο κε­νό και μια νέα α­δυ­να­μία.
Οι α­βραα­μι­κές θρη­σκείες (Ιου­δαϊσμός, Χρι­στια­νι­σμός, Μωα­με­θα­νι­σμός), α­πο­τέ­λε­σαν τη βά­ση για να χτι­στεί έ­να με­γά­λο κομ­μά­τι του σύγ­χρο­νου πο­λι­τι­σμού. Στις θρη­σκείες αυ­τές, ο χρό­νος α­πλώ­νε­ται γραμ­μι­κά με αρ­χή του έ­να μυ­θι­κό πα­ρελ­θόν και τέ­λος του μια κα­τα­κλυ­σμιαία στιγ­μή (α­ντί­θε­τα με τις α­να­το­λι­κές θρη­σκείες ό­που η ε­πα­νά­λη­ψη και ο κύ­κλος εί­ναι κυ­ρίαρ­χα σχή­μα­τα). Το τέ­λος του κό­σμου, η α­πο­κά­λυ­ψη και η θεία δί­κη που θα ερ­χό­ταν με­τά α­πό αυ­τό το τέ­λος, α­πο­τέ­λε­σαν βά­ση ό­χι μό­νο για να πε­ρι­γρα­φεί ο τρό­πος με τον ο­ποίο α­πλώ­νε­ται ο χρό­νος, αλ­λά α­κό­μα ση­μα­ντι­κό­τε­ρα για να ο­ρι­στεί η κά­θε μέ­ρα του πα­ρό­ντος. Οι πρά­ξεις του ε­κά­στο­τε πα­ρό­ντος κοί­τα­γαν για τον πι­στό πά­ντα στο μέλ­λον, στη στιγ­μή που οι πρά­ξεις αυ­τές θα συ­να­ντού­σαν την κα­τα­δί­κη ή την ε­πι­βρά­βευ­ση. Το τέ­λος υ­πήρ­χε στο μέλ­λον αλ­λά πα­ράλ­λη­λα ζού­σε ε­γκι­βω­τι­σμέ­νο και στο πα­ρόν. Η α­πο­κά­λυ­ψη δεν α­πο­τέ­λε­σε, λοι­πόν, α­πλά έ­να μύ­θο για κά­ποιον μα­κρι­νό χρο­νι­κό ο­ρί­ζο­ντα, αλ­λά πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο μια κε­ντρι­κή ρυθ­μι­στι­κή πα­ρά­με­τρο ε­ξου­σίας σύμ­φω­να με την ο­ποία θα έ­πρατ­ταν οι πι­στοί.
Στις ση­με­ρι­νές κοι­νω­νίες, ο ρυθ­μι­στι­κός χα­ρα­κτή­ρας της θρη­σκείας παί­ζει πο­λύ μι­κρό­τε­ρο, αν ό­χι α­σή­μα­ντο, ρό­λο. Το η­με­ρο­λό­γιο δεν ρυθ­μί­ζε­ται τό­σο α­πό τις ε­ορ­τές ό­σο α­πό την προ­βο­λή της θρη­σκευ­τι­κής α­νά­μνη­σής τους σε έ­να υ­λι­στι­κό πα­ρόν κα­τα­νά­λω­σης και ευ­δαι­μο­νι­σμού. Ο χρό­νος πε­ρι­γρά­φε­ται σχε­δόν τυ­χαία, α­νά­με­σα σε ε­πε­τείους, ε­θνι­κές ε­ορ­τές και αρ­γίες. Ο σύγ­χρο­νος άν­θρω­πος ζει σε έ­να αυ­στη­ρό πα­ρόν που α­πλώ­νει τον ε­αυ­τό του σε πα­ρελ­θόν και μέλ­λον. Το τέ­λος του χρό­νου ζει πια στο πα­ρελ­θόν και πα­ρα­μέ­νει μια μα­κρι­νή α­νά­μνη­ση, α­νί­κα­νη να δώ­σει νό­η­μα στην κά­θε μέ­ρα, α­νί­κα­νη να υ­πο­σχε­θεί, να ο­ρί­σει να φο­βί­σει. Ανί­κα­νη να μι­λή­σει με τους ί­διους πα­λαιούς τρό­πους. Το πα­λαιό σχή­μα δεν α­ντι­κα­τα­στά­θη­κε α­πό κά­ποιο και­νούρ­γιο, α­ντί­θε­τα έ­μει­νε να ε­ξα­τμί­ζε­ται και να συρ­ρι­κνώ­νε­ται σε έ­να σχε­δόν βιο­λο­γι­κό γή­ρας, σαν κά­ποιο μα­κρι­νό συγ­γε­νή που γερ­νά στη γω­νία του σπι­τιού σχε­δόν ξε­χα­σμέ­νος, ε­νώ πα­ρα­μι­λά τις ι­στο­ρίες μιας πα­λιάς, α­κα­τα­νό­η­της ε­πο­χής. Τη θέ­ση της πα­λαιάς Απο­κά­λυ­ψης έρ­χο­νται να κα­τα­λά­βουν νέ­οι πα­γκο­σμιο­ποιη­μέ­νοι φό­βοι, προϊό­ντα ε­νός ποπ συ­γκρη­τι­σμού δει­σι­δαι­μο­νίας. Το η­με­ρο­λό­γιο των Μά­για, οι ε­ξω­γήι­νοι, το πυ­ρη­νι­κό ο­λο­καύ­τω­μα, οι συ­νω­μο­σίες κά­ποιων λί­γων της ε­ξου­σίας κα­τά του συ­νό­λου της αν­θρω­πό­τη­τας α­πο­τε­λούν τρό­πους να αρ­θρω­θεί έ­να νέο Τέ­λος. Εκτός ο­ποιου­δή­πο­τε συ­στή­μα­τος, οι δο­ξα­σίες αυ­τές μι­λούν μό­νο για το φό­βο και ταυ­τό­χρο­να για το ί­διο το πα­ρά­λο­γο της ύ­παρ­ξής τους. Αυ­τό που αλ­λά­ζει στις μέ­ρες μας εί­ναι πως ό­λες αυ­τές, οι χα­ρι­τω­μέ­νες στα λο­γι­κά τους άλ­μα­τα και ταυ­τό­χρο­να ε­πι­κίν­δυ­νες στην εκ­με­τάλ­λευ­ση τους, προ­βλέ­ψεις έρ­χο­νται να ει­πω­θούν σε έ­ναν κό­σμο κρί­σης.

Ο λυγ­μός

«Ο σύγ­χρο­νος άν­θρω­πος μπο­ρεί πιο εύ­κο­λα να φα­ντα­στεί το τέ­λος του κό­σμου, πα­ρά το τέ­λος του κα­πι­τα­λι­σμού» λέει μια φρά­ση που α­πο­δί­δε­ται στον Σλά­βοι Ζί­ζεκ. Μέ­χρι πρό­σφα­τα οι κα­θη­με­ρι­νές αλ­λα­γές -το πα­ρόν ε­κεί­νο που στά­σι­μα με­γά­λω­νε και ε­πε­κτει­νό­τα­ν- έ­μοια­ζαν πιο ε­ξω­τι­κές α­πό τα τέ­ρα­τα της α­πο­κά­λυ­ψης. Και ό­μως σή­με­ρα, πί­σω α­πό τις με­γα­λό­στο­μες βρο­ντές του τέ­λους του κό­σμου, α­πλώ­νε­ται η θά­λασ­σα των λυγ­μών των αν­θρώ­πων της κρί­σης. Ανθρώ­πων που εί­δαν τον κό­σμο τους να αλ­λά­ζει και την ό­ποια βε­βαιό­τη­τα να ξε­ρι­ζώ­νε­ται με τον πιο ε­πι­θε­τι­κό τρό­πο. Πό­σοι μι­κροί προ­σω­πι­κοί κό­σμοι τε­λειώ­νουν στην κά­θε μέ­ρα μας; Οι αυ­το­κτο­νίες, οι α­πο­λύ­σεις, η πλή­ρης α­νέ­χεια και η α­πελ­πι­σία ί­σως για κά­ποιους να μην έ­χουν την ί­δια φω­το­γέ­νεια με την αρ­χαιο­λο­γία του φό­βου και την Απο­κά­λυ­ψη , αλ­λά μι­λούν τη γλώσ­σα του πραγ­μα­τι­κού και του α­μεί­λι­κτου. Το αύ­ριο μοιά­ζει και πά­λι α­πει­λη­τι­κό, για­τί το μέλ­λον μας μοιά­ζει α­κυ­ρω­μέ­νο. Και τε­λι­κά δεν ξέ­ρω και ού­τε με νοιά­ζει τι έ­γρα­φαν οι Μά­για στα προ­σω­πι­κά τους η­με­ρο­λό­για, αλ­λά στο η­με­ρο­λό­γιο της Ελλά­δας της Κρί­σης δια­βά­ζω μό­νο ση­μειώ­σεις για το τέ­λος των κό­σμων.

* Ο τίτ­λος εί­ναι δα­νει­σμέ­νος α­πό το ο­μώ­νυ­μο μυ­θι­στό­ρη­μα του Ευ­γέ­νιου Αρα­νί­τση.


(στην εφημερίδα Εποχη)

Δεν υπάρχουν σχόλια: