Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2012

Ο Νίκος Καρούζος και οι νεότεροι ποιητές

Μη με διαβάζετε/ όταν/ έχετε/ δίκιο
«Ρομαντικός επίλογος»


Πέρυσι, από τις 30 Γενάρη έως τις 28 Μαΐου, το θέατρο Άττις φιλοξένησε δέκα νέους ποιητές, από 25 έως 35 ετών, σε μια σειρά εκδηλώσεων με τον τίτλο «Ιστορία ερχόμαστε. Κοίτα τον ουρανό!» (τίτλος δανεισμένος από το γνωστό σύνθημα του Δεκέμβρη του 2008). Όταν ο Θεόδωρος Τερζόπουλος μας πρότεινε ο κύκλος των αναγνώσεων να είναι αφιερωμένος στην μνήμη του Νίκου Καρούζου, αποδεχτήκαμε την πρόταση ως μια χειρονομία που συμπλήρωνε με φυσικότητα τις προθέσεις και το περιεχόμενο του εγχειρήματος. Ο κύκλος ξεκίνησε με την ανάγνωση ενός ποιήματος του Νίκου Καρούζου από τον Θεόδωρο Τερζόπουλο (το ποίημα «Ρομαντικός Επίλογος» από τη συλλογή Πενθήματα). Κατά τη διάρκεια των εκδηλώσεων, αρκετοί ποιητές διάβασαν ποιήματα του Καρούζου ανάμεσα στα δικά τους, στίχους εμπνευσμένος ή αφιερωμένους σε αυτόν. Λίγους μήνες μετά, και ενώ η ανάμνηση ταξινομεί στο παρελθόν τα γεγονότα, τίθεται το ερώτημα από πού προήλθε η φυσικότητα με την οποία το όνομα ενός ποιητή της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς συνοδεύει τις προσπάθειες ποιητών γεννημένων από το 1977 και μετά. Γιατί ο Νίκος Καρούζος;

Μια αγαπητική σχέση
Ο Νίκος Καρούζος είναι ο ποιητής που συναντά κανείς συχνότερα ξεφυλλίζοντας τα βιβλία των νεότερων ποιητών. Στίχοι του ως μότο ποιημάτων, ή ακόμη και συλλογών, ποιήματα αφιερωμένα στη μνήμη και τον ποιητικό του τρόπο, δάνεια μοτίβα, παραφράσεις και διασκευές στίχων, ακόμη και ολόκληρων ποιημάτων. Η έκταση της αναφοράς, αλλά και ο τρόπος της, ορίζει τη σχέση αυτή ως κάτι πιο έντονο από μια απλή αφετηρία ή επιρροή. Η σχέση των νεοτέρων με τον Καρούζο προκύπτει ως μια σχέση αγαπητική.
Είναι αρκετά επικίνδυνο, όταν προσπαθείς να βυθομετρήσεις το φαινόμενο της γοητείας, να αστοχήσεις επιπλέοντας στην πιο ρηχή επιφάνεια. Μιλώντας για τον Νίκο Καρούζο μπορούμε εύκολα να καταλήξουμε (όπως έχει συμβεί τόσες και τόσες φορές) στην καταγραφή και στην καταμέτρηση ανεκδοτολογικών γεγονότων της ζωής του, που προσθέτουν στον μύθο του ποιητή. Στον μύθο του Νίκου Καρούζου όσο και στον τρόπο με τον οποίο ένα μεγάλο κομμάτι ανθρώπων (ανάμεσά τους και ποιητές) αντιλαμβάνεται τη θέση και την ιδιότητα του ποιητή σε αυτόν τον κόσμο: αλκοόλ, φτώχια, ξενύχτια, φιλίες, γυναίκες, καπνοί τσιγάρων, γόπες πραγματικότητας σβησμένες στα τασάκια του μύθου. Τόσο συχνά -από τον Μπωντλερικό 19ο αιώνα έως και σήμερα- ο ποιητής υπάρχει και ως στερεότυπο ενός συγκεκριμένου τρόπου ζωής. Τόσο συχνά λοιδορείται ή γίνεται αποδεκτός, υφίσταται ως αντικείμενο χλευασμού ή θαυμασμού και μίμησης, μέσα στις αυστηρά προκαθορισμένες και μυθολογημένες ιδιότητές του. Και αν ο Νίκος Καρούζος υπήρξε, μέχρι και σήμερα, μια από τις πιο χαρακτηριστικές και μυθολογημένες περιπτώσεις Έλληνα ποιητή, ως προς τις επιλογές και τους τρόπους ζωής, είναι αρκετή μια τέτοια ιδιότητα ώστε να εξηγήσει την ιδιαίτερη σχέση του με την νεότερη γενιά ποιητών; Ο ποιητής υπάρχει, πριν απ’ όλα και πάνω από όλα, μέσα στα ποιήματά του, ανεξάρτητα της στάσης, της γοητείας ή της διάψευσης του βίου του. Η σχέση, λοιπόν, πρέπει να εξεταστεί αυστηρά μέσα στους στίχους και τα ποιήματα του Νίκου Καρούζου.

Μια γιορτή αντιφάσεων
Ερχόμενος σε επαφή με το σύνολο του ποιητικού έργου του Καρούζου, έρχεσαι συχνά σε αμηχανία όταν προσπαθείς να βγάλεις ασφαλή συμπεράσματα. Ποιητής κυρίως του στίχου (σε μια παράδοση που μοιάζει να έρχεται από τον Σολωμό) και όχι του ποιήματος, ο Νίκος Καρούζος μοιάζει να γιορτάζει τις αντιφάσεις του ακόμα και μέσα στην ίδια σελίδα. Τόσο συχνά έρχεσαι σε επαφή με μοτίβα και αποκρίσεις που θα αναιρεθούν μετά από λίγα ποιήματα. Και όμως, η διαδοχή των αντιφάσεων δεν παρουσιάζεται ως ποιητική αδυναμία, αλλά αντίθετα ως πρόταση κι ως αποτέλεσμα που προκύπτει φυσικά, ως δομικό στοιχείο Ποιητικής. Η καταγραφή τους δεν αποτελεί μια φιλολογική καταλογογράφηση για τον γυαλάκια του μέλλοντος (όπως θα έλεγε ο ίδιος), αλλά αντίθετα μια περιγραφή του στίγματος που προκύπτει από την ποιητική επαφή.
Η πρώτη αντίθεση που συναντά κανείς (κι ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της ποίησης του) είναι η αντίθεση ανάμεσα στη θρησκευτικότητα και την υλικότητα. Ο Καρούζος υπήρξε ένας ποιητής της ύπαρξης («βρισκόμαστε μπροστά σε μια ποίηση όχι υπαρξιακή αλλά υποστασιακή», διευκρινίζει εύστοχα ο Γιάννης Δάλλας) και ταυτόχρονα ποιητής ανοιχτός προς το κοινωνικό. Η γλώσσα και οι αναφορές στην αγία γραφή, στους πατέρες της εκκλησίας, στη γλώσσα του Παπαδιαμάντη, επιστρατεύονται για να εκφράσουν την ένταση της ύπαρξης. Εξετάζοντας όμως πιο προσεκτικά τα ποιήματα, καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως ο ποιητής πλέκει το εγκώμιο της ύλης. «Πιστεύω εις έναν ποιητή εκτός ουρανού...», γράφει. Ο Νίκος Καρούζος παρέμεινε ένας ευλαβικός υλιστής, μακριά από την υλοφροσύνη. Στους στίχους του δίνει στον εαυτό του το όνομα Χερουβίμ Αρουραίος και γιορτάζει την Θρησκεία του Σκούληκα, διατρανώνοντας την αντίθεση του έργου του εγκιβωτισμένη ανάμεσα σε δύο λέξεις. Το θείο υπάρχει στους στίχους αποκαθηλωμένο από το υπερβατικό («η αμηχανία του θείου», μας λέει) και μέσα σε αυτούς προσπαθεί να βγάλει από την ύλη ό,τι την ξεπερνά, να στύψει την υλικότητά της. Η μεταφυσική στην ποίηση του Καρούζου γίνεται τελικά ένας τρόπος να συγκρατείς την ομορφιά μες την φθαρτότητα.
Μια άλλη αντίθεση που προκύπτει από την πρώτη, είναι η αντίθεση ανάμεσα στις «υψηλές» λέξεις που χρησιμοποιεί ο Καρούζος, με λέξεις και μοτίβα της πιο πεζής καθημερινότητας. Η Θεία Ευχαριστία μπορεί να συγκατοικεί ευρύχωρα στον ίδιο στίχο με έναν τροχονόμο. Ο Καρούζος χρησιμοποιεί μια γλώσσα που έρχεται από μακριά, προσπαθώντας να αναστήσει ερείπια λέξεων στην λειτουργική τους μαγεία και όχι στην ετυμολογική ακρίβεια των λεξικών. Ταυτόχρονα, μπολιάζει το οραματικό στο καθημερινό, μέσα από ηχομιμητικές λέξεις και νεολογισμούς. Μέσα σε αυτόν τον ποιητικό ορίζοντα, λέξεις όπως «λευκοπλάστης», «ανελκυστήρας» ή «υπνόσακος» χάνουν την καθημερινή τους υπόσταση και αποκτούνε νέο βάθος, κάπου ανάμεσα στην ετυμολογία τους και την μεταφορά. Μέσα από την λεξιπλασία, ο Καρούζος κάνει την ομορφιά σχεδόν χειροποίητη.
Παράλληλα με την αντίθεση των λέξεων μπορούμε να παρατηρήσουμε μια αντίθεση και στους στίχους ή ακόμα και στα ποιήματα. Ενώ στο σώμα του κειμένου βρίσκουμε τόσο συχνά στίχους μιας τρομακτικής αισθητικής συμπύκνωσης και μιας πρωτόγνωρης εκφραστικής αρτιότητας, σε άλλα σημεία (κυρίως στη β΄ περίοδο όπως έχει οριστεί από την έκδοση των απάντων) η αισθητική δεν είναι η βασική επιδίωξη. Έτσι, ο ποιητής συχνά κατασκευάζει στίχους και ποιήματα στα όρια της αντιποίησης, αποκλείοντας την εμφανή ομορφιά και καλλιέπεια. Ο Καρούζος είναι ένας ποιητής που δεν φοβάται να δοκιμάσει, κατασκευάζοντας έναν πειραματισμό, συχνά στα όρια του παιχνιδίσματος. Αυτό το χαμογελαστό καινούργιο, που δεν διεκδικεί δάφνες μεγέθους αλλά την λάμψη της πρωτοτυπίας, και συχνά την αμεσότητα της ειλικρίνειας, δεν διστάζει να στραφεί συχνά ενάντια στην ίδια την ποίηση, ακόμα και ενάντια στον ποιητή.
Η ίδια η ποίηση εμφανίζεται στους στίχους του Καρούζου ως μια υπόθεση εξαιρετικά σημαντική. Ο ποιητής οντολογεί μέσα από τις λέξεις. Η ποίηση είναι ταυτόχρονα ηθική, πολιτική και τελικά μια στάση ζωής. Δοσμένος και κυριευμένος από ποίηση, περιγράφει την λειτουργικότητά της: «η ποίηση βατεύει τα γεγονότα», και αλλού: «γράφοντας εκδικούμαστε τα πράγματα». Η ένταση και η σημασία συνεπάγεται κόστος και φθορά για τον ίδιο τον ποιητή. Ο ίδιος έγραφε πως σε κάθε βιβλίο γκρεμίζεται. Προκαλεί λοιπόν έκπληξη (για μία ακόμη φορά), όταν ο Καρούζος δεν διστάζει να στραφεί και κατά της ίδιας της σημασίας της ποίησης: "Η γραπτή ποίηση/ σωριάστηκε στο στήθος μου/ σαν ένα τίποτα", γράφει ανάμεσα σε άλλους στίχους με παρόμοια διάθεση. Ο ποιητής αυτοϋπονομεύεται έως τα έγκατα, μέχρι την ολική του αναίρεση, σε μια σειρά κριτικών και ειρωνικών προς τον εαυτό του παρενθέσεων μέσα στους στίχους του («το ‘χω παρακάνει μ’ αυτό το έαρ’, «ε, άντε στο διάβολο, το χεις πια παραχέσει», «σαν πολλά δεν είν’ ως τώρα τα θηλυκά σου ουσιαστικά βρε παρλαπίπα;», ανάμεσα σε άλλους αντίστοιχους στίχους).

Για την άγρια σκέψη του Νίκου Καρούζου*
Ο ίδιος ο ποιητής μας έχει αποτρέψει από το να έχουμε δίκιο και το να προσπαθείς να μιλήσει συνολικά για ένα έργο σαν αυτό του Νίκου Καρούζου μοιάζει με το να προσπαθείς να αγκαλιάσεις την άμμο. Παρ’ όλα αυτά, ο αναγνώστης, ακόμη και γοητευμένος, δεν μπορεί παρά να κουβαλά εντυπώσεις, αισθήσεις, συμπεράσματα.
Η ποιητική των αντιφάσεων που περιγράψαμε παραπάνω δεν παύει με την παράθεσή τους. Τα αντίθετα βρίσκουν χώρο εξίσου μέσα στα ποιήματα. Μέσα από τη συνύπαρξη και την ισότιμη ένταση, οι αντιθέσεις αυτοαναιρούνται. Η διαδικασία αυτή καταφέρνει να παραδώσει στον αναγνώστη ανάγλυφη την ένταση της ποιητικής διαδικασίας. Μιας διαδικασίας με όρους ύπαρξης και αγωνίας. Η αγωνία της ύπαρξης παρατίθεται ως γεγονός και ως διαδρομή και όχι ως συμπέρασμα ή απάντηση. Η γλώσσα του Νίκου Καρούζου -όλη αυτή η ανάσα ενάντια στην αναπνοή- μέσα από το μέγεθος της πάλης και το αγκομαχητό της δημιουργίας, ταυτίζεται με την πάλη του ανθρώπου που προσπαθεί να κάνει ποίηση, να φτιάξει με όρους επείγοντος και τελικά να υπάρξει μέσα απ’ αυτή. Η προσπάθεια για γλώσσα γίνεται προσπάθεια για ύπαρξη. Ένας τρόπος η ζωή να ειπωθεί στην ρευστότητά της και ο πυρήνας της να έρθει στην επιφάνεια.
Ο νέος που ξεκινά να γράφει και να ψηλαφίζει το άρρητο, εντοπίζει μέσα σε αυτή την προσπάθεια τους λόγους που τον οδήγησαν στην ποίηση, την δικιά του επιθυμία στην πιο καθαρή μορφή της. Διαβάζοντας την ποίηση του Καρούζου -και ενώ βρίσκεται ακόμη στο δικό του ξεκίνημά- έρχεται σε επαφή με την ποιητική ευφυΐα, την ποιητική δέσμευση, τη στράτευση στον στίχο. Ταυτόχρονα όμως μέσα από έναν εναγκαλισμό οικειότητας μοιράζεται με τον ποιητή τον ενθουσιασμό της ανάγκης ή αυτό που ο ίδιος ο Νίκος Καρούζος θα περιέγραφε ως «απαίτηση του ανεπανάληπτου».

*οι φράσεις είναι δανεισμένες από στίχους του ποιητή

(Στην εφημερίδα Αυγή)



και μια απάντηση στο ίδιο φύλλο, από τον Κώστα Βούλγαρη:

Με τον Νίκο Καρούζο. Για πού;  



ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

Μια μικρή χορεία νέων ποιητών δείχνει να εισέρχεται στον ποιητικό στίβο με αξιώσεις, αρνούμενη, διακριτικά αλλά πάντως βίαια, τους συρμούς της εποχής, που εν συνόλω συνιστούν μια γενικευμένη «ποιητικίτιδα», η οποία αρμενίζει ανέμελα στη λιμνούλα της άγνοιας του κατορθωμένου σώματος της ίδιας της ποιητικής τέχνης, καθώς και των ποικίλων, αισθητικών, τεχνικών, θεωρητικών, πολιτισμικών προϋποθέσεών της. Σε πείσμα λοιπόν αυτής της γενικευμένης συνθήκης, κάποιοι προτάσσουν ως σημείο αναφοράς τους τον Νίκο Καρούζο, άλλος την Ελένη Βακαλό, άλλος τον Βύρωνα Λεοντάρη, που προκύπτουν ως σημεία αφετηρίας, σημεία οιονεί αναμέτρησης, που ξεχωρίζονται και αναδεικνύονται μέσα στο πλήθος των προηγηθέντων. Αυτή είναι η ζώσα ιστορία της ποίησης, το σημερινό ποιητικό γίγνεσθαι, και όχι εκείνο που υποδύονται τα βραβεία, οι ανθολογίες, οι αδράνειες, οι δημόσιες σχέσεις, η ανακύκλωση της μιζέριας.
Παρακολούθησα την ακροτελεύτια εκδήλωση στο θέατρο «Άτις», διάβασα ένα σύντομο φυλλάδιο που είχε τυπωθεί, και ζήτησα από τον επιμελητή του κύκλου Θωμά Τσαλαπάτη να γράψει, απαντώντας στο ερώτημα «γιατί ο Καρούζος;». Δεν ήταν η περιέργεια, ή μόνο αυτή, αλλά και η καλλιτεχνική συνείδηση που είχα διακρίνει στον νεαρό ποιητή, κρίνοντας τη μοναδική μέχρι τώρα συλλογή του, Το ξημέρωμα θα είναι σφαγή κύριε Κρακ. Ήμουν σίγουρος ότι «είχε να πει». Υπεσχέθην δε κι έναν σχολιασμό εκ μέρους μου.
Τι μας λέει, λοιπόν, το κείμενο του Τσαλαπάτη; Κατ’ αρχήν, διά συνοπτικών διαδικασιών ξεπερνά (χωρίς να την παρακάμπτει αλλά αντιμετωπίζοντάς την...) τη μυθολογία περί το πρόσωπο και τον βίο του Καρούζου, μυθολογία που επί δεκαετίες σκιάζει το πρόσωπο του ποιητή. Πρόκειται για μια σπάνια πλέον προσέγγιση του Καρούζου, ποιητική και όχι κοσμικοφιλολογική.
Κατά δεύτερον, μας λέει πως ο ποιητικός χάρτης που συνέχει το φαντασιακό των καλλιεργημένων συμπολιτών μας, καθώς και τον παροιμιωδώς άμουσο «φιλολογικό κανόνα», όπου προεξάρχει, σαν παγωμένη στο χρόνο, η «γενιά του ‘30» και ακολουθούν οι γνωστοί μεταπολεμικοί και οι επίγονοι αυτών, δεν είναι «κανόνας» αυτονόητος για τους νεώτερους ποιητές. Και πώς θα μπορούσε, άλλωστε; Δεν θα μιλούσαμε για νέους ποιητές, αλλά για θλιβερά υποκατάστατα.
Μας «λέει» ακόμη, το κείμενο του Τσαλαπάτη, πως η διά βίου εμπλοκή του Καρούζου με τον Οδυσσέα Ελύτη, την οποία ποιητικά τη βίωνε ως ματαίωση και ανυπέρβλητο όριο, ήταν ιδιαίτερα γόνιμη. Ναι, ο Καρούζος δεν αξιώθηκε ένα «ολοκληρωμένο έργο» σαν του Ελύτη, αλλά αυτό δεν μειώνει καθόλου την αξία, τη σημασία και τη γονιμότητα του δικού του έργου. Το αντίθετο: «Ποιητής κυρίως του στίχου (σε μια παράδοση που μοιάζει να έρχεται από τον Σολωμό) και όχι του ποιήματος, ο Νίκος Καρούζος μοιάζει να γιορτάζει τις αντιφάσεις του ακόμα και μέσα στην ίδια σελίδα», γράφει ο Τσαλαπάτης.
Γιατί ο Καρούζος, κατά τη γνώμη μου, επιχείρησε να αναμετρηθεί με τον Ελύτη στο πεδίο του μοντερνισμού, ανεπιτυχώς. Αλλά από αυτή την αποτυχία προέκυψε ένα έργο «ανολοκλήρωτο», ένα περιβόλι σπαραγμάτων, που όσο κι αν μας παραπέμπουν στον Σολωμό, μόνο με τις προσλαμβάνουσες και τα εργαλεία της μεταμοντέρνας συνθήκης μπορούν να «εισπραχθούν», αλλά και να αξιολογηθούν, δηλαδή να ερμηνευθεί η λειτουργικότητά τους και, εν τέλει, να γίνει αποδεκτή η ποιητική πληρότητά τους. Αλλά αυτή η σπαραγματική ποίηση συνετέθη εν αγνοία του ποιητή; Φυσικά εν αγνοία, αλλά πάντως όχι εν αφελεία... Έτσι συμβαίνει συχνά στην τέχνη, και συγκεκριμένα στην ποίηση ο ποιητής ορίζεται σε σχέση με τις αντοχές της γλώσσας, τις αντοχές της στην εποχή του, σε σχέση με τις δικές του αντοχές, μέσα της. Έτσι, εν πλήρει συνειδήσει, η ποίηση του Καρούζου, οριζόμενη μέσα στη γλώσσα, με αυτήν παλεύοντας, προχώρησε «ανεπιτυχώς», πέραν του Ελύτη.
Τι άλλο μας λέει το κείμενο του Τσαλαπάτη, αλλά και τα ποιήματά του, καθώς και αυτά των ελαχίστων συνοδοιπόρων του; Πως μέχρι στιγμής δεν αντιμετωπίζουν την ήδη πραγματωμένη συνέχεια του δρόμου που διάνοιξε ο Καρούζος, δηλαδή την ποίηση του Ηλία Λάγιου και του Γιώργου Κοροπούλη. Όχι, δεν υποχρεούνται να το κάνουν. Ίσως στο μέλλον αυτό συμβεί, ή και όχι. Ο κάθε νεώτερος ποιητής πιάνει το νήμα από εκεί που του πάει, από εκεί που επιλέγει. Τη διαδρομή την κάνει μόνος του, ενίοτε μάλιστα και με λυσσαλέα απώθηση προς τους πλησιέστερους, όπως καλά γνωρίζουμε από την εποχή του Σεφέρη και του Καρυωτάκη. Δεν γνωρίζω αν είναι αυτή η περίπτωση, ή πρόκειται για την αμηχανία, όταν κανείς, εξαντλώντας το μονοπάτι του Καρούζου, αντικρίζει τις αχανείς εκτάσεις που προβάλλουν απροσδόκητα, φθάνοντας π.χ. και στις σπαραγματικές συνθέσεις του Ευγένιου Αρανίτση.
Σε κάθε περίπτωση, σήμερα η νεοελληνική ποίηση έχει ήδη περάσει, από δυο τρεις διαβάσεις, μία απ’ τις οποίες η ποίηση του Καρούζου, στη μεταμοντέρνα εποχή. Κανείς δεν υποχρεούται να το «σεβαστεί», να το θεωρήσει ως δεδομένο και προαπαιτούμενο. Ο καθείς αναμετράται στο πεδίο που επιλέγει. Μόνο που, η δυσκολία του πεδίου που επιλέγει, η προωθημένη ή όχι θέση του μέσα στη συγχρονία, συνήθως προδιαγράφει και το αποτέλεσμα. Αυτό άλλωστε έπραξε, στην εποχή του, ο Νίκος Καρούζος. Εν πλήρει συνειδήσει.
Σήμερα είναι ο καιρός του επόμενου βλέμματος.


Δεν υπάρχουν σχόλια: