Δευτέρα, 24 Μαΐου 2010

Ζαν Kο­κτό:η αν­θρώ­πι­νη φω­νή



Από την πε­ρα­σμέ­νη ε­βδο­μά­δα, οι κι­νη­μα­το­γρα­φι­κές αί­θου­σες φέρ­νουν ξα­νά στο προ­σκή­νιο την ι­στο­ρία ε­νός γάλ­λου καλ­λι­τέ­χνη και μιας μο­να­δι­κής πε­ρί­πτω­σης, τό­σο στην ι­στο­ρία της έ­βδο­μης τέ­χνης, ό­σο και της καλ­λι­τε­χνι­κής ι­στο­ρίας του 20ού αιώ­να. Ο λό­γος για τον Ζαν Κο­κτό (1889-1963), έ­ναν ποιη­τή μοι­ρα­σμέ­νο με ι­σό­πο­σο πά­θος σε ό­λες τις τέ­χνες. Το «αί­μα του ποιη­τή» και «Η δια­θή­κη του Ορφέ­α» α­πο­τε­λούν την πρώ­τη και την τε­λευ­ταία, α­ντί­στοι­χα, ται­νία του δη­μιουρ­γού, κα­θώς ε­πί­σης αρ­χή και τέ­λος της Ορφι­κής του τρι­λο­γίας. Ταυ­τό­χρο­να, τα δύο έρ­γα πε­ρι­γρά­φουν συ­νο­πτι­κά το σύ­νο­λο του έρ­γου και των δια­θέ­σεών του Γάλ­λου καλ­λι­τέ­χνη: έ­νας σου­ρε­α­λι­σμός ε­λεγ­χό­με­νος αν και κυ­ρίαρ­χος, χρή­ση των αρ­χαίων μύ­θων ως ποιη­τι­κή πα­ρα­βο­λή, δη­μιουρ­γία ε­ντυ­πω­σια­κών ευ­ρη­μά­των στους τρό­πους έκ­φρα­σης και κυ­ρίως η πα­ρου­σία μιας ε­λά­χι­στης γραμ­μής που δια­χω­ρί­ζει το συ­νει­δη­τό α­πό το υ­πο­συ­νεί­δη­το, το ποιη­τι­κό συμ­βάν α­πό την πε­ζή κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα, το φα­ντα­στι­κό α­πό την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.

Πρώ­τα δη­μιούρ­γη­μα της τέ­χνης κι έ­πει­τα δη­μιουρ­γός

Ο Ζαν Κο­κτό υ­πήρ­ξε καλ­λι­τέ­χνης με τον ό­ρο στην πιο έ­ντι­μη γε­νι­κό­τη­τά του. Όπως και στην πε­ρί­πτω­ση του Όσκαρ Ουάιλ­ντ, το με­γα­λύ­τε­ρο δη­μιούρ­γη­μά του ή­ταν η ί­δια η προ­σω­πι­κό­τη­τά του, η πε­ριή­γη­σή του στην κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα και η α­τε­λείω­τη συ­νο­μι­λία με τους ο­μό­τε­χνούς του. Ο Κο­κτό υ­πήρ­ξε πρώ­τα δη­μιούρ­γη­μα της τέ­χνης και αρ­γό­τε­ρα δη­μιουρ­γός της, μια εν­σάρ­κω­ση των πιο πολ­λα­πλών της τρό­πω­ν: ποίη­ση, θέ­α­τρο, κι­νη­μα­το­γρά­φος, ζω­γρα­φι­κή, μυ­θι­στό­ρη­μα, μου­σι­κή. Ο πο­λυ­μή­χα­νος Γάλ­λος υ­πήρ­ξε μια ε­ξω­στρε­φής α­ντί­φα­ση. Τό­σο με τη ζωή, ό­σο και με το έρ­γο του. Μία πε­ρί­πτω­ση στην ο­ποία συ­γκα­τοι­κού­σαν με ευ­ρύ­χω­ρη ά­νε­ση, ο μποέμ με τον α­ρι­στο­κρά­τη, η α­φέ­λεια με την ι­διο­φυία, η κα­θα­ρή γραμ­μή του κλα­σι­κι­σμού με το άρ­ρη­το βά­θος των ψυ­χα­να­λυ­τι­κών α­ντα­να­κλά­σεων και των σου­ρε­α­λι­στι­κών το­πίων. Στα έρ­γα του βλέ­που­με τό­σο συ­χνά να συ­νυ­πάρ­χουν ο υ­πο­κει­με­νι­σμός της υ­πο­πε­ρί­πτω­σης, με το α­ντι­κει­με­νι­κό του μύ­θου. Πε­ρισ­σό­τε­ρο συγ­γρα­φέ­ας μιας πο­ρείας και μιας ζωής και λι­γό­τε­ρο συγ­γρα­φέ­ας ε­νός με­γά­λου έρ­γου, ο Κο­κτό σε ό­λες τις με­τα­μορ­φώ­σεις του μύ­θου, ε­πέ­με­νε πως εί­ναι ποιη­τής. Και ί­σως η με­γα­λύ­τε­ρή του προ­σφο­ρά, εί­ναι πως α­πέ­σπα­σε την ποιη­τι­κή φω­νή, α­πό τις στρο­φές και τους στί­χους και την πολ­λα­πλα­σία­σε σε τό­σο δια­φο­ρε­τι­κούς τρό­πους έκ­φρα­σης. Σκόρ­πιες ψη­φί­δες συν­θέ­τουν το πρό­σω­πο του ποιη­τή: παι­δί θαύ­μα με την πρώ­τη ποιη­τι­κή του συλ­λο­γή (το λυ­χνά­ρι του Αλα­ντίν) να εκ­δί­δε­ται μό­λις στα 19 του χρό­νια, συ­νερ­γά­της του Ντια­γκί­λιε­φ, του Νι­ζίν­σκι, του Στρα­βίν­σκι και του Σα­τί σε μια σει­ρά α­πό μπα­λέ­τα, θεω­ρη­τι­κός της μου­σι­κής «ο­μά­δας των 6», μέ­ντο­ρας και ταυ­τό­χρο­να μα­θη­τής του Ραϊμό­ντ Ρα­ντι­κέ, πε­ζο­γρά­φος και θε­α­τρι­κός συγ­γρα­φέ­ας έρ­γων ό­πως «Η αν­θρώ­πι­νη φω­νή», «Τα τρο­με­ρά παι­διά», «Η δαι­μό­νια μη­χα­νή» και «Θω­μάς ο α­πα­τεώ­νας», ατ­ζέ­ντης του πυγ­μά­χου Αλ Μπρά­ουν, ει­κο­νο­γρά­φος βι­βλίων, πα­λα­τιών και εκ­κλη­σιών, κο­σμι­κός, μέ­λος της γαλ­λι­κής α­κα­δη­μίας, πρό­ε­δρος του φε­στι­βάλ των Κα­νών και σύμ­φω­να με τον Τρυ­φό, πρό­δρο­μος του νέ­ου κύ­μα­τος στον κι­νη­μα­το­γρά­φο.
Και ό­μως συ­να­ντά κά­ποιος μια ε­νό­τη­τα μέ­σα στην α­ντί­φα­ση και την πολ­λα­πλό­τη­τα των ρό­λων. Εί­ναι η ί­δια μου­σι­κή που γεν­νά την ει­κο­νο­γρά­φη­ση της βί­λας Σά­ντο Σο­σπίρ ή ποιή­μα­τα γραμ­μέ­να βια­στι­κά στα τρα­πε­ζο­μά­ντη­λα ε­νός ε­στια­το­ρίου («Το τρα­πε­ζο­μά­ντι­λο του Κα­τα­λα­νού», σε συ­νερ­γα­σία με τον Ζορζ Ινιέ). Στη δια­μόρ­φω­σή της μου­σι­κής αυ­τής θα παί­ξουν ρό­λο οι πολ­λα­πλές του συ­να­ντή­σεις: Ρα­ντι­κέ, Στρα­βίν­σκι, Πι­κά­σο, Σα­τί, Σαρ­τρ, Εντιθ Πιαφ. Ο Κο­κτό πα­ρέ­μει­νε πά­ντα πα­ράλ­λη­λος, αλ­λά πο­τέ ε­νταγ­μέ­νος σε ρεύ­μα­τα, ο­μά­δες ή τά­σεις, συν­δέ­ο­ντας το ό­νο­μά του τό­σο με σκάν­δα­λα, ό­πως το «λευ­κό βι­βλίο», το μπα­λέ­το «Πα­ρέ­λα­ση» σε συ­νερ­γα­σία με τον Σα­τί, ή το θε­α­τρι­κό «Οι τρο­με­ροί γο­νείς» ό­σο και με θριάμ­βους, ό­πως την ε­πι­τυ­χία του με το μυ­θι­στό­ρη­μα «Τα τρο­με­ρά παι­διά».

Αρχαία πρό­σω­πα γεν­νιού­νται ξα­νά

Πέ­ρα α­πό άν­θρω­πος και καλ­λι­τέ­χνης, ο Κο­κτό προ­σω­πο­ποίη­σε μια ε­πο­χή, την Επο­χή του Πα­ρι­σιού, μέ­σα στη μυ­θο­λο­γία της και την υ­περ­βο­λή της, στη δη­μιουρ­γία της ο­ποίας ο ί­διος συ­νει­σέ­φε­ρε ό­σο λί­γοι. Ο μα­κρι­νός καλ­λι­τέ­χνης μας γί­νε­ται οι­κείος μέ­σα α­πό τις ε­πι­λο­γές των ι­στο­ριών και των μύ­θων. Όπως τό­σοι καλ­λι­τέ­χνες, ο Κο­κτό συν­δέ­θη­κε με την Ελλά­δα μέ­σα α­πό την αρ­χαία γραμ­μα­τεία. Όχι ό­μως με έ­να μου­σεια­κό θαυ­μα­σμό, αλ­λά με το θρά­σος του δη­μιουρ­γού που δια­κρί­νει το α­πό­λυ­τα νέο στο πε­ρα­σμέ­νο. Στο έρ­γο του ε­πα­νεμ­φα­νί­ζο­νται μια σει­ρά α­πό αρ­χαία πρό­σω­πα και ι­στο­ρίες, το­πο­θε­τη­μέ­νες στο πα­ρόν του μο­ντερ­νι­σμού: ο Οι­δί­πο­δας, η Αντι­γό­νη, ο Ορφέ­ας, ο Βάκ­χος, γεν­νιού­νται ξα­νά για να α­πο­δεί­ξουν τη νεό­τη­τα και ταυ­τό­χρο­να την α­χρο­νι­κό­τη­τα τους. Ο ποιη­τής ε­πι­τρέ­πει στην πέ­να του α­κρο­βα­σίες, α­να­χρο­νι­σμούς, α­ντι­στρο­φές και ε­πα­να­προσ­διο­ρι­σμούς, α­φαι­ρώ­ντας α­πό τα έρ­γα τη φι­λο­λο­γία που κλη­ρο­νό­μη­σαν 20 αιώ­νες πέ­τρι­νου θαυ­μα­σμού και χει­ρο­κρο­τή­μα­τος. Ο μύ­θος με την ευ­κρί­νεια των στοι­χείων του, πλη­σιά­ζει το ό­νει­ρο με τρό­πο ά­με­σο, τρό­πο ό­μοιο με τις ε­λευ­θε­ρίες της σύγ­χρο­νης τέ­χνης και γί­νε­ται κύ­ριο στοι­χείο του έρ­γου του. Ένας Έλλη­νας, πα­ράλ­λη­λος και φί­λος, ο Μά­νος Χατ­ζι­δά­κις, πε­ρι­γρά­φει στον «Κα­θρέ­φτη και το μα­χαί­ρι» τα κύ­ρια χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του κα­νό­να του Κο­κτό: «…μια α­νε­ξάν­τλη­τη ευ­φυΐα, μια έ­ντο­νη λυ­ρι­κή ε­γω­πά­θεια, η α­νεύ­ρε­ση θεών και πη­γών μέ­σα α­πό την κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα, η έ­ντα­ξη του λά­θους και του πα­ρα­λό­γου μέ­σα στους κα­νό­νες της ζωής, η λα­τρεία του κοι­νό­τυ­που και η έ­ντε­χνη εκ­με­τάλ­λευ­ση του, και, τέ­λος, η α­πλό­τη­τα στο μου­σι­κό α­πο­τέ­λε­σμα…». Τα στοι­χεία αυ­τά, εμ­φα­νή ό­σο που­θε­νά στα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κά του έρ­γα, μας πα­ρου­σιά­ζο­νται μέ­σα α­πό τις δύο ται­νίες και η σιω­πή της σκο­τει­νής αί­θου­σας γί­νε­ται η κα­λύ­τε­ρη ει­σα­γω­γή, στη μου­σι­κή πο­λυ­φω­νία, ε­νός κό­σμου κα­θη­με­ρι­νού, μυ­θο­λο­γι­κού και ποιη­τι­κού, στον κό­σμο του Ζαν Κο­κτό.


(στην εφημεριδα Εποχή)

Ο Μπομπ Ντίλαν στην Αθήνα




''Κυ­ρίες και κύ­ριοι, υ­πο­δε­χτεί­τε τον δαφ­νο­στε­φή ποιη­τή του rock and roll, τη φω­νή της υ­πό­σχε­σης των 60s. Τον άν­θρω­πο που ζευ­γά­ρω­σε τη φολκ και τη ροκ στο ί­διο κρε­βά­τι. Που πα­ρά­τη­σε το μέι­καπ της σκη­νής στα 70s για να χα­θεί στην υ­περ­βο­λή της κα­τά­χρη­σης ου­σιών. Που α­να­δύ­θη­κε για να συ­να­ντή­σει τον Χρι­στό. Που ξε­γρά­φτη­κε ως ξο­φλη­μέ­νος τη δε­κα­ε­τία του 80, για να αλ­λά­ξει ξαφ­νι­κά τα­χύ­τη­τες δη­μιουρ­γώ­ντας με­ρι­κούς α­πό τους ση­μα­ντι­κό­τε­ρους δί­σκους της κα­ριέ­ρας του στις αρ­χές της δε­κα­ε­τίας του 90. Κυ­ρίες και κύ­ριοι, ο Μπο­μπ Ντί­λαν.''
Στις 29 Μαΐου, η Αθή­να υ­πο­δέ­χε­ται μια α­πό τις με­γα­λύ­τε­ρες καλ­λι­τε­χνι­κές μορ­φές των τε­λευ­ταίων δε­κα­ε­τιών. Ο Μπο­μπ Ντί­λαν, έρ­χε­ται στο Τerra Vibe με το συ­γκρό­τη­μά του, προ­σφέ­ρο­ντας μια α­πό τις ση­μα­ντι­κό­τε­ρες μου­σι­κές και καλ­λι­τε­χνι­κές προ­τά­σεις του κα­λο­και­ριού. Η συ­ναυ­λία γί­νε­ται στα πλαί­σια του Never ending tour, ε­νός μου­σι­κού τα­ξι­διού που ξε­κί­νη­σε στις 7 Ιου­νίου του 1988, προ­σφέ­ρο­ντας 100 πα­ρα­στά­σεις το χρό­νο. Από τό­τε η μορ­φή του συ­γκρο­τή­μα­τος έ­χει αλ­λά­ξει αρ­κε­τές φο­ρές, ε­νώ οι συ­ναυ­λίες έ­χουν ξε­πε­ρά­σει τις 2.000.
Η αρ­χι­κή φρά­ση του κει­μέ­νου, εί­ναι η ει­σα­γω­γή με την ο­ποία αρ­χί­ζουν οι συ­ναυ­λίες του Μπο­μπ Ντί­λαν, τα τε­λευ­ταία 8 χρό­νια και κα­τά πά­σα πι­θα­νό­τη­τα, η ει­σα­γω­γή που θα φέ­ρει τον καλ­λι­τέ­χνη μπρο­στά στο ελ­λη­νι­κό κοι­νό. Απο­τε­λεί μια προ­σπά­θεια να πε­ρι­γρά­ψει την πο­ρεία, τις με­τα­βά­σεις και τα σκα­μπα­νε­βά­σμα­τα, το σύ­νο­λο της κα­ριέ­ρας ε­νός μου­σι­κού, που φαί­νε­ται να γί­νε­ται θε­σμός, κε­κτη­μέ­νο, έ­να θέ­α­μα κλα­σι­κό. Πέ­ρα α­πό τα­χυ­δρο­μι­κές πε­ρι­γρα­φές και βια­στι­κές συ­μπτύ­ξεις, η σχέ­ση του κα­θε­νός με τον Μπο­μπ Ντί­λαν, ο­ρί­ζε­ται α­φε­νός α­πό το υ­πο­κει­με­νι­κό της γνω­ρι­μίας και α­φε­τέ­ρου α­πό την πολ­λα­πλό­τη­τα του ί­διου του καλ­λι­τέ­χνη. Η ι­στο­ρία του Μπο­μπ Ντί­λαν α­δυ­να­τεί να χω­ρέ­σει σε μια βια­στι­κή ει­σα­γω­γή α­κό­μα και σε μια συ­ναυ­λία. Κου­βα­λά μέ­σα της τα ό­νει­ρα, τις α­ντι­φά­σεις, τις προ­δο­σίες και τις α­πο­γο­η­τεύ­σεις, μιας γε­νιάς, μιας ε­πο­χής, ε­νός κό­σμου. Το πα­ρόν του πιο έ­ντο­νου πα­ρελ­θό­ντος.

Ένας νε­α­ρός α­πό το που­θε­νά

Ο ί­διος φό­ρε­σε συ­χνά πολ­λα­πλά προ­σω­πεία, αλ­λά­ζο­ντας συ­χνά ρό­λους, ζη­τώ­ντας ως βα­σι­κή αρ­χή τον αυ­το­προσ­διο­ρι­σμό σε μια ε­πο­χή και μια κοι­νω­νία που ε­πέ­με­νε να κα­τα­τάσ­σει και να α­παι­τεί. Ένας νε­α­ρός που προήλ­θε α­πό το που­θε­νά των πο­λι­τειών της Αμε­ρι­κής, έ­γι­νε αυ­τό το που­θε­νά και χά­θη­κε στο χά­ος της Νέ­ας Υόρ­κης. Κλη­ρο­νό­μος της φω­νής του Γού­ντι Γκάρ­θι και της Φολ­κ, η­λέκ­τρι­σε τον ή­χο του στο Newport Folk Festival, πα­ρου­σιά­ζο­ντας το δί­σκο «Bringing It All Back Home», ε­ξορ­γί­ζο­ντας έ­να κοι­νό που τον α­πο­κα­θή­λω­σε α­πο­κα­λώ­ντας τον ιε­ρό­συ­λο. Ο Μπο­μπ Ντί­λαν υ­πήρ­ξε ο α­λη­τά­κος των α­τε­λείω­των α­με­ρι­κά­νι­κων δρό­μων και ταυ­τό­χρο­να ο ροκ στα­ρ, ο οι­κείος ποιη­τής με τη μου­σι­κή συ­νο­δεία και ο α­να­γνω­ρι­σμέ­νος υ­πο­ψή­φιος για Νό­μπελ λο­γο­τε­χνίας, ο προ­φή­της και η φω­νή της συ­νεί­δη­σης μια ο­λό­κλη­ρης γε­νιάς και ο καλ­λι­τέ­χνης με το αυ­στη­ρά προ­σω­πι­κό ό­ρα­μα. Ο αμ­φι­σβη­τίας και κρι­τι­κός μιας ξε­πε­σμέ­νης κοι­νω­νίας και ο ξα­να­γεν­νη­μέ­νος Χρι­στια­νός. Το α­με­ρι­κα­νι­κό μου­σι­κό πα­ρελ­θόν και το ροκ πα­ρόν. Και πά­νω α­π‘ ό­λα ο άν­θρω­πος που συ­νό­δε­ψε με τη μου­σι­κή του τό­σες στιγ­μές, συ­γκί­νη­σε και προ­βλη­μά­τι­σε ό­σο λί­γοι.
Η συ­ναυ­λία, λοι­πόν, ξε­περ­νά την δια­σκέ­δα­ση. Γί­νε­ται μια δια­δι­κα­σία α­να­μέ­τρη­σης με το πα­ρελ­θόν και το πα­ρόν, τη συ­νεί­δη­ση και την τέ­χνη, μια α­να­μέ­τρη­ση με έ­να ό­ρα­μα, α­πο­σπα­σμα­τι­κό, αυ­θόρ­μη­το και πο­λυ­διά­στα­το μέ­σα στα χά­σμα­τα και τις α­ντι­φά­σεις του. Το ό­ρα­μα του Μπο­μπ Ντί­λαν, ε­νός α­πό τους με­γά­λους του 20ού αιώ­να.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Η απουσία του Γκοντάρ και η παρουσία της ελληνικής κρίσης




Το φετινό φεστιβάλ των Κανών, το οποίο τελειώνει σήμερα 23 Μαΐου, σημαδεύτηκε όχι από την παρουσία των ηθοποιών στα κόκκινα χαλιά ή των ταινιών στις οθόνες, αλλά από μια τρανταχτή και σκόπιμη απουσία. Αυτή του μεγάλου Ζαν Λικ Γκοντάρ, ο οποίος επικαλέστηκε προβλήματα ελληνικού Τύπου, για να περιγράψει την αποχή- διαμαρτυρία του.
«Θα έπρεπε να ευχαριστήσουμε την Ελλάδα. Είναι η Δύση που χρωστάει στην Ελλάδα. Η φιλοσοφία, η δημοκρατία, η τραγωδία... Πάντα ξεχνάμε τη σχέση ανάμεσα στην τραγωδία και τη δημοκρατία. Χωρίς Σοφοκλή δεν θα υπήρχε Περικλής. Χωρίς τον Περικλή δεν θα υπήρχε Σοφοκλής. Ο τεχνολογικός κόσμος στον οποίο ζούμε τα χρωστά όλα στην Ελλάδα. Ποιος ανακάλυψε τη λογική; Ο Αριστοτέλης... Όλος ο κόσμος χρωστάει χρήματα σήμερα στον Ελλάδα. Θα μπορούσε να ζητήσει από το σημερινό κόσμο μας χιλιάδες εκατομμύρια για συγγραφικά δικαιώματα και θα ήταν λογικό να της τα δώσουμε. Πάραυτα. Κατηγορούν τους Έλληνες ότι είναι και ψεύτες.... Αυτό μου θυμίζει ένα παλιό συλλογισμό που είχα μάθει στο σχολείο. Ο Επαμεινώνδας είναι ψεύτης ή όλοι οι Έλληνες είναι ψεύτες, άρα ο Επαμεινώνδας είναι Έλληνας. Δεν έχουμε προχωρήσει καθόλου», σημείωνε πριν από λίγες ημέρες σε συνέντευξή του, τονίζοντας τη διαφωνία του με την ευρωπαϊκή πολιτική στάση, δηλώνοντας την αλληλεγγύη του στον ελληνικό λαό.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή, 16 Μαΐου 2010

Η ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΚΑΙ ΤΑ ΑΝΤΙΓΡΑΦΑ ΤΗΣ


Σε μια ζωή με α­πό­το­μες και βίαιες ε­πα­να­λή­ψεις, στιγ­μές κοι­νό­το­πες και φω­το­τυ­πίες του ή­δη βιω­μέ­νου, το αυ­θε­ντι­κό, η αυ­θε­ντι­κή στιγ­μή, κα­θί­στα­ται α­ξία και ζη­τού­με­νο. Πώς ξε­χω­ρί­ζου­με το αυ­θε­ντι­κό α­πό την ε­πα­νά­λη­ψή του, ει­δι­κά ό­ταν αυ­τή εί­ναι φτιαγ­μέ­νη α­κρι­βώς για να πα­ρα­πλα­νή­σει, για να μας πεί­σει πως ό­χι μό­νο μπο­ρεί να στα­θεί δί­πλα στο αυ­θε­ντι­κό αλ­λά ε­πί­σης μπο­ρεί και να το α­ντι­κα­τα­στή­σει; Και αν κά­τι τέ­τοιο μπο­ρεί τε­λι­κά να ι­σχύει, ποια η α­ξία του αυ­θε­ντι­κού. Η τέ­χνη, με τα τό­σα α­ντί­γρα­φά της, γί­νε­ται μια πα­ρα­βο­λή για την ί­δια τη ζωή και η έκ­θε­ση «Close Examination: Fakes, Mistakes and Discoveries», μια ευ­και­ρία για στο­χα­σμό.
H Εθνι­κή Πι­να­κο­θή­κη του Λον­δί­νου ορ­γα­νώ­νει α­πό τις 30 Ιου­νίου την έκ­θε­ση με τίτ­λο «Προ­σε­κτι­κή ε­ξέ­τα­ση: Πλα­στά, λά­θη και α­να­κα­λύ­ψεις». Στην έκ­θε­ση αυ­τή πα­ρου­σιά­ζο­νται για πρώ­τη φο­ρά, πλα­στοί πί­να­κες της συλ­λο­γής της πι­να­κο­θή­κης που άλ­λο­τε πέ­ρα­σαν για αυ­θε­ντι­κοί, κα­κές ε­κτι­μή­σεις ει­δι­κών που α­να­γνώ­ρι­σαν το λά­θος ε­κεί που δεν υ­πήρ­χε, ε­νώ σε άλ­λες πε­ρι­πτώ­σεις ε­ξα­πα­τή­θη­καν κα­τα­δι­κά­ζο­ντας ως πλα­στό το πραγ­μα­τι­κό, με την α­λή­θεια να α­πο­κα­λύ­πτε­ται α­κό­μη και 500 χρό­νια με­τά τη δη­μιουρ­γία της. Έργα μα­θη­τών των ζω­γρά­φων, θεω­ρή­θη­καν έρ­γα των δα­σκά­λων τους, με μια κοι­νή τε­χνο­τρο­πία να περ­νά α­πό γε­νιά σε γε­νιά, α­πό χέ­ρι σε χέ­ρι και να θο­λώ­νει το ό­νο­μα του δη­μιουρ­γού. Ονό­μα­τα με­γά­λων ζω­γρά­φων ό­πως του Ρα­φαή­λ, του Βε­λά­σκεθ ή του Μπο­τι­τσέ­λι, μπλέ­κο­νται με ε­πι­τεύγ­μα­τα ά­ση­μων α­γνώ­στων που τους μι­μή­θη­καν ή τους α­ντέ­γρα­ψαν.

Η τέ­χνη εί­ναι μια πραγ­μα­τι­κό­τη­τα;

Η τε­χνο­λο­γία αλ­λά­ζει τους και­ρούς. Με το μέ­γε­θός της ε­πι­βάλ­λε­ται σε κά­θε πτυ­χή της ζωής. Οι α­κτί­νες τα μι­κρο­σκό­πια και οι δια­φό­ρων ει­δών με­τρη­τές, έρ­χο­νται να α­να­με­τρη­θούν με το έ­μπει­ρο μά­τι του ι­στο­ρι­κού της τέ­χνης, άλ­λες φο­ρές ε­πι­κου­ρι­κά άλ­λες φο­ρές α­ντι­κα­θι­στώ­ντας και κα­ταρ­γώ­ντας το. Το πα­ρά­δο­ξο της έκ­θε­σης, κρύ­βει στον πυ­ρή­να του έ­να ε­ρώ­τη­μα. Όμοιο με το ε­ρώ­τη­μα της ται­νίας «F for fake» του Όρσον Γουέ­λς. Ποια εί­ναι η πραγ­μα­τι­κή α­ξία της τέ­χνης και ποια η ε­μπο­ρι­κή της α­ξία;
Το «Αλή­θειες και ψέ­μα­τα» (ο ελ­λη­νι­κός τίτ­λος) εί­ναι η τε­λευ­ταία ται­νία του με­γά­λου δα­σκά­λου και μια α­πό τις λι­γό­τε­ρο γνω­στές δη­μιουρ­γίες του. Μια ται­νία δο­κί­μιο, με αρ­κε­τά α­σύν­δε­το υ­λι­κό, μι­λά για την ι­στο­ρία τριών αν­θρώ­πων ε­νώ ταυ­τό­χρο­να α­πο­τε­λεί την α­πο­τί­μη­ση της ί­διας της κα­ριέ­ρας του Γουέ­λς. Οι τρεις ή­ρωες εί­ναι καλ­λι­τέ­χνες του ψεύ­δους: έ­νας πλα­στο­γρά­φος ι­μπρε­σιο­νι­στι­κών πι­νά­κων, ο συγ­γρα­φέ­ας μιας ψευ­δο­βιο­γρα­φίας του Χά­ουαρ­ντ Χιουζ και μια κο­πέ­λα που υ­πήρ­ξε μο­ντέ­λο του Πι­κά­σο για πά­νω α­πό 20 πί­να­κες. Η κο­πέ­λα έ­κα­ψε τους πί­να­κες αυ­τούς και τους α­ντι­κα­τέ­στη­σε με α­κρι­βή α­ντί­γρα­φα. Ο ί­διος ο Πι­κά­σο α­να­γνω­ρί­ζο­ντας την α­ξία του πα­ρα­χα­ρά­κτη τον συ­νά­ντη­σε ό­ταν αυ­τός ή­ταν ε­τοι­μο­θά­να­τος. «Θέ­λω να πε­θά­νω με τη βε­βαιό­τη­τα ό­τι η τέ­χνη εί­ναι μια πραγ­μα­τι­κό­τη­τα», ή­ταν τα τε­λευ­ταία λό­για του α­ντι­γρα­φέα.

Η αυ­θε­ντι­κό­τη­τα
δεν προ­σθέ­τει στην ο­μορ­φιά


Ο φα­κός πλα­νά­ται α­νά­με­σα στο τρικ και την αυ­θε­ντι­κή α­πο­τύ­πω­ση ε­πα­να­λαμ­βά­νο­ντας συ­νε­χώς την ε­ρώ­τη­ση για το α­λη­θι­νό και το ψεύ­τι­κο. Η σκη­νή του πλα­στο­γρά­φου εί­ναι εν­δει­κτι­κή της φι­λο­σο­φίας του φιλ­μ, ό­σο και του ε­ρω­τή­μα­τος που τί­θε­ται α­πό την έκ­θε­ση του Λον­δί­νου: το χέ­ρι του Ντε Χό­ρι έ­τρε­με κά­θε φο­ρά που πλα­στο­γρα­φού­σε έ­ναν Μα­τίς. Θα μπο­ρού­σε να κά­νει έ­ναν πί­να­κα α­κό­μα κα­λύ­τε­ρο α­πό τον αυ­θε­ντι­κό αλ­λά ε­μπό­δι­σε τον ε­αυ­τό του για ευ­νό­η­τους λό­γους. Αν έ­νας πί­να­κας α­ντί­γρα­φο εί­ναι τό­σο κα­λά φτιαγ­μέ­νος ώ­στε να ξε­γε­λά­ει α­κό­μα και το πιο ε­ξα­σκη­μέ­νο μά­τι, για­τί να θεω­ρη­θεί με τό­ση βε­βαιό­τη­τα κα­τώ­τε­ρος του πρω­το­τύ­που;
Τα μου­σεία δί­νουν τις πιο ά­κα­μπτες α­πα­ντή­σεις. Απο­σπούν το έρ­γο τέ­χνης α­πό τον αρ­χι­κό του χώ­ρο και τον πραγ­μα­τι­κό του χρό­νο, α­ντι­κα­θι­στώ­ντας με ι­στο­ρι­κή και ε­πι­στη­μο­νι­κή βε­βαιό­τη­τα τα χα­μέ­να συ­ναι­σθή­μα­τα του πρώ­του του κοι­νού, της αρ­χι­κής έ­ντα­σης και θερ­μο­κρα­σίας του έρ­γου. Στην α­πό­λυ­τη κα­τά­φα­σή τους, ε­πε­ξη­γούν αυ­τό που κά­πο­τε ή­ταν α­πλώς ο­μορ­φιά, με τον πί­να­κα να γί­νε­ται τε­λι­κά ε­πί­τευγ­μα, ό­μοιο με μια α­να­κά­λυ­ψη ε­πι­στη­μο­νι­κή ή γεω­γρα­φι­κή, μια υ­πο­ση­μείω­ση στην ι­στο­ρία των ε­πι­τευγ­μά­των του αν­θρώ­που. Το βά­ρος της υ­πο­γρα­φής και του αυ­θε­ντι­κού, δεν προ­σθέ­τει στην ο­μορ­φιά αλ­λά στο κύ­ρος, α­πο­τε­λεί τη σκα­λω­σιά ε­νός θε­σμού που ε­πι­βάλ­λει τη δι­κή του μα­τιά και τε­λι­κά τη δι­κή του τέ­χνη.

Τέ­χνη πε­ρι­φραγ­μέ­νη α­πό τη ζωή


Ο κό­σμος των μου­σείων, εί­ναι έ­νας κό­σμος ο­μο­γε­νο­ποιη­μέ­νης τέ­χνης. Κά­θε έρ­γο α­πο­κτά μια ό­μοια λει­τουρ­γία. Πρώ­τα υ­πάρ­χει και με­τά ση­μαί­νει. Μα­κριά α­πό την κά­θε μέ­ρα, η τέ­χνη πε­ρι­φράσ­σε­ται α­πό τη ζωή. Προ­σφέ­ρει μια σύ­ντο­μη μα­τιά στο βια­στι­κό μά­τι του ε­πι­σκέ­πτη, α­να­πα­ρά­γε­ται σε καρτ πο­στάλ ή μπλου­ζά­κια, με το μέ­γε­θος και την α­ξία της ως α­διαμ­φι­σβή­τη­το δε­δο­μέ­νο. Ένα έρ­γο κρί­νε­ται πια κυ­ρίως ως προς την αυ­θε­ντι­κό­τη­τα και λι­γό­τε­ρο ως προς την α­ξία του. Όπως η βε­βαιό­τη­τα των θε­σμών και των νό­μων, έ­τσι και η αυ­θε­ντία του μου­σείου πρέ­πει να αμ­φι­σβη­τη­θεί. Για­τί το αυ­θε­ντι­κό δεν προ­κύ­πτει α­πό την υ­πο­γρα­φή αλ­λά α­πό τη σχέ­ση του αν­θρώ­που με το έρ­γο τέ­χνης. Εί­ναι το κα­θα­ρό μά­τι και η ε­πι­θυ­μία για το βίω­μα αυ­τά που με­τα­τρέ­πουν έ­ναν πί­να­κα σε έρ­γο τέ­χνης και τε­λι­κά έ­να α­πλό κα­θη­με­ρι­νό πε­ρι­στα­τι­κό σε βιω­μέ­νη αυ­θε­ντι­κό­τη­τα.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή, 9 Μαΐου 2010

Τι χρειάζεται η τέχνη όταν η κρίση συνθλίβει;


Ένα τεράστιο καρβέλι, μια πελώρια φρατζόλα ζεστό ψωμί είχε πέσει στο δρόμο από τον ουρανό
Ένα παιδί με πράσινο κοντό βρακάκι και με μαχαίρι
Έκοβε και μοίραζε στον κόσμο γύρω
Όμως και μια μικρή, ένας μικρός άσπρος άγγελος και αυτή
Μ‘ ένα μαχαίρι έκοβε και μοίραζε
Κομμάτια γνήσιο ουρανό
Κι όλοι τώρα τρέχαν σ αυτή, λίγοι πηγαίναν στο ψωμί
Όλοι τρέχανε στο μικρόν άγγελο που μοίραζε ουρανό
Ας μην το κρύβουμε
Διψάμε για ουρανό!
(Μίλτος Σαχτούρης, το Ψωμί)


Τα νέα μέτρα πλησιάζουν όλο και περισσότερο, με τις εφαρμογές και την πραγματικότητά τους να απειλεί κάθε τι κεκτημένο, κάθε τι αυτονόητο. Τα μέτρα δεν αλλάζουν μόνο την οικονομική διάσταση της κάθε μέρας, αλλά ταυτόχρονα ξεριζώνουν έναν τρόπο ζωής που μάθαμε να συλλαβίζουμε ως καθημερινό. Είναι τέτοια η ένταση και σκληρότητα που πλησιάζει, ώστε να μεταμορφώσει κάθε εικόνα, κάθε χειρονομία, κάθε θερμοκρασία που δεχτήκαμε να αποκαλούμε ζωή.
Η τέχνη, σε κάθε έκφανση της, θεωρήθηκε συχνά πολυτέλεια. Σαν κάτι που περισσεύει, γεμίζει τυχαία τις ώρες, ψυχαγωγεί, και διασκευάζει το τρέχον, συχνά χωρίς σημασία. Μέσα σε μια πραγματικότητα αυστηρά και χυδαία υλιστική, κάθε ενασχόληση με την τέχνη κατέληξε να θεωρείται χόμπι, παραξενιά ή σπατάλη του πολύτιμου χρόνου. Σε έναν κόσμο ρευστό, που βασικές αξίες και κεκτημένα για πρώτη φορά αμφισβητούνται και συνθλίβονται με τέτοια ένταση και σε τέτοια έκταση, καλούμαστε να επαναδιαπραγματευτούμε την σχέση μας με αυτή την «πολυτέλεια», να προσδιορίσουμε ξανά το ρόλο και τη σημασία της και τελικά να προσδιοριστούμε από αυτή.

Η άνθηση της τέχνης σε μαύρες εποχές

Η ζωή στη δύσκολες στιγμές της, παρουσιάζεται με όλο τον κυνισμό, την ματαιότητα, την απελπισία της. Στεγνή από όνειρα, διατάζει προτεραιότητες, πρακτικότητα και αδιέξοδα. Και είναι ακριβώς η ίδια η ταύτιση του αναγκαίου με το ρεαλιστικό που συντηρεί την κατάσταση, αποφεύγοντας κάθε όραμα που θα την μεταμόρφωνε. Κάθε κατάφαση που πολλαπλασιάζει το δύσκολο του παρόντος, ακυρώνει την αλλαγή του μέλλοντος. Η αλλαγή, η ανατροπή και η δημιουργία του νέου, είναι φτιαγμένες από το ίδιο υλικό που είναι φτιαγμένα τα όνειρα.
Δεν είναι τυχαίο πως σε περιόδους μεγάλων κρίσεων, σε μαύρες εποχές, η τέχνη δεν παύει, δεν περικόπτεται ως αχρείαστο έξοδο, αλλά αντιθέτως ανθίζει ως αναγκαιότητα. Ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος γέννησε την χαμένη γενιά, μια σειρά συγγραφικών μεγεθών που ξεπέρασαν την απελπισία και δημιούργησαν. Τα χαμένα παιδιά της γενιάς αυτής, βρέθηκαν ξανά μέσα σε σελίδες που υπερέβησαν την απελπισία του χαρακώματος. Ο Φιτζέραλντ, ο Φώκνερ, ο Χέμινγουει, ο Ντος Πάσος, πιθανόν να μην είχαν επιτύχει τη λογοτεχνική τους δημιουργία, αν δεν είχαν ως εμπόδιο και τελικά ως συγγραφικό όπλο, την καταστροφή γύρω τους. Το παράλογο του δευτέρου παγκοσμίου γέννησε την εποχή του λογοτεχνικού παραλόγου (εκφρασμένο κυρίως μέσω του θεάτρου). Μια σειρά από συγγραφείς μίλησαν για τα αδιέξοδα της ανθρώπινης διάστασης, υπερβαίνοντας τα μέσω της ανάτασης που γέννησε η καταγραφή, η περιγραφή και η λογοτεχνική ανάλυσή τους. Η ήττα του εμφυλίου και η ελληνική μεταπολεμική κατάσταση, έφεραν στο προσκήνιο, μια νέα σειρά ποιητών. Η γενιά της ήττας, έγραψε βιώνοντας τις πληγές ενός κόσμου τσακισμένου. Μέχρι και σήμερα δεν σταματούμε την συνομιλία μας με την γενιά αυτή. Τον Σαχτούρη, τον Καρούζο, τον Λειβαδίτη. Μια ηττημένη περίοδος, κέρδισε και κληροδότησε μεγάλους ποιητές.

Η δροσιά της τέχνης στην ξηρασία της κρίσης

Ο εξπρεσιονισμός των ημερών που έρχονται, χρειάζεται τα δικά του σκληρά χρώματα. Όπως έγραφε ο Μπέρτολτ Μπρεχτ, οι εποχές της φρίκης τραγουδούν τα τραγούδια της φρίκης. Είτε σαν παραμυθία, είτε σαν διέξοδος, είτε σαν ανάταση και όραμα, η τέχνη πρέπει να αναζητήσει τον χαμένο της πυρήνα. Οι εποχές που την περιέγραψαν ως συνοδευτικό μιας ζωής επαρκούς, μοιάζουν να έχουν περάσει ανεπανόρθωτα. Η τέχνη δεν μπορεί πια να επιβιώνει ως βραδινή δημόσια έξοδος, ως best seller, ως ανέξοδη ευαισθησία. Σε εποχές κρίσης η τέχνη επιβιώνει μόνο ως ανάγκη. Ο ρόλος του δημόσιου διανοουμένου, ο ρόλος του καλλιτέχνη στην κοινωνία, της ίδιας της τέχνης στη ζωή, επαναδιαπραγματεύεται με αναγκαστική ειλικρίνεια. Και μέσα από τα τραγούδια ενός κόσμου που πληγώνει, μπορεί να γεννηθεί νέος κόσμος με περισσότερο ουρανό. Και ας μην το κρύβουμε, ειδικά σήμερα, διψάμε για ουρανό.

(στην εφημεριδα Εποχη)

Κυριακή, 2 Μαΐου 2010

Η κόκκινη Μαριναλέντα και οι αντιδομές του μέλλοντος





Μέσα στο σκοτάδι ό, τι λάμπει γίνεται πιο εκκωφαντικό μέσα στην μοναδικότητα της εξαίρεσής του. Στους δύσκολους καιρούς η κάθε διαφορά, η νέα πρόταση, μπορεί να πάρει διαστάσεις μιας απομακρυσμένης ουτοπίας ή μιας απολύτως κατανοητής πραγματικότητας και μιας υπόσχεσης για συμβάντα μελλοντικά.

Μία κομμουνιστική πόλη

Η Μαριναλέντα, είναι μια πόλη μόλις 2.700 ανθρώπων, ανατολικά της Σεβίλης στην Ισπανική Ανδαλουσία. Αυτό που την κάνει ξεχωριστή και άξια μνείας, είναι πως τα τελευταία χρόνια εφαρμόζει μια σειρά από κομουνιστικά μέτρα, με πρακτική επιτυχία. Ο Χουάν Μανουέλ Σάντσες Γκορντίγιο, ο κουμουνιστής δήμαρχος της πόλης, εκλέγεται τα τελευταία 31 χρόνια και αποκαλεί την πόλη του μια ουτοπία που χτίζει την ειρήνη. «Όλοι είχαν πιστέψει πως η οικονομία είναι θεός, και πως θα έκανε τα πάντα να δουλέψουν με το αόρατο χέρι της. Παλαιότερα, ήταν θανάσιμο αμάρτημα να μιλάς για εμπλοκή της κυβέρνησης στην οικονομία. Τώρα, βλέπουμε πως η οικονομία πρέπει να λειτουργήσει στην υπηρεσία του ανθρώπου». Και η λειτουργία αυτή φαίνεται πως έχει εξασφαλιστεί στην Μαριναλέντα.
Στην Ισπανία όπως στις περισσότερες δυτικές χώρες, οι πολίτες παίρνουν δάνεια για να αγοράσουν σπίτια σε τιμές πάνω από το πραγματικό τους κόστος. Στην πόλη της Marinaleda οι κάτοικοι χτίζουν τα δικά τους σπίτια χωρίς υποθήκες, με την βοήθεια της ίδιας της πόλης, ενώ αν κάποιος κάτοικος από γειτονικό χωριό χάσει την δουλειά του, τότε η κοινότητα θα του δώσει εργασία (Και αυτό σε μια περιοχή που η ανεργία φτάνει το 21%). «Αν μια πόλη με τόσο περιορισμένες υποδομές, μπορεί να εξασφαλίσει εργασία για όλους τους κατοίκους της, γιατί άλλες πιο ανεπτυγμένες πόλεις να μην μπορούν να κάνουνε το ίδιο;» αναρωτιέται ο κόκκινος δήμαρχος.

Κόκκινοι μετανάστες

Από της αρχές της δεκαετίας του 80, όταν ο Γκορντίγιο εκλέχτηκε για πρώτη φορά, άρχισε από τους κατοίκους ένα σχέδιο ανακατανομής της γης, με αποκορύφωμα το 1991 όταν κατάφεραν να δημεύσουν 3.000 εκτάρια από τον τοπικό Δούκα του Infantado. Ο αγροτικός συνεταιρισμός Εl Ηumoso που δημιουργήθηκε και στον οποίο δουλεύει ένα μεγάλο μέρος της κοινότητας για εξήμιση ήρεμες ώρες, παράγει κριθάρι και λαχανικά, τα οποία πωλούνται κυρίως στο εσωτερικό της Ισπανίας. Οι εργαζόμενοι βγάζουν περίπου 1500 δολάρια το μήνα, ανεξάρτητα από την ειδικότητα τους, ενώ τα έξοδα μειώνονται από τις πολλές παροχές που προσφέρει ο δήμος.
Το στεγαστικό πρόγραμμα που παρέχει δωρεάν κατοικίες και η εξαφάνιση της ανεργίας, έφεραν σύντομα αρκετό κόσμο από τα γειτονικά χωριά (αλλά ακόμα και από πόλεις όπως η Βαρκελώνη) στην Μαριναλέντα. Στους βαφτισμένους με ονόματα των ηρώων της λατινικής Αμερικής δρόμους της, δεν θα συναντήσει κανείς αστυνομία αφού το σώμα καταργήθηκε γλυτώνοντας το δήμο από 350.000 δολάρια τον χρόνο. Κάθε Πάσχα (αν και υπάρχει ανεξιθρησκία) οι κάτοικοι γιορτάζουν την ειρήνη, ενώ αρκετές φορές μέσα στο μήνα κηρύσσεται μια κόκκινη Κυριακή οπότε οι κάτοικοι φροντίζουν για την καθαριότητα της πόλης ή κάνουν άλλες δουλειές κοινού οφέλους. Καθημερινά ο δήμαρχος αφιερώνει χρόνο από το τηλεοπτικό δίκτυο της πόλης στην ποίηση, ενώ συχνά καλεί τους κατοίκους σε πορείες, για θέματα όπως, οι γενετικά μεταλλαγμένες τροφές ή οι πολιτικές εξελίξεις στην δυτική Σαχάρα.
Προφανώς τόσο ο δήμαρχος όσο και η πόλη η ίδια, έχει δεχτεί κριτική για ένα αριθμό θεμάτων και υπερβολών στην περιγραφή της προς τον έξω κόσμο. Όμως το γεγονός πως ο ίδιος εκλέγεται συνεχόμενα για 30 χρόνια, η μετανάστευση στην πόλη από άλλες, πολλές φορές απομακρυσμένες, περιοχές, καθώς και τα ευνοϊκά σχόλια των γειτονικών πληθυσμών για τις λειτουργίες της πόλης, καταχωρούν το πείραμα ως μάλλον επιτυχημένο.
Αν και η κατάσταση θυμίζει αυτό που ο Μαρξ ονόμασε ουτοπικό σοσιαλισμό στο κομουνιστικό μανιφέστο, τις Home colonies, την Ικαρία του Καμπέ, ή τις περιγραφές του Σαιν Σιμόν και του Φουριέ, ταυτόχρονα θέτει και το ερώτημα ως προς τη σύγχρονη διάστασή του κομμουνισμού και νέες στρατηγικές που μπορούν να ακολουθηθούν. Η πραγματικότητα του παραδείγματος, αποσπά το όραμα από την ουτοπία και το τοποθετεί σε προοπτική. Δημιουργώντας τοπικά παραδείγματα ή αντιδομές μέσα σε μια πόλη, η αριστερά μπορεί να έχει ένα όφελος πολλαπλό. Την άμεση προσφορά και επαφή, την ανάκτηση του ξεχασμένου ηθικού της πλεονεκτήματος και κυρίως την επικύρωση των λύσεών της ως ρεαλιστικές. Σίγουρα μια μικρογραφία δεν είναι ικανή να σώσει τον κόσμο. Μπορεί όμως να πείσει πως ο κόσμος μπορεί να σωθεί.

(στην εφημεριδα Εποχή)