Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2020

Με σφιγμένα τα δόντια


Εκλεισε μια βδομάδα. Αλλά ο χρόνος είναι σχετικός. Πάντοτε ήταν. Μόνο που τώρα αντιλαμβανόμαστε με τον πιο εμφατικό τρόπο το τι σημαίνει αυτή η χρονική σχετικότητα. Στην πραγματικότητα αντιλαμβανόμαστε τον χρόνο με βάση τη ροή του, τα γεγονότα που τον γεμίζουν. Η βδομάδα που πέρασε συμπίπτει μόνο κατ’ όνομα με περασμένες εβδομάδες. Είναι κάτι διαφορετικό. Με άλλο περιεχόμενο και άλλα σύνορα. Δεν ήταν λοιπόν μία εβδομάδα. Ηταν η πρώτη εβδομάδα. Από κάτι νέο. Από μια νέα συνθήκη που περιλαμβάνει και τον χρόνο, που ορίζει διαφορετικά τις αποστάσεις. Τις χρονικές αποστάσεις, τις τοπικές αποστάσεις, αλλά κυρίως τις αποστάσεις ανάμεσα στους ανθρώπους.
Η κατάσταση που ζούμε -και εδώ εννοώ την καθημερινή κατάσταση, όχι την πλανητική μέσω της ενημέρωσης και της πληροφορίας- έχει όρους αλλαγμένους αλλά όχι τελείως καινούργιους. Γιατί στην πραγματικότητα δεν είναι αλλαγή. Είναι μετατόπιση. Εστίαση. Απόλυτη έμφαση στο ήδη υπαρκτό. Στον κοινωνικό πυρήνα της οικίας. Καθένας οχυρώνεται στην οικειότητά του. Το σπίτι ξαφνικά ονομάζεται καταφύγιο.
Ολα τίθενται σε δοκιμή. Οι αντοχές, η οπτική, τα θεμέλια. Οι σχέσεις μας με τους δικούς μας. Μέσα από αυτές βιώνουμε μια υποχρεωτική εμβάθυνση. Τους μαθαίνουμε από την αρχή. Τους φίλους σε απόσταση. Μαθαίνουμε να τους αναζητούμε από την αρχή.
Είναι μόλις η πρώτη εβδομάδα. Δεν μπορώ να ξέρω ποια η συνέχεια και είμαι ο τελευταίος που θα προβεί σε επιστημονικοφανείς μαντείες. Ηδη όμως υπάρχουν αρκετά για να ανησυχείς πέρα από την εξάπλωση του ιού. Για την εργοδοτική αυθαιρεσία, τις απολύσεις, τις συνθήκες εργασίας στις συγκεκριμένες συνθήκες. Για τους άστεγους. Γι' αυτούς που βρέθηκαν κλεισμένοι και μόνοι, έκθετοι στα σαγόνια της πιο πεινασμένης μοναξιάς. Και πάνω απ' όλα για τους πρόσφυγες και τις άθλιες συνθήκες, που γίνονται ακόμα αθλιότερες, στον εγκλεισμό της κρατικής ντροπής.  Για τη διάρκεια όλων αυτών των γεγονότων. Για τη στιγμή του ερχομού της κλιμάκωσης. Και κυρίως για την αυριανή μέρα. Πώς θα είναι το αύριο, όταν επιτέλους το αύριο φτάσει;

Εξω επικρατεί μια περίεργη ησυχία. Είναι η ξαφνική ησυχία που επικρατεί σε μια σπανίως χιονισμένη Αθήνα. Ξαφνική κάθε στιγμή. Και ύστερα ξαφνική και πάλι. Οπως την κοιτάζεις νύχτα από το παράθυρό σου. Από το θερμό σου καταφύγιο. Στο καταφύγιο και εδώ. Πολιορκημένοι από έναν θάνατο σε αναμονή. Μια απειλή ασαφής και απολύτως συγκεκριμένη. Ασαφής όταν η φαντασία πάει να την προσαρμόσει στα δικά μας πρόσωπα. Συγκεκριμένη στα ανακοινωθέντα και στους διεθνείς δείκτες, στους αριθμούς που δεν γίνονται πρόσωπα και βιογραφίες, μόνο μια τρομαχτική στατιστική που όλο και θεριεύει.

Και αυτή η διαρκής απειλή. Στη χώρα του μικρόκοσμου και του μακρόκοσμου ταυτόχρονα. Στα ελάχιστα σταγονίδια και στις χειραψίες, στο άγγιγμα και στο λάθος βήμα. Και ταυτόχρονα στην πλανητική της κλίμακα, στα σημεία αυτά στον παγκόσμιο χάρτη που αιμορραγούν, μια κοινή πληγή χωρίς παραλλαγές. Γιατί το όλον για να είναι ολόκληρο, οφείλει πάντοτε να έχει δύο μεγέθη.
Θα σφίξουμε τα δόντια. Θα μάθουμε ξανά από την αρχή να κοιτάζουμε τους δικούς μας περισσότερο στα μάτια. Να μετράμε τις ώρες μαζί τους, να εφευρίσκουμε τις ώρες μας γι' αυτούς. Και θα μάθουμε να ανησυχούμε. Από πιο βαθιά αυτή τη φορά. Για εμάς και για τους γύρω μας. Γιατί κάθε θάνατος φιλτραρισμένος από μια κοινή απειλή γίνεται ακόμα και ασυναίσθητα θάνατος ενός οικείου. Ενός οικείου που δεν είχαμε την τύχη να γνωρίσουμε ποτέ. Μέσα στην αγωνία όλοι γειτονεύουμε. Ανταλλάσσοντας χειραψίες. Στη σιωπή και στην απόσταση.

Και έτσι, μέσα στην επιβεβλημένη απόσταση και στο υποχρεωτικό κενό ανάμεσα στα σώματα μαθαίνουμε να πλησιάζουμε τους άλλους. Να ενδιαφερόμαστε. Στην περίεργη αυτή εποχή όπου ο καλύτερος τρόπος να πλησιάσεις τον άλλον είναι να μείνεις μακριά του.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)