Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2016

Οταν η μορφή του τέρατος έπαψε να τους τρομάζει




Η μορφή του τέρατος είναι αποκρουστική. Οταν όμως το πρόσωπο του τέρατος πάψει να μας τρομάζει, τότε πρέπει να φοβόμαστε... γιατί αυτό σημαίνει ότι έχουμε αρχίσει να του μοιάζουμε.
Μάνος Χατζιδάκις
Το πρώτο σοκ που προσέφερε η πρώτη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ήταν το σοκ των συνεργασιών. Κατ’ αρχάς η συνύπαρξη με πρώην προβεβλημένα πρόσωπα του ΠΑΣΟΚ, ακόμη και πρώην υπουργούς.
Εμοιαζε λογικό ένας μικρός πολιτικός χώρος, που έρχεται να καλύψει νέα πολιτικά εδάφη, να εντάξει πρόσωπα με πολιτικό παρελθόν στους κόλπους του.
Πρώτον, για να νομιμοποιήσει τη διεύρυνση και, δεύτερον, για να υπάρξει ένας ενδιάμεσος στην εκπροσώπηση των νέων εκλογικών στρωμάτων στο νέο μόρφωμα.
Φυσικά αυτό ακούγεται λίγο-πολύ αθώο, τουλάχιστον στη θεωρία. Αλλά όταν τα πρόσωπα αυτά φέρνουν μαζί με το πολιτικό τους φορτίο και αμαρτίες του παρελθόντος, η κατάσταση αλλάζει.
Πώς μπορεί λοιπόν ένα όνομα σαν αυτό του Μάρκου Μπόλαρη -του οποίου το όνομα μπλέχτηκε στο σκάνδαλο με τις οροθετικές- να έχει θέση σε μια κυβέρνηση με ιδιαίτερη ευαισθησία στα ανθρώπινα δικαιώματα; Φυσικά τα παραδείγματα είναι πολλά.
Το μεγαλύτερο όμως σοκ ήταν η κυβερνητική συνύπαρξη με τους Ανεξάρτητους Ελληνες.
Είναι πολλά αυτά που γράφτηκαν για αυτή την αρχική ανίερη σύμπραξη με το κόμμα της Δεξιάς.
Αντίθετα, είναι πολύ λίγα αυτά που γράφτηκαν στη συνέχεια μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου.
Γιατί αν η συμμαχία στο πλαίσιο της αντιμνημονιακής πολιτικής έμοιαζε επαρκές επιχείρημα για να καταπιεί κάποιος τη συνεργασία, ποτέ δεν πολυκαταλάβαμε τους λόγους αυτής της δεύτερης συμμαχίας ή, ακόμη περισσότερο, την αύξηση του αριθμού των υπουργών των ΑΝ.ΕΛΛ. κατά τον ανασχηματισμό.
Το θέμα της ταυτότητας, της ιδεολογίας έμοιαζε εξαρχής απονευρωμένο στο πλαίσιο μιας πολιτικής του εφικτού, η οποία καλύφθηκε πίσω από τις μεγάλες προσδοκίες που κάποιοι είχαν για την «πρώτη φορά Αριστερά».
Οταν όμως οι προσδοκίες εξανεμίστηκαν και η συνύπαρξη συνεχίστηκε, τι συνέβη με την ταυτότητα και την ιδεολογία; Την ίδια στιγμή μάλιστα που εφαρμόζεις μια σειρά από νεοφιλελεύθερα μέτρα.
Με τη φωτογραφία δίπλα σε υπόδικους της Χρυσής Αυγής στο Καστελόριζο βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ και του αναπληρωτή υπουργού Εθνικής Αμυνας έχουμε ένα απόλυτο ποιοτικό άλμα.
Γιατί το να ποζάρεις δίπλα στο τέρας προϋποθέτει πως τουλάχιστον το έχεις συνηθίσει.
Με τη στάση τους αυτή οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ κανονικοποιούν τη Χρυσή Αυγή με διπλό τρόπο.
Οχι μόνο ως μια κυβέρνηση που δέχεται να σταθεί και να συνυπάρξει δίπλα σε εγκληματίες και ακροδεξιούς, αλλά και ως εκπρόσωποι ενός κόμματος με (πάλαι ποτέ) αριστερή αναφορά.
Επιπροσθέτως η κανονικοποίηση αυτή συντελείται εντός ενός πλαισίου χάραξης εξωτερικής πολιτικής, μέσα σε μια διαδικασία που έχει σχέση με την εθνική πολιτική.
Μέσα από τη συνομιλία των σημείων της φωτογραφίας ορίζονται οι εθνικιστές φασίστες ως απόλυτα αρμόδιοι για εθνικά θέματα (με έναν τρόπο αντίστοιχο με αυτόν που ορίζει τους οικολόγους αρμόδιους για την οικολογία).
Με τον τρόπο αυτό ο φασισμός τους, ο οποίος από τους ίδιους έχει λεκτικά υποβαθμιστεί και κουκουλωθεί μέσα σε έναν περήφανο εθνικισμό, γίνεται νόμιμος ως πολιτική (με την οποία οk, μπορεί να διαφωνούμε, αλλά τη δεχόμαστε ως συνομιλητή ή ως συνυπάρχοντα σε ένα φωτογραφικό κάδρο).
Η στάση αυτή λοιπόν δεν είναι απλώς ένα λάθος που μπορεί η σημασία του να υποβαθμιστεί επικοινωνιακά.
Είναι μια εγκληματική πράξη στη σημειολογία της και ταυτόχρονα στην ξεκάθαρη ουσία της.
Φαίνεται πως περνώντας το σημείο που κάποτε βρισκόταν ο πάτος του βαρελιού, κάποιοι βρέθηκαν όχι στο έδαφος ή στο κενό αλλά πέρασαν σε νέα, πιο ευρύχωρα βαρέλια και συνέχισαν εκ νέου την πτώση τους εκεί.
Και το βαρέλι στο οποίο εισήχθησαν -αφού διένυσαν το βαρέλι της Αριστεράς- στην περίπτωση του Καστελόριζου είναι αυτό της δημοκρατικής νομιμότητας.
Στον πάτο περιμένει μια αγκαλιά ζωγραφισμένη με σβάστικες και βουτηγμένη στο αίμα.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δεν υπάρχουν σχόλια: