Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2016

Η αδιατάρακτη κουλτούρα των καναλιών



25 Μαρτίου. Ανησυχία για τη Λιθουανία.
Ονειρεύτηκα ότι επισκέφτηκα ένα μεγάλο νοσοκομείο.
Δεν υπήρχε προσωπικό. Ολοι ήταν ασθενείς.
Τούμας Τράνστρεμερ, Πένθιμη γόνδολα αρ. 2

Είναι αρκετοί αυτοί που είδαν τη διαδικασία αδειοδότησης ως μια αρχή της ρύθμισης ενός άναρχου τοπίου, μια πρώτη κίνηση προς την επιβολή κάποιων νόμων. Αλλοι την περιέγραψαν ως την αρχή μιας νέας ελίτ και κατ' επέκταση μιας νέα διαφθοράς, ως μια διαδικασία που εγκαθιδρύει νέα τζάκια ώστε να εξυπηρετήσει νέα συμφέροντα.
Και οι δύο υποθέσεις έχουν να κάνουν με τα αποτελέσματα της διαδικασίας όπως θα μας αποκαλυφθούν στο μέλλον. Ας μη ριψοκινδυνεύσουμε συμπεράσματα, ας μιλήσουμε για αυτά που ήδη διαφαίνονται.
Η κριτική γύρω από τους ιδιωτικούς σταθμούς όλο αυτόν τον καιρό έχει να κάνει με τον τρόπο λειτουργίας και τις προσωρινές άδειες, με τη σχέση των καναλιών με τις τράπεζες και τα πολιτικά κόμματα και με τον τρόπο με τον οποίο μετέδιδαν την πληροφορία και προπαγάνδιζαν την άποψη.
Κανένας λόγος δεν έγινε για τους τρόπους με τους οποίους υπήρξε το συνολικό αφήγημα της ιδιωτικής τηλεόρασης. Την κουλτούρα, το πολιτισμικό πρόσημο, τους ίδιους τους όρους ύπαρξής της. Για το κομμάτι δηλαδή που είμαστε βέβαιοι πως δεν πρόκειται να αλλάξει.
Η ιδιωτική τηλεόραση ταυτίστηκε με την περίοδο στην οποία άκμασε. Με τις δεκαετίες του 1990 και του 2000. Τις κυβερνήσεις και τα συμφέροντα που εξυπηρετούσε ο κάθε σταθμός, τη φούσκα της ισχυρής Ελλάδας και την κατρακύλα της χρυσελεφάντινης ολυμπιακής κορυφής.
Κατάφερε να δημιουργήσει ένα μαζικό φαντασιακό, να το εξειδικεύσει σε πρότυπα και ανθρωπότυπους, να προτείνει τρόπους ζωής, να περιγράψει συγκεκριμένους στόχους, να κατασκευάσει συγκεκριμένες επιθυμίες. Η ιδιωτική τηλεόραση αποτέλεσε το χωνευτήρι όπου όλα αλέθονταν.
Οι καθημερινές εκφάνσεις από τη μουσική και την ενδυμασία μέχρι τους τόπους διακοπών και τη φρασεολογία. Η ιδιωτική τηλεόραση σε συνομιλία με έντυπα μέσα, ιλουστρασιόν περιοδικά, διαφημιστικές εταιρείες, μικροστάρ πρόχειρης κοπής, δισκογραφικές όρισε τον δημόσιο λόγο και τον μαζικό τρόπο.
Εισέβαλε στην πολιτική δημιουργώντας τον πολιτικό ως τηλεοπτική περσόνα και την πολιτική ως πόζα σε κάποιο πάνελ. Κατοχύρωσε τον μπουζουκοπόπ αυτοδημιούργητο και του πρότεινε να κόβει βόλτες στην Κηφισίας, να παίζει στο χρηματιστήριο, να παίρνει δάνειο ακόμη και για τις διακοπές.
Υποβάθμισε τη γυναίκα σε συνοδευτικό ενός αγουροξυπνημένου πρωινού ή βραδινού πουριτανικού ημίγυμνου. Ταύτισε τον σεξισμό με την ομορφιά, την ομοφοβία με το βιολογικό αυτονόητο, τον ρατσισμό με την καθημερινότητα στη γειτονιά.
Είδε τον ανταγωνισμό άνευ όρων ως τον μόνο τρόπο να υπάρχεις. Υπήρξε ταυτόχρονα πουριτανική θρησκευόμενη και επαρχιώτικα Ευρωπαία ανταλλάσσοντας τους ίδιους λειψούς υποκριτικούς μανδύες.
Επιχρύσωσε τα σκουπίδια της και αναβάθμισε το κενό της. Καταβαράθρωσε ό,τι δεν μπορούσε να καταλάβει ή έστω δεν μπορούσε να πουλήσει. Τις τέχνες και την κουλτούρα, τη σύνθετη σκέψη και την κριτική ικανότητα.
Δημιούργησε στερεότυπα ώστε να τα διαχειριστεί ή να τα καταπολεμήσει. Απέκρυψε και λοιδόρησε ό,τι έμενε εκτός του δικού της ορθού τρόπου. Επεισε ένα κοινό έτοιμο να πειστεί πως όλα βαίνουν καλώς, πως είμεθα ισχυροί, πως αντιστεκόμαστε και επιμένουμε. Ολα αυτά και άλλα τόσα πριν έρθει η κρίση.
Δεν ξέρω τι αποτέλεσμα θα προκύψει από τη διαδικασία της αδειοδότησης, το μόνο σίγουρο είναι ότι η κουλτούρα των καναλιών θα παραμείνει αδιατάρακτη. Ισως με άλλη ένταση, ίσως με διαφορετικές εξάρσεις.
Και αυτό γιατί τόσο η διαδικασία όσο και τα επί μέρους σημεία της είναι προϊόντα ακριβώς αυτής της κουλτούρας και των όρων της.
Διαπλεκόμενα αφεντικά ποδοσφαιρικών ομάδων και μεγαλοεπιχειρηματίες με ανοιχτούς δικαστικούς λογαριασμούς, εθνοσωτήρες από τον Βορρά και δομικά έργα. Κάθαρση και ένας νόμος με τηλεοπτικό προφίλ.
Μια διαδικασία ριάλιτι βγαλμένη από την τηλεοπτική κουλτούρα με την οποία μας μπούκωναν οι σταθμοί επί δεκαετίες. Το ακριβό έγινε εδώ και νόμιμο.
Μα η απαξίωση του κόσμου για το τηλεοπτικό προϊόν προβλέπουμε -και ευτυχώς- να παραμένει σταθερή. Σε αυτό το νοσοκομείο δεν υπάρχει προσωπικό. Ολοι μας είμαστε ασθενείς.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δεν υπάρχουν σχόλια: