Τρίτη, 21 Ιουνίου 2016

Η χελώνα και ο Ηλεκτρικός



Αυτό το πρωί, όπως κάθε πρωί, βρέθηκε στριμωγμένος στον Ηλεκτρικό, στον δρόμο για τη δουλειά.
Ενα συνήθειο οριστικό, επαναλαμβανόμενο.
Συντελεσμένο ακόμα και χωρίς να συμβεί, ασυναίσθητο σχεδόν μέσα στην όμοια διαδοχή των ημερών, φτιαγμένο με τη συνέπεια του ξημερώματος και την απροσδιόριστη ματαιότητα που γεννά η κάθε επανάληψη.
Στο πρώτο βαγόνι όπως πάντα, μπαίνοντας στον σταθμό και τρέχοντας δεξιά κάθε πρωί.
Στο πρώτο βαγόνι, σε αυτό που έχεις τις περισσότερες πιθανότητες να βρεις μια θέση, μια και είναι το πιο απομακρυσμένο από τις περισσότερες εισόδους των σταθμών.

Συμπεράσματα και υποδείξεις που γεννά η ρουτίνα, όταν η μεγάλη εικόνα παραμένει σταθερή και οι λεπτομέρειες μεγαλώνουν τόσο ώστε σχεδόν να αποσπαστούν, να γίνουν εικόνες και σώμα.
Η στρατηγική του σώματος προκαθορισμένη, ο τρόπος του να μπεις πρώτος, να εντοπίσεις τη μία και μόνη θέση, να κατευθυνθείς προς αυτήν σταθερά αλλά όχι απότομα -δεν θες τα μάτια των υπολοίπων στο βαγόνι να σε κοιτάξουν με αντιπάθεια, με περιφρόνηση ακόμη-, να κάτσεις εσύ μόνος και το σώμα σου να μη θριαμβολογήσει για το κατόρθωμα, αλλά η κάθε κοινότοπη κίνησή σου, αφού κάτσεις, να είναι μια γιορτή επιτυχίας και επιβεβαίωσης πως όλα είναι σταθερά και κανείς δεν θα μας τα πάρει.

Ω ναι, όπως κάθε πρωί, έτσι και αυτό το πρωί, ο άνθρωπος αυτός υπήρξε θρίαμβος ζωής και ζωντάνιας, ένα πρότυπο χρηστών ηθών και υγιούς ανταγωνισμού.
Η ζωή στενεύει στο βαγόνι. Πηχτή, η κανονικότητα συνταξιδεύει.
Σκύβει το κεφάλι και μπλέκει το χέρι στα μαλλιά της. Προσπαθεί να κοιτά χωρίς να βλέπει, να περνά το βλέμμα από πρόσωπο σε πρόσωπο, από μορφή σε μορφή, επιθυμώντας να μη γίνει αντιληπτή.
Να κοιτά όχι σε αντιστοιχία με μια διαδρομή που μοιάζει με ταξίδι, αλλά σαν μια βαρετή βόλτα κατά τη διάρκεια μιας αναμονής.

Κυρίως όταν στο βαγόνι μπαίνει κάποιος πλανόδιος μουσικός ή κάποιος επαίτης.
Τότε, ο ηρωικός μας ήρωας προσπαθεί να κοιτάξει το κενό στα μάτια, να προσποιηθεί πως ασχολείται με το κινητό του, οτιδήποτε, αρκεί να μην έρθει σε επαφή με το βλέμμα του ανθρώπου που ζητά· οτιδήποτε, αρκεί να μη χρειαστεί να απολογηθεί για την άρνησή του, ώστε να μη χρειαστεί να δεχτεί πως μάλλον αδιαφορεί και πως έτσι είναι τα πράγματα.
Κάπως έτσι είναι τα πράγματα και η νύχτα είναι εδώ για να επιβεβαιώσει.

Σχεδόν άδειος σταθμός, ακόμα πιο άδειο βαγόνι.
Στέκει εκεί εκείνος, γεμάτος από την άδεια μέρα, κάθεται στο κέντρο της γαλαρίας του βαγονιού, κοιτώντας τον διάδρομο που διαπερνά το άδειο βαγόνι.
Το σκοτάδι τον εμποδίζει να δει το έξω. Και το βαγόνι είναι μουντό σαν όραση που ανακλήθηκε.
Κοιτάζει τη χελώνα αυτή που περπατά τον άδειο διάδρομο του βαγονιού.
Που περπατά και τον πλησιάζει, με αργό, σταθερό βήμα.
Απειλητική σαν λεπτομέρεια που του διέφυγε, σαν συνήθειο που ξαστόχησε.
Ακατανόητη στην παρουσία της, ακατανόητη και στις προθέσεις της.
Κάτι εκκωφαντικά αταίριαστο στο μικρό του μέγεθος, στο μεγάλο του ξάφνιασμα.
Το βαγόνι φτάνει στον σταθμό και εκείνος κοιτάζει τη χελώνα. Δίπλα, την ίδια ακριβώς στιγμή σταματά το τρένο της αντίθετης γραμμής.
Τραβάει για λίγο τα μάτια από το ασυνήθιστο θέαμα ώστε να κοιτάξει τα δίπλα βαγόνια στην τόσο προσωρινή τους συνόρευση.

Κοιτάζει πάλι κάτω, αλλά το μόνο που βλέπει είναι ένας άδειος διάδρομος.
Ξαφνιασμένος σηκώνει τα μάτια. Και έκπληκτος συνειδητοποιεί πως βρίσκεται στο απέναντι βαγόνι, σε μια αντίστροφη διαδρομή, τραβώντας όλο και πιο μακριά από τον προορισμό του.
Σηκώνεται ιδρωμένος, σε ένα άδειο βαγόνι που προχωρά σκυθρωπό μέσα στη νύχτα.
Δεν είμαι σίγουρος τι νόημα έχουν όλα αυτά, αλλά καμιά φορά έχεις την αίσθηση πως αρκεί μοναχά μια λεπτομέρεια.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δεν υπάρχουν σχόλια: