Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2016

Τα νόμπελ της υποκρισίας





Το να αρθρογραφείς κατά των κυρίαρχων μέσων ενημέρωσης, των κυρίαρχων καναλιών, των συντηρητικών εφημερίδων και του κίτρινου τύπου μοιάζει τα τελευταία χρόνια με μια άσκηση γραφής, με μια αυτονόητη επαλήθευση επιχειρημάτων από ήδη από προϋπάρχουσες καταφάσεις, με μια αυτάρεσκη περιπλάνηση στα χωράφια της καθολικής απαξίωσης. Αλλά ας περάσουμε σε μια γρήγορη περιδιάβαση στο πρόσφατο παρελθόν.

 Τα χρόνια της κρίσης (αλλά ήδη και πιο πριν κατά την περίοδο του φοιτητικού κινήματος ή των γεγονότων του Δεκέμβρη) ο τύπος απαξιώθηκε σε τέτοιο βαθμό σχεδόν απόλυτο. Η απότομη άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ και η τελική εκλογική του νίκη στις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015 έφεραν τα μέσα σε μία κατάσταση διαδοχικών παλινωδιών (ας θυμηθούμε π.χ. το κόκκινο εξώφυλλο των Νέων την επόμενη μέρα των εκλογών) και θολής στρατηγικής. Από την μία η σταθερή επιθετική γραμμή απέναντι στην αριστερά και η προάσπιση των συμφερόντων καναλαρχών και μεγαλοεκδοτών  και από την άλλη η φιλική νουθεσία και ο προσεταιρισμός της νέας κυβέρνησης. Υιοθετώντας τη λογική της αριστερής παρένθεσης και ταυτόχρονα φυλάγοντας τα νώτα τους για το ενδεχόμενο ενός καλού αποτελέσματος στις διαπραγματεύσεις. Όλα βέβαια άλλαξαν με τον ερχομό του δημοψηφίσματος, όταν τα μέσα ενημέρωσης άφησαν κάθε πρόσχημα στην άκρη και ακολούθησαν μια τακτική ευθείας επιβολής απόψεων (κοινώς  προπαγάνδας) εμφανιζόμενα με την μορφή που πια αδιαφορούν ακόμη και να κρύψουν: αυτή του πολιτικού οργανισμού.

Μετά τη δεύτερη εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ η στάση των μέσων περιορίστηκε στην επανέναρξη του προσεταιρισμού σε μια προσπάθεια να απολυμανθεί ο ΣΥΡΙΖΑ από οποιαδήποτε αριστερή πρακτική, τόσο σε επίπεδο προσώπων όσο και σε επίπεδο πολιτικών επιλογών (πρακτική που σε περιπτώσεις ευνόησε και ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ είτε από απροθυμία να υποστηρίξει συγκεκριμένα πρόσωπα, είτε από ατολμία να συγκρουστεί με συγκεκριμένες ομάδες ή ιδεολογήματα). Όλη αυτή η παλινωδία θα λήξει με την άνοδο του Κυριάκου Μητσοτάκη στην ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας. Η προοπτική και ο στόχος είναι πλέον ξεκάθαροι, κάθε μέσο νόμιμο και τα μέσα βρήκαν και πάλι τον χαρακτήρα που όλοι αγαπήσαμε σε αυτά: την βεβαιότητα, την επιθετικότητα, την συκοφαντία και τη διγλωσσία ως απόλυτο συντακτικό και αλάνθαστη ορθογραφία της γλώσσας τους.

Ίσως όλα αυτά να ήταν αρκετά για να παραμείνουν τα μέσα απαξιωμένα σε βαθμό τέτοιο που ακόμα και η αναφορά σε αυτά να ταυτιζόταν με χάσιμο χρόνου. Η απόσταση ανάμεσα στην ενημέρωση σε σχέση με τις πολιτικές εξελίξεις και στην διαμόρφωσή τους ισούται με ένα χάσμα τέτοιο ώστε να χαθεί μέσα του κάθε πρόταση με αξιώσεις έστω κριτικής ή απαξίωσης. 

Αν κάποιος νοιώθει απαξία απέναντι στην στάση των μέσων αυτών για τον τρόπο που αντιμετώπισαν έως τώρα το κεντρικό πολιτικό σκηνικό νομίζω ταυτόχρονα θα έπρεπε να νοιώθει και αηδία για τη στάση τους απέναντι σε άλλα θέματα. Είναι ας πούμε εντυπωσιακή η υποκρισία με την οποία προσεγγίζεται το προσφυγικό θέμα. Από την μία ειδήσεις για τρομοκράτες, πλημύρες μεταναστών και έξαρση της εγκληματικότητας και από την άλλη καμπάνιες ώστε να διαδοθεί η εκστρατεία για την απονομή του βραβείου Νόμπελ ειρήνης σε κατοίκους των νησιών. Από την μία η διαμόρφωση ενός πλαισίου ξενοφοβικού και συχνά ρατσιστικού όπου κάθε είδους αγανάκτηση νομιμοποιείται και κάθε ξένος είναι επίφοβος και από την άλλη γκλάμορους εκστρατείες για την βράβευση των ακριβώς αντίθετων συμπεριφορών. Είναι εύκολο κανείς να αντιληφθεί το πώς η ανέξοδη ευαισθησία και ο φτηνός συναισθηματισμός που ακολουθεί το κάθε αφιέρωμα στο δράμα των προσφύγων είναι φτιαγμένος από τα ίσια σάπια υλικά με τα οποία έχει κατασκευαστεί ο καθημερινός ρατσισμός και η ξενοφοβία ως αυτονόητη χειρονομία. Κάθε θέμα εντάσσεται ως θέαμα προς χρήση και ο χθεσινός ρατσιστής είναι ο φιλόστοργος υπερασπιστής των ελλήνων νησιωτών. Έτσι το Πρώτο Θέμα π.χ. που παλαιότερα και σε εβδομαδιαία βάση έκανε λόγο για ‘’ανθρώπινα απόβλητα’’, εξυμνούσε εμέσως την Χρυσή Αυγή ή μας έδινε οδηγίες για το πώς να αναγνωρίσουμε έναν τζιχαντιστή στον δρόμο με βάση το σημάδι στο κούτελό του, σήμερα μας καλεί να συμμετέχουμε ώστε να ‘’ να αναγνωριστεί ο αγώνας των Ελλήνων νησιωτών’’. 

Η υποκρισία των ΜΜΕ δεν είναι βέβαια κάτι το οποίο σπανίζει στον λόγο τους. Ας δούμε για παράδειγμα τον τρόπο με τον οποίο τα δακρύβρεχτα άρθρα που ανέκραζαν ‘’Je suis Charlie’’ και μιλούσαν για ελευθερία της έκφρασης έγιναν μέσα σε μια νύχτα αιτήματα για επιβολή λογοκρισίας στην περίπτωση του Εθνικού Θεάτρου. Η υπόθεση με την καμπάνια για το Νόμπελ θυμίζει σε μεγάλο βαθμό μια άλλη κομβική υπόθεση στους σκοπούς και στις προθέσεις των φορέων του συγκεκριμένου λόγου: Αυτή του αντιφασισμού την επαύριο της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα. Με τον ίδιο τρόπο που όσοι εξέθρεψαν τον φασισμό με τα κείμενα, τα δελτία και τις εκπομπές τους ζήτησαν να ξεπλύνουν τον πρότερο βίο τους σε μια αντιφασιστική κραυγή, έτσι και τώρα όσοι διένειμαν απλόχερα την ξενοφοβία αναζητούν ένα καθαρό πρόσωπο πίσω από φως ενός βραβείου.
Και στις δύο περιπτώσεις η επιφανειακότητα και ο καιροσκοπισμός έρχονται σε αντίθεση με τη συλλογική μνήμη. Και όμως η μνήμη είναι σκληρή για να σβήσει με ψεύτικα συνθήματα και πλαστικές φιέστες.

(στην εφημερίδα Εποχή)



Δεν υπάρχουν σχόλια: