Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2014

Το δέρμα του καλοκαιριού




(…)
Γιατί μονάχα εσύ θα μ’ άκουσες
να σε φωνάζω από τις σκληρές ακτές του μέλλοντος
με την κραυγή σπασμένη εντός μου
μονάχα εσύ θα μ’ ένιωσες
να ‘ρχομαι και να ψηλαφώ το ρίγος σου, αγέρας στις κουρτίνες
να θέλω να μαζέψω από παντού τη μυστική ανταύγεια του κορμιού σου…
Δίψασα για ήμερο νερό καταμεσί στην τυραννία της λάμψης
με κατατρώει το φως, με διαπερνούν ανεξιχνίαστα ρίγη -αχ,
λίγο πονετικό σκοτάδι, αυτό που μένει
ανάμεσα απ’ τα δάχτυλα και το κορμί την ώρα του χαδιού
(…)
(Βύρων Λεοντάρης, από τη συλλογή Ανασύνδεση)



Στέκει εκεί με τα χείλη της ειπωμένα, τα μαλλιά λυτά και τον χρόνο της χειροποίητο, στο τραπέζι εκεί, ανάμεσα σε παραγγελίες, αχανή ποτήρια και βιαστικά τσιγάρα, ενώ τα καλοκαίρια περνούν μέσα απ’ τους καπνούς να συναντήσουνε το καλοκαίρι, χειρονομώντας ακίνητη μια μέσα χειραψία.  Και πιο πέρα η θάλασσα που όταν δεν σε μαθαίνει ματαιότητα σε μαθαίνει ομορφιά, ένα κορίτσι να μαζεύει από την παραλία όλα τα αφημένα βήματα, μια γριά να ξεδιαλέγει τους ίσκιους από τα σκοτάδια. Ξαπλώστρες που ενώ ο ήλιος πέφτει ξεκουράζουν για λίγο τον χυδαίο ημερήσιο εαυτό τους, ομπρέλες ακλόνητες σαν ξεθεωμένες στήσεις και κάπου στο βάθος ο αχός από μια κονσέρβα διασκέδαση να φτύνει ξόδεμα, σφηνάκια, λόξιγκα. Και έτσι προχωρά, σαν όρθια παρένθεση στο κανονικό, ενώ η ζέστη τυλίγεται πάνω της χωρίς παύση, όμοια με πουκάμισο Κενταύρου στην εξαντλητική επιμονή της, ενώ η ζωή τυλίγεται πάνω της, ήρεμα σαν αναρριχητική σιωπή. Τώρα η βοή της νύχτας που πλησιάζει γυρεύει να διώξει από πάνω της όλο το αλάτι, να το σπείρει σε άσκοπες νυχτωμένες βόλτες, παραθαλάσσιες παύσεις και ντόπια πανηγύρια που αναβλήθηκαν για χθες.

Κυνηγημένη από γάτες, σερσέγκια και ωράρια πλοίων, ακροβατεί στο πίσω μέρος του ύπνου σου, ειπωμένη, λυτή και χειροποίητη. Προστακτική όπως η πτώση, αναγκαία όπως η άρση μετά την πτώση. Είναι η ώρα αυτή που ο ορίζοντας παίζει με τα χρώματά του, μπερδεύοντας χωρίς επιστροφή, θάλασσες και ουρανούς ( να προσέχεις τα μακροβούτια σου την ώρα τούτη. Ίσως βρεθείς να ψάχνεις χταπόδια στα σύννεφα).

Είναι αργά, πολύ αργά. Οι δρόμοι αδειάζουν, τα παγκάκια απομακρύνονται το ένα από το άλλο, ένας στίχος πετά για λίγο έξω από τα νερά, λαμπυρίζοντας για λίγο το φεγγάρι, προτού βουτήξει πάλι μέσα (του Λόρκα ήτανε νομίζω: Αλλά μαθεύτηκε πως το έκτο φεγγάρι έφυγε προς τις πηγές του χειμάρρου/ και πως η θάλασσα θυμήθηκε –ξαφνικά!-/ τα ονόματα όλων των πνιγμένων). Και κείνη στέκει εκεί, ανάμεσα σε ονόματα μαγαζιών, παρέες περαστικές και φωνές μπλεγμένες στον αέρα. Ένας στίχος πετά για λίγο έξω απ’ το φεγγάρι, λαμπυρίζοντας για λίγο τα νερά, προτού βουτήξει πάλι μέσα (Αγνώστου πατρός: Γιατί τώρα το ξέρω/ πως η ζωή είναι μια σκηνή φτιαγμένη στα μέτρα σου/-δυο σπιθαμές θαύμα σου λέω-/Δυο σπιθαμές αρκετές/ Να τις ταξιδεύεις μια ζωή).
 Στέκει εκεί, ακλόνητη και ακαριαία, τόσο πολύ ο εαυτός της που παύει να είναι ο εαυτός της. Γίνεται η παύση, η στιγμή, ο χρόνος. Για λίγο όμως.

Ξάφνου η ιδιοκτήτρια του δίπλα μαγαζιού πετά ένα κουβά με απόνερα στη θάλασσα, ελάχιστα μέτρα πιο κει,  γεμίζοντας με λερές μπουρμπουλήθρες την ησυχία της νύχτας. Κραδαίνει πάνω από το κεφάλι της ένα: ‘’Ωραίο το νησί μας ε;’’, χαμογελώντας με περηφάνεια, ένα κάτι που μοιάζει με ευγένεια.

Οι κλεψύδρες του καλοκαιριού είναι γεμάτες με την πιο ψιλή άμμο. Ξέρεις, αυτή που όσο και αν προσπαθήσεις δεν φεύγει από πάνω σου με τίποτα. Ό, τι λοιπόν και αν κάνουμε είναι μάταιο. Γυρνάμε πάντα πίσω με τον χρόνο του καλοκαιριού λαθρεπιβάτη μας. Κρυμμένο στις αποσκευές, στα ρούχα και στα σώματά μας. Αν τον τινάξεις σπίτι σου θα κρυφτεί στα έπιπλά, στην μέρα σου, στον ύπνο. Ο χρόνος αυτός που είναι πιο επίμονος και από τη ζέστη. Άλλωστε το καλοκαίρι δεν υπήρξε ποτέ υπόθεση θερμοκρασίας, θερμομέτρων, υδραργύρου. Ήτανε πάντοτε, υπόθεση αμετάκλητη, της μέσα στάθμης.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)


Δεν υπάρχουν σχόλια: