Σάββατο, 21 Ιουνίου 2014

Το βιβλίο και οι δρόμοι





Το κείμενο απλώνει στη ρυμοτομία της ευθείας. Γραμμές πάνω σε άλλες γραμμές, γραμμές πίσω από άλλες γραμμές. Οι δρόμοι των σελίδων εξυπηρετούν την διάβαση του νοήματος. Από πάνω προς τα κάτω και ξανά η ίδια εκτέλεση, μηχανική, αντανακλαστική, κλειδωμένη. Η γεωμετρία της ευθείας, λειτουργική, περνά απαρατήρητη στην ανάγνωση. Τα τυπωμένα αρχιτεκτονήματα προσφέρουν πάντα το ίδιο σχήμα. Το βλέμμα δεν σκοντάφτει ποτέ. Δύσκολα χάνεσαι σε μια σελίδα. 

Σηκώνεις τα μάτια. Κι εκεί που τελειώνει η σελίδα, αρχίζουν οι δρόμοι της πόλης. Κουλουριασμένοι, τυχαίοι σαν περιπλάνηση, κουβάρι διέλευσης, φλύαροι και ανοικονόμητοι. Δεσμοί σαν απρόσμενες συναντήσεις, χωρίς σχέδιο, χωρίς πυξίδα. Κοιτάζεις την πόλη από ψηλά. Γραμμένη από τρεμάμενο χέρι, γραμμένη σαν ατύχημα και σαν μουτζούρα, δεν δείχνει, δεν κατευθύνει. Οι οδοδείχτες ιδροκοπούν διευκρινίζοντας, τα φανάρια προσπαθούν να μοιράσουν μα άσχετα απ’ τον σκοπό της, η διέλευσή μας πάντα θα παραμένει τυχαία. Εδώ θα απλωθεί και απόψε ο χάρτης του πλήθους. 

Κι όμως ακόμα και μέσα στο στατικό του χάος, το σχήμα της πόλης παραμένει πιο κοντά στο σχήμα της τύχης, του βιώματος, της ζωής. Δεν επιβάλει μια και μόνο ανάγνωση, μοιάζει ικανό να σε εκπλήξει όσο και να σε αφυδατώσει από την μονοτονία. Χωρίς σελιδοδείκτες και τσακίσματα στις γωνίες, οι σελίδες της πόλης διαδέχονται η μία την άλλη τυχαία. Ιστορίες αρχίζουν εκεί που άλλες ιστορίες τελειώνουν, προτάσεις παύουν στη μέση άλλων προτάσεων, ή σταματούν τυχαία πριν διατυπώσουν. Άλλες συμπυκνώνουν στη συντομία, άλλες φλυαρούν ακατάπαυστα και άλλες εκκρεμούν ανάμεσα στον ψίθυρο και τον λόξιγκά. Ακόμα και τα πιο τυφλά μας δάχτυλα, ακατάπαυστα φυλλομετρούνε την πόλη. Το βιβλίο αναζητάει χώρο στα πιο πυκνοκατοικημένα μας ράφια.   


Να διαβάζεις στους δρόμους. Να διαβάζεις σε πεζούλια, παγκάκια και πάρκα.  Εκεί που το κείμενο αναπνέει μακριά από τα θερμοκήπια της μόνωσης. Εκεί που οι λέξεις μπλέκουν με τις μορφές, η ποίηση των στίχων με το πεζό των πεζοδρομίων, εκεί που οι εικόνες μπλέκουν με τις εικόνες. Να διαβάζεις στο μετρό, τα τρόλεϊ, στα λεωφορεία. Να αφήνεις τον συνειρμό να τρέχει γρηγορότερα απ’ τον συρμό. Να αφήνεις τις προτάσεις να ορθώνονται παράλληλες στα κτήρια της πόλης, να διεκδικούν κατοίκους και υπηρεσίες. Άσε τον ρυθμό της πόλης να χυθεί στις σελίδες, να επιβληθεί στο κείμενο. Μια ανάγνωση διακεκομμένη, γεμάτη επαναλήψεις, τυχαίες υπογραμμίσεις, απρόσμενες επιταχύνσεις και στάσεις ακαριαίες. Σταματώντας και ξαναρχίζοντας, ξεκινώντας από την ήδη περπατημένη πρόταση, διεκδικώντας πρόχειρη ξεκούραση στις πιο αναπαυτικές λέξεις, αγκομαχώντας ένα ιδρωμένο βλέμμα κοντά στον τερματισμό του βιβλίου.  

Γιατί η ανάγνωση στο δημόσιο χώρο είναι συνομιλία. Συνομιλία με τα βουβά κεφάλια του λεωφορείου, με το πλήθος που πηγαινοέρχεται, με την κοπέλα στο απέναντι τραπέζι. Οι ταμπέλες, οι διαφημίσεις και τα συνθήματα συνορεύουν τις φράσεις σου.  Οι ήρωες του βιβλίου συγκατοικούν με τους περαστικούς, τα τοπία τις όρασης με τις περιγραφές της ανάγνωσης, η πλοκή κι ο ειρμός με το τυχαίο. Τα γεγονότα στις δυο επιφάνειες, ανταλλάσσουν ποσότητες συνταρακτικού και κοινότοπου σε αυτή τους τη συγκατοίκηση, με τρόπο τέτοιο που όλα συχνά μοιάζουν αξεδιάλυτα. Στο μωσαϊκό που περιδιαβαίνει το βλέμμα, οι άνθρωποι αποκτούν λογοτεχνικότητα και οι τυπωμένες λέξεις ανθρωπίλα. Μέσα από την ανταλλαγή, το στρίμωγμα, τη συγκατοίκηση η αφήγηση γίνεται μία.

Ας διαβάσουμε την λογοτεχνία της κακοκαιρίας μακριά από τα υπόστεγα. Άσε τη βροχή να πέσει στη λακκούβα του ανοιχτού βιβλίου. Να ξεπλύνει το χαρτί από λέξεις, προτάσεις, νοήματα. Και άρχισε να διαβάζεις το λευκό. Όχι ως απουσία, αλλά ως χώρο που ζητά επιτακτικά να τον καλύψεις. Άσε το λευκό να σου πει τα δικά του συμπεράσματα, τα δικά του νοήματα, τη δική του ιστορία. Μια ιστορία παλιά. Παλιά  όσο και ο ορίζοντας, που απλώνεται τώρα λίγο πάνω απ’ το βιβλίο σου.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δεν υπάρχουν σχόλια: