Σάββατο 14 Ιουνίου 2014

Όμορφοι, άθλιοι καιροί







Και όμως πρέπει να λογαριάσουμε πώς προχωρούμε. Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε κατά πού προχωρούμε. Μέσα στη χλωρίδα και την πανίδα των ημερών, μέσα από το ρήγμα της κρίσης, περιστρεφόμενοι τη ζαλάδα του ξαφνιασμένου (για πόσο ακόμη;). Δερβίσηδες της αμηχανίας στα εδάφη των πιο κακοτράχαλων εποχών. Και η διάθεση να περιφέρεται μαγκωμένη, πλωτό  εκκρεμές ανάμεσα σε συμπληγάδες.

 Από τη μία, η έκθεση των πιο προσβλητικών ευχολογίων, οι ιστορίες επιτυχίας και τα ‘’το μνημόνιο είναι ευλογία για τον τόπο’’, το ξερίζωμα ως μεταρρύθμιση και εκσυγχρονισμός, η κατασκευή ενός μη-τόπου με καρφιτσωμένο στο μέτωπο ένα μονίμως θετικό πρόσημο. Ένα παραπλανητικό αρχιτεκτόνημα από πρωτοσέλιδα, τηλεοπτικά ρεπορτάζ και ανέξοδα παραπλανητικά σχόλια, ένα χαμόγελο σταθερό τόσο ώστε να παραμορφώνει τα χαρακτηριστικά του προσώπου κάπου ανάμεσα στη βλακεία και το θράσος. Ο πρώτος βράχος ζητά από τη διάθεση μια υπομονή στα όρια της απάθειας, μια ενοχή μέχρι την αυτοκατάργηση και μια υπόκλιση στα όρια του γονατίσματος. 

Και από την άλλη ο βράχος της φυσικής ροπής. Της τάσης προς την μελαγχολία, την παραίτηση, την απόγνωση. Της φυσικής (στα όρια πια του αντανακλαστικού) αντίδρασης απέναντι σε όσα συμβαίνουν γύρω σου, στις στατιστικές της απώλειας, στις εικόνες της καταστροφής, στο βίωμα της διάλυσης. Με το αρνητικό για μετρονόμο στον ρυθμό της ήττας.

Βρεθήκαμε εδώ που βρεθήκαμε, με αθώους και ενόχους, εγκλήματα και εγκληματίες, αιτίες και αφορμές, πτώσεις και εκπτώσεις. Σημασία έχει τώρα πώς προχωρούμε. Και προς τα πού; Είναι επιθυμητή η επιστροφή στην προηγούμενη κατάσταση; Στον κανόνα του μείγματος αφελούς αισιοδοξίας- κυνικού ατομισμού- κατασκευής και εκπλήρωσης των πιο μάταιων επιθυμιών; Στην μακαριότητα της αποβλάκωσης και στο μέτρο της υπερβολής; Ας απαντήσουμε για μια φορά αρνητικά και με τρόπο απόλυτο. Ας λογαριάσουμε τι χάθηκε σε ό,τι προσπαθήσαμε να βιώσουμε ως νίκη. Ας εφεύρουμε μια νέα διάθεση και μια νέα τροχιά που μας απομακρύνει από τις συμπληγάδες. Και ταυτόχρονα ας μην ξεχάσουμε να κοιτάξουμε πίσω με οργή.

Η πορεία μας από το πλαδαρό παρελθόν στο αιχμηρό παρόν μας, μας έφερε στη θερμοκρασία βρασμού των βεβαιοτήτων. Μα η βεβαιότητα πληγώνει όταν στην αφαιρούν όχι όταν προσπαθείς να την κατασκευάσεις από την αρχή. Είτε το θέλουμε είτε όχι, είμαστε πια εκτεθειμένοι στο καινούριο.  Το τι μορφή θα πάρει εξαρτάται αποκλειστικά από εμάς. Αφού λοιπόν δεν έχουμε άλλα περιθώρια και αφού η αβεβαιότητα κατέληξε να είναι η μόνη βεβαιότητά μας, ας γιορτάσουμε αυτή την πορεία στο αβέβαιο, ως ένα ενδεχόμενο έξω από τις παρενθέσεις και κόντρα στην παύση των περασμένων εποχών, ως μια πιθανότητα κόντρα σε άλλες πιθανότητες. Άλλωστε όπως λέει και ο ποιητής: ‘’ από το ελάχιστο φτάνεις πιο σύντομα οπουδήποτε. Μόνο που’ ναι πιο δύσκολο.’’

Οι δύσκολες εποχές, οι εποχές του αγκομαχητού και της ταχυκαρδίας κρύβουνε μέσα τους και την αυτοκατάργησή τους. Θέλω να πω –και ας μην ακουστεί  αφ’ υψηλού- πως πέρα από τη δυσκολία και τις πληγές του, ο χρόνος μας κουβαλά και κάτι το συναρπαστικό. Μια ταυτόχρονη κίνηση παλιών στοιχείων, μια ανακατάταξη των μορφών και των αφηγήσεων, μια επαναδιαπραγμάτευση της αφετηρίας και του τέρματος, αρκετή ώστε να περιγράψει τον χρόνο ως ιστορία. Και δεν είναι λίγες οι στιγμές τα τελευταία χρόνια που τα γεγονότα βιώθηκαν με τη σημασία της ιστορίας. Ζούμε σε άθλιους και ταυτόχρονα όμορφους καιρούς, με την ομορφιά τους να προκύπτει ακριβώς λόγω της αθλιότητας τους ως κάτι το αναγκαίο.

Ας ζήσουμε την ιστορία ως έγκαυμα του χρόνου, ακονίζοντας το αύριο προς άγνωστη –προς το παρόν- χρήση. Ας αναζητήσουμε τον τόπο ανάμεσα στην κοινοτοπία και την ουτοπία και ας επανεφεύρουμε τους ξεχασμένους πληθυντικούς. Τις παράλληλες ευθείες που τέμνονται άξαφνα και ύστερα τραβούν το δρόμο τους. Αφήνοντας πάντα πίσω το σημάδι της τροχιάς τους. Έτσι αυλακώνει η ζωή. Άλλοτε σαν μουτζούρα και άλλοτε σαν καλλιγραφία.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)







Δεν υπάρχουν σχόλια: