Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2013

Παύ­λος Μά­τε­σις, 1933-2013 Σε ση­μείο α­πά­νε­μο α­πό χει­ρο­κρό­τη­μα



Ο Παύλος Μάτεσις, μια ξεχωριστή περίπτωση σύνθετου και πολυσχιδούς δημιουργού, έφυγε από τη ζωή στα 80 του χρόνια στις 20 Ιανουαρίου. Γεννημένος στο χωριό Δίβρη της Πελοποννήσου έζησε μέχρι τα 19 του σε διάφορες επαρχιακές πόλεις. Σπούδασε υποκριτική στη Δραματική Σχολή Βαχλιώτη καθώς και μουσική και ξένες γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά). Αρχικά δούλεψε ως τραπεζικός υπάλληλος για να παρατήσει την εργασία του ξαφνικά μία μέρα (με τη φυσικότητα της αυτονόητης απόφασης, όπως ο ίδιος περιγράφει), ώστε να αφοσιωθεί αποκλειστικά στο θέατρο και τη λογοτεχνία.

Αρχι­κά θα ε­μ­φα­νι­στεί στο θέ­α­τρο ως η­θο­ποιός, ε­νώ στη συ­νέ­χεια θα δι­δά­ξει υ­πο­κρι­τι­κή στη Σχο­λή Σταυ­ρά­κου και θα δια­τε­λέ­σει βο­η­θός δρα­μα­του­ρ­γός στο Εθνι­κό Θέ­α­τρο. Επί­σης, θα γρά­ψει και θα σκη­νο­θε­τή­σει δύο τη­λε­ο­πτι­κές σει­ρές που παί­χτη­καν στην ΥΕ­ΝΕΔ (1974-76) κα­θώς και κεί­με­να για Floor Show. Η πρώ­τη του ε­μ­φά­νι­ση στο θέ­α­τρο α­πό τη θέ­ση του συ­γ­γρα­φέα θα έ­ρ­θει το 1964 με το μο­νό­πρα­κτο «Ο στα­θ­μός», το ο­ποίο δια­κρί­θη­κε στο δια­γω­νι­σμού του θιά­σου «Δω­δέ­κα­τη Αυ­λαία». Θα α­κο­λου­θή­σει η «Η τε­λε­τή», (Κρα­τι­κό Βρα­βείο Θεά­τρου το 1966), η ο­ποία πα­ρα­στά­θη­κε α­πό το Θέ­α­τρο Νέ­ας Ιω­νίας του Γιώ­ρ­γου Μι­χα­η­λί­δη την ε­πό­με­νη χρο­νιά, και δύο χρό­νια α­ρ­γό­τε­ρα α­πό το Εθνι­κό Θέ­α­τρο. Με το «Φά­ντα­σμα του κυ­ρίου Ρα­μόν Νο­βά­ρο», η γρα­φή του Μά­τε­σι θα έ­ρ­θει πιο κο­ντά στο θέ­α­τρο του πα­ρα­λό­γου και τη γρα­φή του Σά­μουελ Μπέ­κετ και του Ευ­γέ­νιου Ιο­νέ­σκο. Με το θε­α­τρι­κό έ­ρ­γο «Προς Ελευ­σί­να», θα ε­πι­χει­ρή­σει μια πα­ρά­λ­λη­λη συ­νο­μι­λία, τό­σο με τον μο­ντε­ρ­νι­σμό του α­με­ρι­κά­νι­κου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος (και κυ­ρίως με το «Κα­θώς ψυ­χο­ρ­ρα­γώ» του Γουί­λιαμ Φό­κνε­ρ, στο ο­ποίο βα­σί­ζε­ται το έ­ρ­γο) ό­σο και με την ε­λ­λη­νι­κή πα­ρά­δο­ση, το δη­μο­τι­κό τρα­γού­δι, τα ή­θη και τα έ­θι­μα φτά­νο­ντας μέ­χρι την τρα­γω­δία συ­ν­θέ­το­ντας έ­να το­πίο θα­νά­του. Η θε­α­τρι­κή του γρα­φή θα φτά­σει στο α­πο­κο­ρύ­φω­μά της με το έ­ρ­γο «Πε­ρι­ποιη­τής φυ­τών». Το πα­ρά­λο­γο, ο λυ­ρι­σμός της φθα­ρ­μέ­νης γλώ­σ­σας, τα α­διέ­ξο­δα και η μό­νι­μη πα­ρου­σία του θα­νά­του θα πα­ρου­σια­στούν με πρω­τό­γνω­ρη έ­ντα­ση σε μια α­πό τις ση­μα­ντι­κό­τε­ρες στι­γ­μές της ε­λ­λη­νι­κής δρα­μα­του­ρ­γίας.

Επα­να­δια­τυ­πώ­ντας
τον ε­αυ­τό α­πό την α­ρ­χή

Το 1987, ο Μά­τε­σις θα κά­νει την πρώ­τη του ε­μ­φά­νι­ση στην πε­ζο­γρα­φία με τη νου­βέ­λα «Αφρο­δί­τη». Το έ­ρ­γο, ό­μως, που θα τον κα­θιε­ρώ­σει εί­ναι η «Μη­τέ­ρα του σκύ­λου», το 1990. Το βι­βλίο α­πο­τε­λεί την ι­στο­ρία της Ρα­ρα­ούς σε μια ε­λ­λη­νι­κή κοι­νω­νία η ο­ποία βγαί­νει α­πό την κα­το­χή, με τις πλη­γές, τις ή­τ­τες και τα ε­γκλή­μα­τά της. Η Ρα­ρα­ού, τα­πει­νω­μέ­νη, ψυ­χω­τι­κή και α­πο­κλει­σμέ­νη θα α­πο­δει­χτεί τε­λι­κά α­θώα σε μια δια­δι­κα­σία ταυ­τό­χρο­νης σκία­σης και α­πο­κά­λυ­ψης μέ­σα α­πό τη γλώ­σ­σα. Ο Μά­τε­σις θα δια­χει­ρι­στεί την α­φη­γη­μα­τι­κή κλη­ρο­νο­μιά του Κώ­στα Τα­χτσή, σε έ­ναν πρω­το­πρό­σω­πο ε­ξο­μο­λο­γη­τι­κό τό­νο τον ο­ποίο θα ε­μπλου­τί­σει με στοι­χεία του μο­ντε­ρ­νι­σμού και του φα­ντα­στι­κού, χω­ρίς να φτά­νει σε πει­ρα­μα­τι­κές α­κρο­βα­σίες, ε­στιά­ζο­ντας πά­ντα στο α­ν­θρώ­πι­νο των η­ρώων και το βά­ρος του βιώ­μα­τος. «Η μη­τέ­ρα του σκύ­λου» θα με­τα­φρα­στεί σε πο­λ­λές ξέ­νες γλώ­σ­σες α­πο­σπώ­ντας δι­θυ­ρα­μ­βι­κές κρι­τι­κές και θα συ­μπε­ρι­λη­φθεί στη λί­στα του α­γ­γλι­κού ε­κ­δο­τι­κού οί­κου Quintet Publishing «1001 βι­βλία της πα­γκό­σμιας λο­γο­τε­χνίας που πρέ­πει να έ­χει δια­βά­σει κά­ποιος μέ­χρι το τέ­λος της ζωής του».
Το ί­διο ύ­φος και η ί­δια προ­βλη­μα­τι­κή θα συ­νε­χι­στούν με τη συ­λ­λο­γή διη­γη­μά­των του «Ύλη δά­σους» α­λ­λά και το μυ­θι­στό­ρη­μα «Ο πα­λαιός των Ημε­ρών», το ο­ποίο θα α­κο­λου­θή­σει την ί­δια δια­δρο­μή με την «Μη­τέ­ρα του Σκύ­λου». θα α­κο­λου­θή­σουν τα μυ­θι­στό­ρη­μά «Πά­ντα κα­λά» (το ο­ποίο ο συ­γ­γρα­φέ­ας χα­ρα­κτή­ρι­σε αι­σθη­μα­τι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα), «Σκο­τει­νός ο­δη­γός», «Μύ­ρ­τος», «Αλδε­βα­ράν» και το τε­λευ­ταίο του έ­ρ­γο «Graffito», έ­να έ­ρ­γο που α­πο­τυ­πώ­νει τη ρευ­στό­τη­τα των η­με­ρών της κρί­σης, δια­τυ­πώ­νο­ντας ε­ρω­τή­μα­τα και υ­πο­θέ­σεις σε μια κοι­νω­νία που προ­σπα­θεί να α­πο­τι­νά­ξει τη Νέ­με­ση του και­ρού και να ε­πα­να­δια­τυ­πώ­σει τον ε­αυ­τό της α­πό την α­ρ­χή.

Στη δια­δι­κα­σία της φλό­γας

Ο Μά­τε­σις θα ξε­χω­ρί­σει ε­πί­σης ως με­τα­φρα­στής με­τα­φέ­ρο­ντας στην ε­λ­λη­νι­κή γλώ­σ­σα μια με­γά­λη σει­ρά α­πό κλα­σι­κά και σύ­γ­χρο­να έ­ρ­γα του θεά­τρου και του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Στις με­τα­φρά­σεις του πε­ρι­λα­μ­βά­νο­νται έ­ρ­γα του Σέ­ξ­πι­ρ, του Μπεν Τζό­ν­σον, του Αρι­στο­φά­νη, του Μο­λιέ­ρου, του Ίψεν, του Μπο­μα­ρ­σέ, του Βι­τρά­κ, του Αρτό, του Πί­ντε­ρ, του Μά­με­τ, του Σέ­πα­ρ­ντ, του Αρα­μπά­λ, του Φό­κνερ και του Όρτον.
«Το έ­ρ­γο του κα­θε­νός εί­ναι το ό­χη­μα και ο συ­γ­γρα­φέ­ας εί­ναι η βε­ν­ζί­νη του ο­χή­μα­τος. Για να κι­νη­θεί το ό­χη­μα πρέ­πει να κα­εί η βε­ν­ζί­νη» θα δη­λώ­σει ο συ­γ­γρα­φέ­ας. Στη δια­δι­κα­σία της φλό­γας ο Παύ­λος Μά­τε­σις θα μι­λή­σει ά­λ­λο­τε με ει­ρω­νεία και ά­λ­λο­τε με σκλη­ρό­τη­τα πα­ρα­μέ­νο­ντας, ό­μως, αυ­στη­ρά τρυ­φε­ρός α­πέ­να­ντι στους ή­ρωες του. Η τα­πεί­νω­ση, η σιω­πή και το τραύ­μα θα α­πο­τυ­πω­θούν σε έ­ναν με­τεω­ρι­σμό α­νά­με­σα στο ρε­α­λι­σμό και το μο­ντε­ρ­νι­σμό. Στοι­χεία ό­πως το πα­ρά­λο­γο, το φα­ντα­στι­κό και η δια­κει­με­νι­κό­τη­τα, θα χρη­σι­μο­ποιη­θούν ως βυ­θο­μέ­τρη­ση στα μέ­σα της α­ν­θρώ­πι­νης ύ­λης, χω­ρίς να θο­λώ­νουν την κα­θα­ρό­τη­τα της έ­κ­φρα­σης.
Τα έ­ρ­γα του Παύ­λου Μά­τε­σι ο­ρ­φα­νά πια α­πό τον δη­μιου­ρ­γό τους, συ­νε­χί­ζουν την πο­ρεία τους μέ­σα στην ε­λ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία α­να­ζη­τώ­ντας τη θέ­ση τους στην ι­στο­ρία. Σε έ­να ση­μείο μα­κριά α­πό τις ε­πι­τυ­χίες των δια­κρί­σεων, των βρα­βείων και των με­τα­φρά­σεων, σε έ­να ση­μείο α­πά­νε­μο α­πό χει­ρο­κρό­τη­μα, η ση­μα­σία και το μέ­γε­θος των έ­ρ­γων του Παύ­λου Μά­τε­σι διε­κ­δι­κεί το βά­ρος της σε μο­λύ­βι.


(Στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2013

Από τη νέα δεξιά ταυτότητα στον αντιδιανοουμενισμό

Τίποτα δεν παραμένει σταθερό μέσα στην κρίση. Η κοινωνία αλλάζει μέσα από μια διαδικασία πολλαπλής πίεσης και κατάρρευσης. Επαναδιατυπώνει βεβαιότητες προσθέτει και αφαιρεί βιαστικά σε ό,τι κάποτε υπήρξε. Τα κόμματα και οι πολιτικοί χώροι δεν θα μπορούσαν να μείνουν ανεπηρέαστοι από αυτή τη διαδικασία. Σε μια παράλληλη κίνηση η ταυτότητα τους μεταλλάσσεται πατώντας στο πρόσφατο παρελθόν, αντλώντας από τα βάθη της ιστορικής τους προέλευσης, αντιδρώντας σε όποιο διακύβευμα του παρόντος. Η κρίση θέτει ερωτήματα με τρόπο απόλυτα επιτακτικό. Κάθε απάντηση απέναντι σε αυτά τα ερωτήματα αποτελεί μια ογκώδη ψηφίδα ώστε να φανερωθεί το νέο πρόσωπο των πολιτικών χώρων μέσα στην κρίση.
Η πολιτική μετάλλαξη της Νέας Δημοκρατίας ξεκίνησε από την εκλογή Σαμαρά και, πιο συγκεκριμένα, από τον τρόπο με τον οποίο αυτός εκλέχθηκε από τα σπλάχνα του πολιτικού χώρου της δεξιάς. Στη συνέχεια, η κίνηση του κόμματος από την καραμανλική κεντροδεξιά στην καθαρή δεξιά στελεχώθηκε από μέλη του εθνικιστικού Δικτύου 21 σε θέσεις συμβούλων και στη συνέχεια από μεταγραφές κεντρικών προσώπων του ΛΑΟΣ. Ταυτόχρονα με την μνημονιακή πολιτική, η πρόσφατη πολιτική της Νέας Δημοκρατίας άφησε το ακροδεξιό της στίγμα σε περιπτώσεις όπως η στάση της απέναντι στους μετανάστες, η ακραία καταστολή και η επίθεσή στους διάφορους κοινωνικούς χώρους και καταλήψεις, ταυτόχρονα με την κλιμάκωση της αντιαριστερής της ρητορικής. Πρόσφατες αποφάσεις στο χώρο του πολιτισμού έρχονται να ολοκληρώσουν το προφίλ αυτής της νέας δεξιάς ταυτότητας.

Το στίγμα των μνημονίων στον πολιτισμό

Η κατάργηση του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου από τον υφυπουργό Κώστα Τζαβάρα, με πρόφαση τον εξορθολογισμό της δημόσιας διοίκησης, συμπληρώθηκε από την ενημέρωση για σαρωτικές αλλαγές και συγχωνεύσεις στου επιχορηγούμενους από το υπουργείο Πολιτισμού οργανισμούς. Ταυτόχρονα, το νέο φορολογικό νομοσχέδιο προβλέπει υποχρεωτική έκδοση δελτίου παροχής υπηρεσιών σε κάθε πνευματικό δημιουργό (ανεξαρτήτως από τις επιμέρους ιδιότητές του). Σε επιστολή που απέστειλε η Εταιρία Συγγραφέων στον υπουργό Οικονομικών σημειώνει: «Ασφαλώς θα γνωρίζετε ότι για τη συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων συγγραφέων (περίπου το 90 %), οι αμοιβές οι οποίες τους αναλογούν κάθε χρόνο από τα δικαιώματα των βιβλίων τους ή από αμοιβές μεταφράσεων κλπ. είναι εξαιρετικά μικρότερες από τα ποσά που θα χρειάζεται να αποδίδουν, βάσει της προβλεπόμενης διάταξης, στα ασφαλιστικά ταμεία. Αν, λοιπόν, ισχύσει η ενσωμάτωση της διάταξης αυτής είναι βέβαιο ότι απλούστατα ένα σημαντικότατο μέρος των συγγραφέων θα σταματήσει να εκδίδει κάθε είδους έργα, καθώς θα είναι απολύτως ασύμφορο να αποδίδουν στα ασφαλιστικά ταμεία το υπερπολλαπλάσιο των αμοιβών και των πνευματικών τους δικαιωμάτων!» Οι κινήσεις αυτές δεν αποτελούν απλά τεχνικές ρυθμίσεις, αλλά αφήνουν ένα ξεκάθαρο στίγμα σε σχέση με το πώς η πολιτεία αντιλαμβάνεται τους συγγραφείς, τους διανοουμένους, τους καλλιτέχνες.

Αντιδιανοουμενισμός και νεοσυντηρητισμός

Ο αντιδιανοουμενισμός έρχεται με τη μορφή ενός πρακτικισμού έκτακτης ανάγκης. Ο καλλιτέχνης περιγράφεται αν όχι ως ενοχλητικός τουλάχιστον ως αχρείαστος. Οι εποχές όπου το κάθε τι μπορούσε να καταγραφεί ως ανεκτό άρα και ως αφομοιώσιμο έχουν παρέλθει. Η τέχνη μεταλλάσσεται από ευγενές χόμπι σε πολυτέλεια και από πολυτέλεια σε καπρίτσιο και χάσιμο χρόνου. Η νέα αυτή ευγενέστατη φίμωση, έρχεται να προσθέσει τον αντιδιανοουμενισμό που υπάρχει στο βάθος της, στον κλιμακούμενο νέοσυντηρητισμό ως στοιχείο της νέας ταυτότητας ενός πολιτικού χώρου.
Ο πρακτικισμός του παρόντος έρχεται να συναντήσει τον πουριτανισμό του παρελθόντος, σε μια νέα εκδοχή μιας παλαιάς ιστορίας. Η αντιαριστερή ρητορική έρχεται να μας υπενθυμίσει την αντικομουνιστική προπαγάνδα, το επιχείρημα πως ο ΣΥΡΙΖΑ επιθυμεί να καταστρέψει την Ελλάδα μας θυμίζει της προχουντικές δηλώσεις περί πρόθεσης της αριστεράς να αποσταθεροποιήσει το πολίτευμα, μέχρι και η πρόσφατη απαγόρευση των μίνι ή των έξωμων εμφανίσεων στη βουλή από τον Χρήστο Μαρκογιαννάκη θυμίζει τις δηλώσεις του Στυλιανού Πατακού για τις μίνι φούστες σε ξένα ειδησεογραφικά πρακτορεία: «it is prov... prouv… πως το λένε... provocation for the men». Έτσι, λοιπόν, οι ποιητές περιγράφονται ξανά ως λαπάδες (κατά Σωτήρη Κούβελα) και η πολιτεία εξορίζει την τέχνη στη σιωπή. Οι συγγραφείς τοποθετούνται και πάλι με τους αποκλεισμένους. Ίσως λοιπόν να έφτασε η στιγμή να μιλήσουν για αυτούς και να μιλήσουν σαν αυτούς, κόντρα στην αδικία, τη φίμωση και τον όποιο αποκλεισμό.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2013

Ο πολιτικός λόγος του Βαγγέλη του Βενιζέλου





Σε πρόσφατες δηλώσεις της στην International Herald Tribune ανάμεσα σε άλλα θέματα η Κική Δημουλά σημειώνει: "Βλέπω ειδήσεις και ενημερώνομαι, ακούω όλους τους πολιτικούς λόγους, ιδίως όμως του κ. Βενιζέλου. Είναι πολύ προσεκτική και καλά δομημένη η κάθε του ομιλία. Εξετάζω την ποιότητα, όχι την αξιοπιστία των λόγων του’’. Ο συντάκτης του άρθρου σημειώνει πως ο συγκεκριμένος πολιτικός είναι διάσημος για τις ρητορικές του ικανότητες. Όταν η ποιήτρια ερωτάται εάν την πείθουν οι φράσεις του Ευάγγελου Βενιζέλου απαντά μονολεκτικά: ‘’όχι’’. Ένας πολιτικός λόγος που κατάφερε να αποσπάσει τα εύσημα από έναν ‘’ειδικό’’ των λέξεων, είναι ένας λόγος που καταχωρείται απερίφραστα με θετικό πρόσημο. Είναι όμως έτσι;
Η συγκεκριμένη δήλωση αποκτά σημασία όχι γιατί διατυπώνεται σε μεγάλη εφημερίδα του εξωτερικού, αλλά γιατί διατυπώνει ένα μη ομολογημένο αυτονόητο. Την απόσταση δηλαδή, ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη απάντηση, ανάμεσα στη μορφή και το περιεχόμενο.  Περιγράφει έναν λόγο αναγνωρίσιμο στην δημόσια φωνή -ίσως τον πιο αναγνωρίσιμο εδώ και αρκετό καιρό-  τον λόγο του Ευάγγελου Βενιζέλου. ‘’Ο Βαγγέλης ξέρει να μιλάει’’ θα σου πει ο παλιός οπαδός του ΠΑΣΟΚ, μεγαλώνοντας το δικό του ανάστημα μέσα από την κομματική- οπαδική οικειότητα. ‘’Μπορεί να διαφωνώ αλλά ξέρει να μιλάει’’, θα ακούσεις από τον έτοιμο να αναγνωρίσει τα προτερήματα του εχθρού, αντίπαλο. Ποιες λέξεις και ποια ρητορική είναι αυτές που θα υψωθούν ως μέγεθος ανεξάρτητα από το περιεχόμενο, ειδικά όταν οι φράσεις διατύπωσαν την πολιτική ευθύνη αποφάσεων που έχουν αποδοκιμαστεί από μια συντριπτική πλειοψηφία;
Ο δημόσιος πολιτικός λόγος είναι γεμάτος από διάσπαρτη επανάληψη. Κοινότοπες λέξεις και φράσεις περιδιαβαίνουν τις εκτάσεις της ακοής. Το αρνητικό οικείο και χιλιοειπωμένο κυριαρχεί, σε ένα ατελείωτο Déjà vu πολιτικού κενού, και άδειας υπενθύμισης. ‘’ Η δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα’’, ‘’καταδικάζουμε την βία απ όπου και αν προέρχεται’’,   ‘’σκληρό ροκ’’, ‘’νταβατζήδες’’, ‘’κάθαρση’’, ‘’ να βάλουμε μια άνω τελεία’’. Λέξεις και φράσεις που χρησιμοποιούνται κατ εξακολούθηση ακριβώς για να μην σημαίνουν τίποτα, ακριβώς για να καλύπτουν το χώρο μια απάντησης που ο πολιτικός δεν επιθυμεί να παραχωρήσει.
Ανάμεσα στις φθαρμένες φράσεις και λέξεις η ρητορική του Ευάγγελου Βενιζέλου έρχεται να ξεχωρίσει. Ιριδισμένη από ρητορικά σχήματα και ακρίβεια νομικών βιβλίων, διατυπωμένη με το αυτόκλητο δίκαιο της αυτοπεποίθησης, διεκδικεί πολιτικό χώρο σε μια στενή διαδικασία, κερδίζει σε ένα παιχνίδι χαμηλού ανταγωνισμού. Διαφέρει όμως επί της ουσίας ο συγκεκριμένος λόγος;
Ο λόγος του Βαγγέλη του Βενιζέλου αποτελεί μια ανεστραμμένη κοινοτοπία. Ένας λόγος παραφορτωμένος και υπερβολικός, μπαρόκ στα όρια του ροκοκό. Σε αντίθεση με τον κυρίαρχο κοινότοπο λόγο, ούτε αποπροσανατολίζει, ούτε συγκαλύπτει (ακόμα και όταν αυτός είναι ο σκοπός του). Δεν κρύβει το νόημα αλλά αδιαφορεί για αυτό. Αυτάρεσκος, στα όρια της αλαζονείας, ο λόγος μιλά πάντα για τον εαυτό του περιγράφει πάντα την όψη του ενώ ταυτόχρονα την χειροκροτεί. Αποτελεί ένα λόγο που σε μαθαίνει να ξεχνάς.  Στον στίβο της πολιτικής αποσιώπησης, ο Βαγγέλης Βενιζέλος φυτεύει σκιές στην συστοιχία των λέξεων και εμείς θερίζουμε σκοτάδι.
Είναι ενδεικτικές οι στιγμές που ο Ευάγγελος Βενιζέλος χάνει την ψυχραιμία του (όχι και λίγες αν επιθυμεί κάποιος να τις καταγράψει). Τις στιγμές που η ακρίβεια του νοήματος πρέπει να ακολουθήσει επιτακτικά το σήκωμα της φωνής. Τις στιγμές αυτές λοιπόν, η αντίθεση ανάμεσα στη μορφή και το περιεχόμενο φτάνει στα όρια της, η κραυγή ταυτίζεται με τη σιωπή, σε μια παρέλαση βουβών θαυμαστικών.
Στην εποχή μετά την πτώση του ΠΑΣΟΚ η συγκεκριμένη ρητορική χάνει τελείως τα όποια ψήγματα νοήματος και γίνεται ένας καθρέφτης όπου πάνω του θα προβληθούν άδειες πολιτικές χειρονομίες. Γυμνή από εξουσία αδειάζει από λέξεις. Στο σημερινό της στάδιο μάλιστα εφευρίσκει καταστάσεις για να δικαιολογήσει τις λέξεις (αλήθεια τι άλλο μπορεί να σημαίνει η χιλιοειπωμένη άδεια φράση ‘’το ΠΑΣΟΚ είναι ο εγγυητής της σταθερότητας’’;).
 Τα σημαίνοντα καταπίνουν λαίμαργα τα σημαινόμενα. Όμως η μορφή και το περιεχόμενο είναι οι δύο όψεις ενός φύλλου χαρτιού, δεν μπορούν να υπάρχουν ανεξάρτητα και σε απόσταση. Σε απόλυτη σχέση μεταξύ τους ορίζουν το ένα το άλλο. Σε αντίθεση λοιπόν με όσα παρατηρεί η Κική Δημουλά, ο Ευάγγελος Βενιζέλος δεν είναι ένας πολιτικός που μιλάει καλά, αλλά ένας πολιτικός που μιλάει σαν κάποιον που μιλάει καλά.  Ανίκανος για το απλό, μεθάει με σύμφωνα και φωνήεντα. Και στην σημερινή κατάσταση που κάθε πραγματικότητα κραυγάζει αμείλικτα και επιτακτικά, οτιδήποτε πέρα από την απλή και ειλικρινή διατύπωση δεν μπορεί να είναι άλλο, παρά πολιτικός θόρυβος και ρητορική  σιωπή. 

(Στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2013

Η «Ανα­τρο­πή», οι α­να­τρο­πές και ο δη­μό­σιος λό­γος των καλ­λι­τε­χνών



«Να ευ­χη­θώ υ­γεία και ευ­τυ­χία τί­πο­τα άλ­λο δεν μπο­ρώ, για τα υ­πό­λοι­πα κα­θα­ρί­στε μό­νοι σας». Έτσι ε­πέ­λε­ξε να α­νοί­ξει την εκ­πο­μπή «Ανα­τρο­πή» την πε­ρα­σμέ­νη Δευ­τέ­ρα ο Γιάν­νης Πρε­τε­ντέ­ρης α­πευ­θυ­νό­με­νος γλυ­κο­μί­λη­τα και α­νοι­χτό­καρ­δα στους τη­λε­θε­α­τές του. Στην εκ­πο­μπή κα­λε­σμέ­νοι ή­ταν καλ­λι­τέ­χνες α­πό το χώ­ρο του θεά­μα­τος και πρό­θε­ση του τη­λε­πα­ρου­σια­στή να γί­νει μια συ­ζή­τη­ση για την πο­λι­τι­κή χω­ρίς πο­λι­τι­κούς. Τό­σο η α­να­πά­ντε­χη (για τον πα­ρου­σια­στή) τρο­πή της εκ­πο­μπής, ό­σο και τα σχό­λια που γρά­φτη­καν στο δια­δί­κτυο κα­θώς και η έ­ντυ­πη διέ­νε­ξη που α­κο­λού­θη­σε α­νά­με­σα στον κα­λε­σμέ­νο της εκ­πο­μπής Γιώρ­γο Κι­μού­λη με τον αρ­θρο­γρά­φο-συγ­γρα­φέα των Νέων Τά­κη Θε­ο­δω­ρό­που­λο, συ­ντάσ­σει έ­να ε­ρω­τη­μα­τι­κό σε σχέ­ση με το ρό­λο των καλ­λι­τε­χνών στην ε­πο­χή της κρί­σης, τις ευ­θύ­νες και τις υ­πο­χρεώ­σεις τους α­πέ­να­ντι στον «ε­πώ­νυ­μο» δη­μό­σιο λό­γο και τε­λι­κά την πραγ­μα­τι­κή τους θέ­ση α­πέ­να­ντι σε μια κοι­νω­νία που κλυ­δω­νί­ζε­ται.

Η Ανα­τρο­πή

Η εκ­πο­μπή «Ανα­τρο­πή» της προ­η­γού­με­νης Δευ­τέ­ρας α­να­γκά­στη­κε σε μια ε­λα­φρά α­πό­κλι­ση στη σύν­θε­ση και στο πε­ριε­χό­με­νο α­πό τις προ­η­γού­με­νες εκ­πο­μπές του κυ­ρίου Πρε­τε­ντέ­ρη, α­φού ή­ταν κα­τα­δι­κα­σμέ­νη σε μια στιγ­μή χα­μη­λού τη­λε­ο­πτι­κού εν­δια­φέ­ρο­ντος. Στη ΝΕΤ την ί­δια ώ­ρα, ο Γιώρ­γος Πα­πα­κων­στα­ντί­νου έ­δι­νε συ­νέ­ντευ­ξη στην Έλλη Στάη ε­ξη­γώ­ντας την ε­μπλο­κή και τους χει­ρι­σμούς του σε σχέ­ση με τη λί­στα Λα­γκάρ­ντ, μο­νο­πω­λώ­ντας το εν­δια­φέ­ρον των τη­λε­θε­α­τών. Έτσι ο τη­λε­πα­ρου­σια­στής στε­λέ­χω­σε το πά­νελ του με «έ­ξι αν­θρώ­πους που έ­χουν κα­τα­κτή­σει το δι­καίω­μα να μι­λά­νε για την πο­λι­τι­κή χω­ρίς να εί­ναι πο­λι­τι­κοί οι ί­διοι» (και στο ση­μείο αυ­τό θα θέ­λα­με να ρω­τή­σου­με τον πα­ρου­σια­στή πό­τε και με ποιόν τρό­πο κα­τα­κτά κα­νείς αυ­τό το δι­καίω­μα; Όχι τί­πο­τα άλ­λο, αλ­λά με­τά α­πό τό­σα μνη­μό­νια έ­χου­με χά­σει λί­γο την αί­σθη­ση των δη­μο­κρα­τι­κών ε­λευ­θε­ριών και των πο­λι­τι­κών μας δι­καιω­μά­των και ο Γιάν­νης Πρε­τε­ντέ­ρης μοιά­ζει ι­δα­νι­κός να μας ε­νη­με­ρώ­σει για τις συ­ναρ­πα­στι­κές αυ­τές αλ­λα­γές).
Οι έ­ξι κα­λε­σμέ­νοι της εκ­πο­μπής ή­ταν η Ελέ­νη Ρά­ντου, ο Γιώρ­γος Ντα­λά­ρας, ο Γιάν­νης Μπέ­ζος ,ο Λαυ­ρέ­ντης Μα­χαι­ρί­τσας, ο Γιώρ­γος Κι­μού­λης και ο Γρη­γό­ρης Αρνα­ού­το­γλου. Το πεί­ρα­μα φυ­σι­κά δεν ή­ταν πρω­τό­τυ­πο. Αντί­στοι­χα πά­νελ έ­χουν εμ­φα­νι­στεί και στο πα­ρελ­θόν α­πό την ί­δια ή πα­ρό­μοιες εκ­πο­μπές. Στα πά­νελ αυ­τά η συ­ζή­τη­ση συ­νή­θως πε­ρι­στρέ­φε­ται γύ­ρω α­πό κοι­νό­το­πες και χα­λα­ρές δια­πι­στώ­σεις α­πό τους συ­νο­μι­λη­τές με α­ντί­στοι­χα κοι­νό­το­πα συ­μπε­ρά­σμα­τα, ό­πως η έλ­λει­ψη παι­δείας και ο χα­ρα­κτή­ρας του Έλλη­να, η γε­νι­κή δια­φθο­ρά των πο­λι­τι­κών, η έλ­λει­ψη ο­ρά­μα­τος κτλ. Ενδει­κτι­κό της ε­πί­γνω­σης σε σχέ­ση με το κλί­μα αυ­τών των εκ­πο­μπών α­πό τη με­ριά της πα­ρα­γω­γής, ή­ταν πως η κά­θε μία θε­μα­τι­κή της συ­γκε­κρι­μέ­νης εκ­πο­μπής ταυ­τι­ζό­ταν με έ­να α­πό τα ι­δε­ο­λο­γή­μα­τα που χρη­σι­μο­ποιούν τα κυ­ρίαρ­χα μέ­σα ε­νη­μέ­ρω­σης, ώ­στε να δι­καιο­λο­γή­σουν τις μνη­μο­νια­κές πο­λι­τι­κές, να πε­ρι­γρά­ψουν τον αν­θρω­πό­τυ­πο του πο­λί­τη της ελ­λη­νι­κής κρί­σης και να α­ντι­στρέ­ψουν την κα­τα­δί­κη σε συ­νευ­θύ­νη και ε­νο­χή: «Ο Έλλη­νας ζού­σε πά­νω α­πό τις δυ­να­τό­τη­τές του», «Ίσως η κρί­ση να μας βγει τε­λι­κά σε κα­λό», «Ο πο­λί­της φταίει ε­ξί­σου με τον πο­λι­τι­κό για την κα­τά­στα­ση, α­φού ό­χι μό­νο τον ε­ξέ­λε­γε αλ­λά ταυ­τό­χρο­να συμ­με­τεί­χε και στο πε­λα­τεια­κό κρά­τος», «Η κρί­ση έ­φε­ρε την ά­νο­δο των δύο ά­κρων», «Οι νέ­οι δεν α­σχο­λού­νται με την πο­λι­τι­κή» (πα­λιό αλ­λά πά­ντα ε­πί­και­ρο). Μέ­σα στο γε­νι­κό­λο­γο της συ­ζή­τη­σης σε τέ­τοιου εί­δους εκ­πο­μπές, οι τίτ­λοι των θε­μα­τι­κών και οι ε­ρω­τή­σεις με­τα­τρέ­πο­νται σιω­πη­λά σε α­πο­κρί­σεις και συ­μπε­ρά­σμα­τα.

Η ει­λι­κρί­νεια ως πρω­ταρ­χι­κή α­ρε­τή

Αυ­τό που προ­κά­λε­σε ε­ντύ­πω­ση, ή­ταν πώς οι α­πα­ντή­σεις των καλ­λι­τε­χνών α­πέ­κλι­ναν α­πό το συ­γκε­κρι­μέ­νο τη­λε­ο­πτι­κό λό­γο και δια­τύ­πω­ναν την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα με ό­ρους α­πό­λυ­της δια­φω­νίας. Ως ε­ρω­τη­μα­τι­κό και ως αυ­το­κρι­τι­κή, ως α­γα­νά­κτη­ση ή πλή­ρη α­ντί­θε­ση, ως πε­ρι­γρα­φή μιας πραγ­μα­τι­κό­τη­τας που (σε α­ντί­θε­ση με τα δελ­τία του σταθ­μού) δεν α­πεί­χε α­πό την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Η α­δι­κία και η σκλη­ρό­τη­τα των μέ­τρων, οι ευ­θύ­νες των κυ­βερ­νώ­ντων και των δη­μο­σιο­γρά­φων, το θέ­μα της ά­σκη­σης βίας α­πό την πλευ­ρά της κυ­βέρ­νη­σης, μέ­χρι και η τη­λε­ο­πτι­κή ά­δεια του Mega, ει­πώ­θη­καν ό­χι ως δια­κρι­τι­κές υ­πό­νοιες αλ­λά ως αυ­το­νό­η­τες α­λή­θειες, φέρ­νο­ντας σε α­μη­χα­νία τον πα­ρου­σια­στή (ε­ξαί­ρε­ση α­πο­τέ­λε­σε ο Γ. Αρνα­ού­το­γλου ο ο­ποίος με τις κα­κο­δια­τυ­πω­μέ­νες του κοι­νο­το­πίες μας υ­πεν­θύ­μι­σε πό­σο κα­κό­η­χη εί­ναι, σε συ­γκυ­ρίες ό­πως η ση­με­ρι­νή, η ε­πι­φα­νεια­κή α­ο­ρι­στο­λο­γία. Ο Γιάν­νης Μπέ­ζος ή­ταν μάλ­λον ου­δέ­τε­ρος).
Άσχε­τα με τις προ­σω­πι­κές συ­μπά­θειες ή α­ντι­πά­θειες για τον κά­θε έ­να α­πό τους καλ­λι­τέ­χνες ξε­χω­ρι­στά, ά­σχε­τα με την κρι­τι­κή που μπο­ρεί κά­ποιος να τους α­σκή­σει για τη θέ­ση τους σε έ­να σύ­στη­μα συ­γκε­κρι­μέ­νο την πε­ρίο­δο της ευ­μά­ρειας (ή α­κό­μη και σή­με­ρα), αυ­τό που έ­χει ί­σως ση­μα­σία εί­ναι η ρι­ζι­κή με­τα­τό­πι­ση σε ε­πί­πε­δο δη­μο­σίου λό­γου α­πό την ε­λα­φρό­τη­τα πα­λαιο­τέ­ρων α­ντί­στοι­χων εκ­πο­μπών. Το κέ­ντρι­σμα του ε­πι­τα­κτι­κού, ό­πως εμ­φα­νί­ζε­ται στην κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα της κρί­σης, ζη­τά α­πό τον κα­θέ­να να το­πο­θε­τη­θεί α­πέ­να­ντι σε ζη­τή­μα­τα που δεν χα­ρί­ζουν υ­πεκ­φυ­γές. Οι δη­λώ­σεις α­πο­κτούν ευ­κρί­νεια. Τα υ­πο­τι­μη­τι­κά σχό­λια την ε­πό­με­νη μέ­ρα α­πό τον Τά­κη Θε­ο­δω­ρό­που­λο στα Νέα, η ε­πι­θε­τι­κή α­πά­ντη­ση του Γιώρ­γου Κι­μού­λη μια μέ­ρα με­τά και η α­πα­ξιω­τι­κή α­πά­ντη­ση του αρ­θρο­γρά­φου την με­θε­πό­με­νη α­πο­δει­κνύουν το ί­διο πράγ­μα. Η κρί­ση α­νοί­γει ε­πι­τα­κτι­κά το θέ­μα για τη στά­ση του καλ­λι­τέ­χνη και του δια­νοου­μέ­νου α­πέ­να­ντι στην ε­ξου­σία και την α­δι­κία. Πολ­λα­πλα­σιά­ζει τις εκ­πτώ­σεις και τις α­πο­κλί­σεις, και το­πο­θε­τεί την ει­λι­κρί­νεια α­πέ­να­ντι στα γε­γο­νό­τα ως πρω­ταρ­χι­κή α­ρε­τή του κά­θε δη­μό­σιου λό­γου. Ο λό­γος του πα­ρό­ντος δεν ε­ξα­γο­ρά­ζει το ό­ποιο πα­ρελ­θόν, πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο δεν ε­πι­βρα­βεύει το μέλ­λον. Σε μια ε­πο­χή ό­που οι λέ­ξεις χρη­σι­μο­ποιού­νται κυ­ρίως για να α­πο­προ­σα­να­το­λί­σουν ο λό­γος του πα­ρό­ντος και της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας γί­νε­ται αυ­το­σκο­πός του κά­θε καλ­λι­τέ­χνη.

(Στην εφημερίδα Εποχή)

Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2013

Χριστουγεννιάτικα ψώνια και γιορτινός κυνισμός.





Ο χρόνος φυλλομετρά τις σελίδες των ανθρώπων. Και συ τρέχεις στους γιορτινούς δρόμους για να επιβεβαιώσεις και φέτος πως τα ημερολόγια παλιώνουν. Στο κέντρο της πόλης εκεί που η ζωή προσπαθεί να προσποιηθεί κανονικότητα. Όλα βαίνουν κανονικά, όπως και πέρυσι, όλα στολίζονται κανονικά, όπως και πέρυσι. Η Αθήνα γιορτάζει, μας καθησυχάζουν οι επιγραφές του Δήμου κάτω από το πιο κακόγουστο δέντρο των τελευταίων ετών. Στην αρχή της Ερμού ένας χρήστης σου ζητά κάτι σε μια γλώσσα ακατανόητη, μια φωνή που ακούγεται ήδη από την πέρα όχθη…  Ανάμεσα στις στολισμένες βιτρίνες, χέρια απλωμένα ζητούν ελεημοσύνη.   Μουσικές παιγμένες από παγωμένα δάχτυλα, βιαστικά, αγκομαχώντας ζητούν μια φιλάνθρωπη ανταπόδοση. Και παραδίπλα το μάτι σου πέφτει στην επιγραφή των καταστημάτων ρούχων Φωκάς: Hungry but Chic.   
Τοιχοκολλήθηκε άραγε ποτέ ξανά στους δρόμους της πόλης τόσος πολύς κυνισμός, τόση επιθετική αδιαφορία; Από πού έρχονται αυτές οι λέξεις; Μέσα στη βιτρίνα, πίσω από τα γράμματα οι κούκλες κοιτούν, εγκλωβισμένες στη μόνιμη στάση μιας άβολης αιωνιότητας,   προβάλουν επιδεικτικά τον ρουχισμό τους στους ανθρώπους που τις κοιτούν. Ζωγραφισμένο κάπου ανάμεσα στα Chic καπέλα τους και τα Chic κασκόλ τους, ένα χαμόγελο μαζικής παραγωγής, ψυχρό, όμοιο, σχεδόν ειρωνικό απέναντι σε όποιον τις κοιτάζει. Ίσως τα δικά τους χέρια, σε ένα διάλειμμα από την ακαμψία, σε μια στιγμή υπεροψίας απέναντι στη φθορά και απέναντι στους ανθρώπους να συνέταξε τις τρεις λέξεις που χλευάζουν ό, τι περπατά μπροστά τους.
Μέσα στο μαγαζί ακόμα λιγότερες απαντήσεις. Στοίβες ρούχα, πεσμένη κίνηση τακτοποιημένη φασαρία. Αφίσες μοντέλων που ταυτίζονται με τα ρούχα, σε βέβαιες ανέμελες πόζες. Ομορφιά σχεδόν αποκρουστική.  Παιδιά- μοντέλα φορούν το πρόσωπο μιας άλλης ηλικίας, το ύφος, τη στάση του σώματος. Παιδιά χωρίς παιδικότητα τρέχουν βιαστικά, με μικρομέγαλα βήματα από τις αφίσες τους στις αφίσες του πάνω ορόφου, προς την ηλικία της ώριμης  νιότης, τη μόνη ηλικία που επιτρέπεται να ταυτιστεί με τη ζωή (κάθε άλλη στιγμή είναι γλυκιά προσμονή ή πικρή ανάμνηση της ηλικίας αυτής μας διδάσκουν οι τόσες διαφημίσεις γύρω μας). Κούκλες, αφίσες, φωτογραφίες. Βλέμματα που σαγηνεύουν στο κενό. Ποιοι είναι όλοι αυτοί που μας κοιτάζουν;  
Ανάμεσά τους όλοι εμείς, άλλοι βιαστικοί, άλλοι αδιάφοροι και άλλοι αμήχανοι. Και ανάμεσά μας οι εργαζόμενοι των καταστημάτων Φωκάς. Απλήρωτοι από τον Μάιο του 2012 προσπαθούν να ζήσουν με την προκαταβολή των 100 ευρώ. Η δικηγόρος τους ενημερώνει πως κανείς δεν απολύθηκε ώστε να μην ζητηθούν αποζημιώσεις. Τα καταστήματα Φωκάς έκαναν πρόσφατα αίτηση υπαγωγής στο άρθρο 99 καθώς η επιχείρηση οφείλει 80 εκατομμύρια ευρώ στο Δημόσιο, στις τράπεζες και στους εργαζομένους.
Ξανά στον δρόμο. Hungry but Chic, δίπλα σε μια τοιχοκολλημένη τιμητική πλακέτα του δήμου Αθηναίων προς τον κ. Φωκά από τον πρώην δήμαρχο Δημήτρη Αβραμόπουλο. Πεινασμένοι αλλά Σικ. Όσο πιο πολύ την διαβάζεις, η φράση μετατρέπεται από συμπέρασμα σε επιταγή: Μπορεί να είσαι πεινασμένος αλλά οφείλεις τουλάχιστον να είσαι Σικ. Η διαφήμιση μοιάζει να προσπαθεί να ενσωματώσει την ανέχεια μέσα από μια αβέβαιη εξίσωση. Η πείνα είναι επίκαιρη και η επικαιρότητα φωτογενής. Αλλά η εξίσωση δεν βγαίνει.
Τη δεκαετία του ’80 οι εφαρμογές του νεοφιλελευθερισμού στις Η.Π.Α. και στην Αγγλία και το μοντέλο του  χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού, με τη διαφήμιση, τα δάνεια και τις πλαστικές κάρτες ανάμεσα στα άλλα λαμπρά επιτεύγματα κατάφεραν να  απενοχοποιήσουν την σκληρότητα και τον κοινωνικό κυνισμό. Ο φτωχός δεν ήταν απλά κάποιος που δεν είχε χρήματα αλλά ταυτόχρονα και κάποιος που ευθυνόταν για την κατάστασή στην οποία βρίσκεται. Η φτώχεια έγινε ταυτόχρονα και ενοχή. Σήμερα οι οικονομικές σκαλωσιές που κράταγαν τις ιδεολογίες και τα ιδεολογήματα αυτά μοιάζουν να τρίζουν και σε περιπτώσεις όπως η ελληνική να καταρρέουν. Το σύνολο αυτών των ιδεών και των συμπεριφορών μοιάζουν με τον ήρωα των κινουμένων σχεδίων που τρέχει στο κενό πάνω από τον γκρεμό. Πέφτει μονάχα μόλις κοιτάξει από κάτω του και συνειδητοποιήσει πως περπατά στον αέρα. Η επιγραφή Hungry but Chic έπεσε και αυτή στο βαθύ κενό που άνοιξε η κρίση. Λίγες μέρες μετά την ανάρτησή της απομακρύνθηκε.  Γιατί όπως και να είναι οι μέρες μας, ο κυνισμός και η σκληρότητα θα συνεχίσουν να πληγώνουν την όραση. Για όσο τουλάχιστον το βλέμμα μας δεν γίνει ψυχρό και αδιάφορο, όμοιο με το βλέμμα της κούκλας στη βιτρίνα.

(Στην Εφημερίδα των  Συντακτών)