Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2013

Παύ­λος Μά­τε­σις, 1933-2013 Σε ση­μείο α­πά­νε­μο α­πό χει­ρο­κρό­τη­μα



Ο Παύλος Μάτεσις, μια ξεχωριστή περίπτωση σύνθετου και πολυσχιδούς δημιουργού, έφυγε από τη ζωή στα 80 του χρόνια στις 20 Ιανουαρίου. Γεννημένος στο χωριό Δίβρη της Πελοποννήσου έζησε μέχρι τα 19 του σε διάφορες επαρχιακές πόλεις. Σπούδασε υποκριτική στη Δραματική Σχολή Βαχλιώτη καθώς και μουσική και ξένες γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά). Αρχικά δούλεψε ως τραπεζικός υπάλληλος για να παρατήσει την εργασία του ξαφνικά μία μέρα (με τη φυσικότητα της αυτονόητης απόφασης, όπως ο ίδιος περιγράφει), ώστε να αφοσιωθεί αποκλειστικά στο θέατρο και τη λογοτεχνία.

Αρχι­κά θα ε­μ­φα­νι­στεί στο θέ­α­τρο ως η­θο­ποιός, ε­νώ στη συ­νέ­χεια θα δι­δά­ξει υ­πο­κρι­τι­κή στη Σχο­λή Σταυ­ρά­κου και θα δια­τε­λέ­σει βο­η­θός δρα­μα­του­ρ­γός στο Εθνι­κό Θέ­α­τρο. Επί­σης, θα γρά­ψει και θα σκη­νο­θε­τή­σει δύο τη­λε­ο­πτι­κές σει­ρές που παί­χτη­καν στην ΥΕ­ΝΕΔ (1974-76) κα­θώς και κεί­με­να για Floor Show. Η πρώ­τη του ε­μ­φά­νι­ση στο θέ­α­τρο α­πό τη θέ­ση του συ­γ­γρα­φέα θα έ­ρ­θει το 1964 με το μο­νό­πρα­κτο «Ο στα­θ­μός», το ο­ποίο δια­κρί­θη­κε στο δια­γω­νι­σμού του θιά­σου «Δω­δέ­κα­τη Αυ­λαία». Θα α­κο­λου­θή­σει η «Η τε­λε­τή», (Κρα­τι­κό Βρα­βείο Θεά­τρου το 1966), η ο­ποία πα­ρα­στά­θη­κε α­πό το Θέ­α­τρο Νέ­ας Ιω­νίας του Γιώ­ρ­γου Μι­χα­η­λί­δη την ε­πό­με­νη χρο­νιά, και δύο χρό­νια α­ρ­γό­τε­ρα α­πό το Εθνι­κό Θέ­α­τρο. Με το «Φά­ντα­σμα του κυ­ρίου Ρα­μόν Νο­βά­ρο», η γρα­φή του Μά­τε­σι θα έ­ρ­θει πιο κο­ντά στο θέ­α­τρο του πα­ρα­λό­γου και τη γρα­φή του Σά­μουελ Μπέ­κετ και του Ευ­γέ­νιου Ιο­νέ­σκο. Με το θε­α­τρι­κό έ­ρ­γο «Προς Ελευ­σί­να», θα ε­πι­χει­ρή­σει μια πα­ρά­λ­λη­λη συ­νο­μι­λία, τό­σο με τον μο­ντε­ρ­νι­σμό του α­με­ρι­κά­νι­κου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος (και κυ­ρίως με το «Κα­θώς ψυ­χο­ρ­ρα­γώ» του Γουί­λιαμ Φό­κνε­ρ, στο ο­ποίο βα­σί­ζε­ται το έ­ρ­γο) ό­σο και με την ε­λ­λη­νι­κή πα­ρά­δο­ση, το δη­μο­τι­κό τρα­γού­δι, τα ή­θη και τα έ­θι­μα φτά­νο­ντας μέ­χρι την τρα­γω­δία συ­ν­θέ­το­ντας έ­να το­πίο θα­νά­του. Η θε­α­τρι­κή του γρα­φή θα φτά­σει στο α­πο­κο­ρύ­φω­μά της με το έ­ρ­γο «Πε­ρι­ποιη­τής φυ­τών». Το πα­ρά­λο­γο, ο λυ­ρι­σμός της φθα­ρ­μέ­νης γλώ­σ­σας, τα α­διέ­ξο­δα και η μό­νι­μη πα­ρου­σία του θα­νά­του θα πα­ρου­σια­στούν με πρω­τό­γνω­ρη έ­ντα­ση σε μια α­πό τις ση­μα­ντι­κό­τε­ρες στι­γ­μές της ε­λ­λη­νι­κής δρα­μα­του­ρ­γίας.

Επα­να­δια­τυ­πώ­ντας
τον ε­αυ­τό α­πό την α­ρ­χή

Το 1987, ο Μά­τε­σις θα κά­νει την πρώ­τη του ε­μ­φά­νι­ση στην πε­ζο­γρα­φία με τη νου­βέ­λα «Αφρο­δί­τη». Το έ­ρ­γο, ό­μως, που θα τον κα­θιε­ρώ­σει εί­ναι η «Μη­τέ­ρα του σκύ­λου», το 1990. Το βι­βλίο α­πο­τε­λεί την ι­στο­ρία της Ρα­ρα­ούς σε μια ε­λ­λη­νι­κή κοι­νω­νία η ο­ποία βγαί­νει α­πό την κα­το­χή, με τις πλη­γές, τις ή­τ­τες και τα ε­γκλή­μα­τά της. Η Ρα­ρα­ού, τα­πει­νω­μέ­νη, ψυ­χω­τι­κή και α­πο­κλει­σμέ­νη θα α­πο­δει­χτεί τε­λι­κά α­θώα σε μια δια­δι­κα­σία ταυ­τό­χρο­νης σκία­σης και α­πο­κά­λυ­ψης μέ­σα α­πό τη γλώ­σ­σα. Ο Μά­τε­σις θα δια­χει­ρι­στεί την α­φη­γη­μα­τι­κή κλη­ρο­νο­μιά του Κώ­στα Τα­χτσή, σε έ­ναν πρω­το­πρό­σω­πο ε­ξο­μο­λο­γη­τι­κό τό­νο τον ο­ποίο θα ε­μπλου­τί­σει με στοι­χεία του μο­ντε­ρ­νι­σμού και του φα­ντα­στι­κού, χω­ρίς να φτά­νει σε πει­ρα­μα­τι­κές α­κρο­βα­σίες, ε­στιά­ζο­ντας πά­ντα στο α­ν­θρώ­πι­νο των η­ρώων και το βά­ρος του βιώ­μα­τος. «Η μη­τέ­ρα του σκύ­λου» θα με­τα­φρα­στεί σε πο­λ­λές ξέ­νες γλώ­σ­σες α­πο­σπώ­ντας δι­θυ­ρα­μ­βι­κές κρι­τι­κές και θα συ­μπε­ρι­λη­φθεί στη λί­στα του α­γ­γλι­κού ε­κ­δο­τι­κού οί­κου Quintet Publishing «1001 βι­βλία της πα­γκό­σμιας λο­γο­τε­χνίας που πρέ­πει να έ­χει δια­βά­σει κά­ποιος μέ­χρι το τέ­λος της ζωής του».
Το ί­διο ύ­φος και η ί­δια προ­βλη­μα­τι­κή θα συ­νε­χι­στούν με τη συ­λ­λο­γή διη­γη­μά­των του «Ύλη δά­σους» α­λ­λά και το μυ­θι­στό­ρη­μα «Ο πα­λαιός των Ημε­ρών», το ο­ποίο θα α­κο­λου­θή­σει την ί­δια δια­δρο­μή με την «Μη­τέ­ρα του Σκύ­λου». θα α­κο­λου­θή­σουν τα μυ­θι­στό­ρη­μά «Πά­ντα κα­λά» (το ο­ποίο ο συ­γ­γρα­φέ­ας χα­ρα­κτή­ρι­σε αι­σθη­μα­τι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα), «Σκο­τει­νός ο­δη­γός», «Μύ­ρ­τος», «Αλδε­βα­ράν» και το τε­λευ­ταίο του έ­ρ­γο «Graffito», έ­να έ­ρ­γο που α­πο­τυ­πώ­νει τη ρευ­στό­τη­τα των η­με­ρών της κρί­σης, δια­τυ­πώ­νο­ντας ε­ρω­τή­μα­τα και υ­πο­θέ­σεις σε μια κοι­νω­νία που προ­σπα­θεί να α­πο­τι­νά­ξει τη Νέ­με­ση του και­ρού και να ε­πα­να­δια­τυ­πώ­σει τον ε­αυ­τό της α­πό την α­ρ­χή.

Στη δια­δι­κα­σία της φλό­γας

Ο Μά­τε­σις θα ξε­χω­ρί­σει ε­πί­σης ως με­τα­φρα­στής με­τα­φέ­ρο­ντας στην ε­λ­λη­νι­κή γλώ­σ­σα μια με­γά­λη σει­ρά α­πό κλα­σι­κά και σύ­γ­χρο­να έ­ρ­γα του θεά­τρου και του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Στις με­τα­φρά­σεις του πε­ρι­λα­μ­βά­νο­νται έ­ρ­γα του Σέ­ξ­πι­ρ, του Μπεν Τζό­ν­σον, του Αρι­στο­φά­νη, του Μο­λιέ­ρου, του Ίψεν, του Μπο­μα­ρ­σέ, του Βι­τρά­κ, του Αρτό, του Πί­ντε­ρ, του Μά­με­τ, του Σέ­πα­ρ­ντ, του Αρα­μπά­λ, του Φό­κνερ και του Όρτον.
«Το έ­ρ­γο του κα­θε­νός εί­ναι το ό­χη­μα και ο συ­γ­γρα­φέ­ας εί­ναι η βε­ν­ζί­νη του ο­χή­μα­τος. Για να κι­νη­θεί το ό­χη­μα πρέ­πει να κα­εί η βε­ν­ζί­νη» θα δη­λώ­σει ο συ­γ­γρα­φέ­ας. Στη δια­δι­κα­σία της φλό­γας ο Παύ­λος Μά­τε­σις θα μι­λή­σει ά­λ­λο­τε με ει­ρω­νεία και ά­λ­λο­τε με σκλη­ρό­τη­τα πα­ρα­μέ­νο­ντας, ό­μως, αυ­στη­ρά τρυ­φε­ρός α­πέ­να­ντι στους ή­ρωες του. Η τα­πεί­νω­ση, η σιω­πή και το τραύ­μα θα α­πο­τυ­πω­θούν σε έ­ναν με­τεω­ρι­σμό α­νά­με­σα στο ρε­α­λι­σμό και το μο­ντε­ρ­νι­σμό. Στοι­χεία ό­πως το πα­ρά­λο­γο, το φα­ντα­στι­κό και η δια­κει­με­νι­κό­τη­τα, θα χρη­σι­μο­ποιη­θούν ως βυ­θο­μέ­τρη­ση στα μέ­σα της α­ν­θρώ­πι­νης ύ­λης, χω­ρίς να θο­λώ­νουν την κα­θα­ρό­τη­τα της έ­κ­φρα­σης.
Τα έ­ρ­γα του Παύ­λου Μά­τε­σι ο­ρ­φα­νά πια α­πό τον δη­μιου­ρ­γό τους, συ­νε­χί­ζουν την πο­ρεία τους μέ­σα στην ε­λ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία α­να­ζη­τώ­ντας τη θέ­ση τους στην ι­στο­ρία. Σε έ­να ση­μείο μα­κριά α­πό τις ε­πι­τυ­χίες των δια­κρί­σεων, των βρα­βείων και των με­τα­φρά­σεων, σε έ­να ση­μείο α­πά­νε­μο α­πό χει­ρο­κρό­τη­μα, η ση­μα­σία και το μέ­γε­θος των έ­ρ­γων του Παύ­λου Μά­τε­σι διε­κ­δι­κεί το βά­ρος της σε μο­λύ­βι.


(Στην εφημερίδα Εποχή)

Δεν υπάρχουν σχόλια: