Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

Ένας ανεπαίσθητος πόνος







Σήμερα οι μέρες τρίζουν πριν καν τις πατήσεις. Και τα βήματα δειλά στην αστάθειά τους. Γαντζωμένος σ ένα μπαλκόνι να καπνίζεις, διάλειμμα από ένα κάτι που δεν άρχισε, ένα κάτι κλιματιζόμενο,  ψάχνοντας τον ήλιο που δύει ή που σήμερα βαρέθηκε να ανατείλει. Ρουφώντας στην άκρη της καύτρας ένα ‘’τι θα κάνω;’’ ή ένα ‘’τι στο διάολο κάνω;’’
Στην ρίζα της ανηφόρας μια γυναίκα 60 ετών και ακαθόριστης ηλικίας, ανηφορίζοντας , ψάχνοντας από κάδο σε κάδο, μια γυναίκα που κουβαλά τη χρονολογία της εξάντλησης και ένα καρότσι από σύρμα. Κουτσαίνοντας στη διαδρομή όλες τις διαδρομές που την έφεραν ως εδώ, ανάμεσα σε κακοπαρκαρισμένα αμάξια, κακοπαρκαρισμένες καθημερινότητες και ένα πεζοδρόμιο βαρύ από το σπαταλημένο βήμα.
Από κάποιο ανοιχτό μπαλκόνι, μια φωνή τηλεοπτική επιμένει: ‘’βγαίνουμε από την ύφεση’’, ‘’η ανεργία θα μειωθεί’’, ‘’αγοράστε την έξυπνη σήτα’’,  ‘’η κρίση τελειώνει’’. Και η γυναίκα συνεχίζει να προχωρά, ανάμεσα στους καπνούς του τσιγάρου σου. Ψάχνοντας τον κάδο κάτω από το μπαλκόνι. Να  ξεδιαλέγει αντικείμενα προσεχτικά, με την αξιοπρέπεια της σταθερής κίνησης, την τάξη της μηχανικής χειρονομίας και  την αποφασιστικότητα της ανάγκης. Να ψάχνει στους χιλιοψαγμένους κάδους… (Τα σιδερένια αντικείμενα φεύγουνε πρώτα. Τα μαζεύουν νωρίς οι άντρες με τα μεγάλα καρότσια. Μόνο τα μπουκάλια μπύρας φεύγουν πιο γρήγορα )…να εξετάζει τη φθορά των φθαρμένων, το περίσσευμα των γύρω, τα υπολείμματα της ζωής. Και συ να κοιτάς απορροφημένος, ενοχικά. Κουρασμένος απ την εύκολη κούραση σου, απελπισμένος από τη φυγόμαχη απελπισία σου. Σακούλες, κούτες, χαρτιά, τροφές, ακαθόριστες συσκευές, κονσέρβες, ρούχα, κουρέλια.
 Και ξαφνικά παύση. Ο ρυθμός των κινήσεών σπάει. Εξετάζει κάτι, μα εξετάζει με τρόπο άλλο. Μια κούκλα παιδική, γυμνή, διαμελισμένη. Μόνο κορμός και ένα περιττό χέρι να χαιρετά, σηκωμένο στο ύψος του κεφαλιού. Στο στήθος ένα κουμπί. Για πρώτη φορά διστακτικά, κοιτώντας με ντροπή γύρω, κοιτώντας για λίγο την κούκλα, και πάλι γύρω. Ησυχία. Το δάχτυλο σπρώχνει τη φωνή της κούκλας. Και αυτή μια φωνή παιδική. Με αφελή ακρίβεια και προηχογραφημένη ειλικρίνεια, απαντά:

‘’Είμαι πολύ κουρασμένη’’



(Στην Εφημερίδα των Συντακτών)




3 σχόλια:

Καθαρίζω ταράτσες υπόγεια είπε...

Ιλιγγιωδώς βλακώδης μελούρα με πασπάλισμα "ποίησης" και "κοινωνικής ευαισθησίας". Καλύτερα Φώσκολο, μέρες που είναι.

groucho marxism είπε...

ρε τραβα και γαμησου (ή αλλιως πες και κανα επιχειρημα. κοπανε. περα απο αξιολογικες κρισεις. ασταδιαλα)

Καθαρίζω ταράτσες υπόγεια είπε...

Αν θέλεις επιχειρήματα, πρώτον ξεκίνα να χρησιμοποιείς τόνους (είναι δίπλα στο "λ") και δεύτερον μάθε μπαλίτσα ορθογραφίας, αγόρι μου - εκτός κι αν είσαι "πολλή κουρασμένη".

Και καθυστερημένος και αγράμματος.