Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

Στο λεωφορείο με τον Καβάφη





Τετάρτη πρωί, περιμένει το λεωφορείο που έχει αργήσει, πηγαίνοντας για την δουλειά (και έχει αργήσει). Σαγόνια μουδιασμένα και μάτια μισάνοιχτα (-Ποιος πάει σήμερα στο γραφείο, πόσο βαρύ το μεσοβδόμαδο). Κοιτάει χαμηλά στον δρόμο, ενώ σταματά μπροστά του η επιγραφή: ‘’ Δεν έχω σήμερα κεφάλι για δουλειά’’ τυπωμένη στο αργοπορημένο όχημα. Στις μέρες μας ακόμα και τα λεωφορεία ειρωνεύονται…
Χτυπά εισιτήριο και κάθεται στο πίσω μέρος, όπως κάθε πρωί, στο άδειο λεωφορείο. Κάθεται εκεί στα σιωπηλά, έγκλειστος ανάμεσα σε δύο στίχους, άβολα ανάμεσα στις ξένες λέξεις. Στην επόμενη στάση λίγοι επιβάτες ανεβαίνουν. Δίπλα του έρχεται και κάθεται ένας νεαρός με μια αόριστη γοητεία. ‘’Γεια σου’’ του λέει ‘’με λένε Καισαρίωνα.  Κάποτε με είπαν Βασιλέα των Βασιλέων, αλλά πια έμεινα άνεργος και κάνω βόλτες στα λεωφορεία.’’  Πριν προλάβει να διαμαρτυρηθεί για την απρόσμενη οικειότητα, ένας άλλος νέος του τραβάει την προσοχή: ‘’Αυτός ποιος είναι;’’
‘’Ο Μύρης. Είναι λίγο άρρωστος τελευταία.’’ προσθέτει χαμηλόφωνα: ‘’Είναι χριστιανός’’.
‘’Μπορείς να πεις σ αυτούς τους νέους να μιλούν πιο σιγά; Βρισκόμαστε σε δημόσιο χώρο’’
‘’Ά, αυτοί είναι νέοι από τη Σιδώνα, διαβάζουν Μελέαγρο και Κριναγόρα…’’
Και πριν τελειώσει μια φωνή μεγάλη καλύπτει την απαγγελία
‘’Μην φοβάσαι. ‘’ είναι ο Αχιλλέας ‘’το κάνει αυτό όταν θέλει να φοβίσει τους Τρώες ή να τρομάξει τα περιστέρια’’
(Κοιτάζει το ρολόι του. ‘’Έτος Καβάφη. Έτσι λοιπόν εξηγείται’’)
Κάποιος ξεροβήχει δίπλα του.
‘’Μα εσείς είστε ο κύριος Καβάφης’’
‘’ Είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία’’
Πριν προλάβει να απαντήσει ή να το καλοσκεφτεί, νοιώθει ένα χέρι να τον τραβά από τον γιακά: ’’πες μου καταδικάζεις την βία απ όπου κι αν προέρχεται;’’(‘’ Ο κύριος από εδώ είναι ο Ιουλιανός’’ του γνωστοποιεί ο φίλος μας)
‘’Μα σας παρακαλώ, εγώ…’’
Και τότε βλέπει τον Δαρείο να ανεβαίνει στο λεωφορείο γεμάτος υπεροψία και μέθη, τον Ιάσονα Κλεάνδρου με μια πληγή από φρικτό μαχαίρι και πιο τρομακτικό απ όλους, τον Θεόδοτο να προχωρά στο διάδρομο κρατώντας του άθλιου Πομπηίου το κεφάλι.
Πετάχθηκε έξω απ το φρικτό τους λεωφορείο, έφυγε γρήγορα πριν αρπαχθεί. Είπε τρομοκρατημένος:
‘’Μα εγώ δεν διάβαζα ποτέ μου ποίηση. Τι θέλετε πια; Εγώ απλά πήγαινα στη δουλειά μου….’’

(Στην εφημερίδα των Συντακτών)

Δεν υπάρχουν σχόλια: