Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012

Έβγα­λαν τον Πά­πα... Πά­πισ­σα για να χτυ­πή­σουν την ελ­λη­νι­κή εκ­κλη­σία!

ΑΙ­ΣΧΡΟ ΜΥ­ΘΙ­ΣΤΟ­ΡΗ­ΜΑ Α­ΠΟ ΤΟΝ ΕΜ­ΜΑ­ΝΟΥΗΛ ΡΟΪΔΗ



Σύμ­φω­να με α­πο­κα­λύ­ψεις της ε­φη­με­ρί­δας «Το τε­λευ­ταίο ψέ­μα», σά­λο έ­χει προ­κα­λέ­σει το μυ­θι­στό­ρη­μα του Εμμα­νουήλ Ροΐδη «Η Πά­πισ­σα Ιωάν­να». Στο συ­γκε­κρι­μέ­νο μυ­θι­στό­ρη­μα ο συγ­γρα­φέ­ας πα­ρου­σιά­ζει μια γυ­ναί­κα να α­νέρ­χε­ται τις θέ­σεις της εκ­κλη­σια­στι­κής ιε­ραρ­χίας, μέ­χρι να φτά­σει στο α­νώ­τε­ρο α­ξίω­μα, αυ­τό του Πά­πα. Σύμ­φω­να, ό­μως, με την ε­φη­με­ρί­δα «πα­ρό­λο που το βι­βλίο πα­ρι­στά­νει πως μι­λά­ει για την κα­θο­λι­κή εκ­κλη­σία του με­σαίω­να, στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα έ­χει ως στό­χο την ορ­θό­δο­ξη ελ­λη­νι­κή εκ­κλη­σία του σή­με­ρα. Οι πα­πά­δες πε­ρι­γρά­φο­νται ως α­μόρ­φω­τοι, υ­πο­κρι­τές και λά­γνοι. Οι μο­να­χοί ως αι­ρε­τι­κοί, ά­θε­οι, μοι­χοί και αι­μο­μί­κτες. Στην ορ­γιώ­δη φα­ντα­σία του κυ­ρίου Ροΐδη, το μό­νο που συμ­βαί­νει στα μο­να­στή­ρια εί­ναι τσι­μπού­σια και όρ­για (η η­ρωί­δα κλεί­νε­ται σε μο­να­στή­ρι ε­πει­δή μια α­γία, σε έ­να ό­ρα­μα της σφύ­ρι­ξε πως ε­κεί θα έ­χει κα­λύ­τε­ρη σε­ξουα­λι­κή ζωή). Οι πα­πά­δες βα­φτί­ζουν (κυ­ριο­λε­κτι­κά) το κρέ­ας ψά­ρι και προ­σπα­θούν να βιά­σουν την η­ρωί­δα η ο­ποία δεν κά­νει τί­πο­τα άλ­λο α­πό το να συ­νευ­ρί­σκε­ται ε­ρω­τι­κά με ιε­ρω­μέ­νους».
Το δη­μο­σίευ­μα συ­νε­χί­ζει: «Από το “α­ρι­στούρ­γη­μα” του κουλ­του­ριά­ρη κυ­ρίου Ροΐδη δεν α­που­σιά­ζουν βέ­βαια και τα προ­κλη­τι­κά σχό­λια προς το ποί­μνιο και τον α­πλό ελ­λη­νι­κό λαό. Έτσι οι Έλλη­νες πα­ρου­σιά­ζο­νται ως κου­το­πό­νη­ροι, α­πα­θείς και α­νό­η­τοι. Όσοι νη­στεύουν, μας λέει, τρώ­νε α­στα­κό την Πα­ρα­σκευή (δεν έ­χου­με ό­λοι μας τό­σα λε­φτά κύ­ριε Ροΐδη. Ει­δι­κά με ό­λα αυ­τά που τρα­βά­ει ο ελ­λη­νι­κός λαός στις μέ­ρες μας θα μπο­ρού­σα­τε να εί­στε πιο προ­σε­χτι­κός), α­κό­μα και τις ορ­θό­δο­ξες θρη­σκευ­τι­κές ει­κό­νες, τις α­πο­κα­λεί τε­ρα­τό­μορ­φες, ε­νώ μας λέει πως προ­τι­μά τις δυ­τι­κές. Και στην ει­σα­γω­γή ο “συγ­γρα­φέ­ας” α­να­φέ­ρει πως προ­τι­μά τους κα­θο­λι­κούς πα­πά­δες α­πό τους ορ­θό­δο­ξους (αν συ­μπα­θεί τό­σο τους κα­θο­λι­κούς πα­πά­δες να τους πά­ρει σπί­τι του!). Το μυ­θι­στό­ρη­μα εί­ναι τό­σο ε­ξό­φθαλ­μα αι­σχρό που μέ­χρι και ο ί­διος πα­ρα­δέ­χε­ται στην ει­σα­γω­γή του  πως πε­ριέ­χει μό­νο αί­σχη και γε­λοιο­γρα­φίες».

Ο Κύ­ριος Ροΐδης

Στην συ­νέ­χεια πα­ρα­τί­θε­ται έ­να σύ­ντο­μο βιο­γρα­φι­κό του συγ­γρα­φέα. Η ε­φη­με­ρί­δα το­νί­ζει: «Ο κύ­ριος Ροΐδης α­πο­τε­λεί πα­ρά­δειγ­μα σύγ­χρο­νου κουλ­του­ρια­ρέ­ου. Κα­τα­γό­με­νος α­πό πλού­σια οι­κο­γέ­νεια σπού­δα­σε στο ε­ξω­τε­ρι­κό με λε­φτά του μπα­μπά και τώ­ρα έρ­χε­ται να μας κρί­νει και να μας πει πώς να ζού­με, χω­ρίς να έ­χει δου­λέ­ψει μια μέ­ρα στη ζωή του. Όταν ε­πι­τέ­λους α­πο­φά­σι­σε να δου­λέ­ψει, έ­πια­σε δου­λειά στην ε­θνι­κή βι­βλιο­θή­κη (βα­ρέα και αν­θυ­γιει­νά ο δι­κός σου). Με λί­γα λό­για πλη­ρώ­νε­ται με λε­φτά του κρά­τους (λε­φτά του Έλλη­να φο­ρο­λο­γου­μέ­νου, δι­κά μου και δι­κά σου, φί­λε α­να­γνώ­στη, που ού­τε μου πε­ρισ­σεύουν ού­τε σου πε­ρισ­σεύουν) για να γρά­φει τα τε­ρα­τουρ­γή­μα­τά του».
«Βέ­βαια», συ­νε­χί­ζει η ε­φη­με­ρί­δα, «αυ­τή δεν εί­ναι η πρώ­τη φο­ρά που ο κύ­ριος Ροΐδης προ­κα­λεί. Δεί­τε τι δή­λω­σε πα­λαιό­τε­ρα:  Έκα­στος τό­πος έ­χει την πλη­γήν του: Η Αγγλία την ο­μί­χλην, η Αί­γυ­πτος τας ο­φθαλ­μίας, η Βλα­χία τας α­κρί­δας και η Ελλάς τους Έλλη­νας. Το μό­νο που μπο­ρού­με να του πού­με ε­μείς, εί­ναι πως αν δεν του α­ρέ­σει η χώ­ρα μας εί­ναι ε­λεύ­θε­ρος να φύ­γει, κα­νείς δεν τον κρα­τά».

Αντι­δρά­σεις

Με­τά τις α­πο­κα­λύ­ψει της ε­φη­με­ρί­δας α­κο­λού­θη­σε σά­λος α­ντι­δρά­σεων. Σε άρ­θρο της την ε­πό­με­νη μέ­ρα, η ε­φη­με­ρί­δα «Το τε­λευ­ταίο ψέ­μα» α­να­φέ­ρει: «Σά­λο προ­κά­λε­σαν οι α­πο­κα­λύ­ψεις του Τε­λευ­ταίου Ψέ­μα­τος για το μυ­θι­στό­ρη­μα του Εμμα­νουήλ Ροΐδη «Η πά­πισ­σα Ιωάν­να». Με ε­πί­ση­μη α­να­κοί­νω­σή της η εκ­κλη­σία χα­ρα­κτη­ρί­ζει το μυ­θι­στό­ρη­μα α­ντι­χρι­στια­νι­κό και κα­κοή­θες, ε­νώ σε πη­γα­δά­κια έ­ξω α­πό τη Μη­τρό­πο­λη α­κού­γο­νται φή­μες πε­ρί α­φο­ρι­σμού. Επί­σης ο  μη­τρο­πο­λί­της Δρυι­νου­πό­λεως, Πω­γω­νια­νής και Κο­νί­τσης, υ­πέρ­τι­μος και έ­ξαρ­χος Βο­ρείου Ηπεί­ρου, δή­λω­σε α­πό τον Γράμ­μο -ό­που έ­χει κα­τα­σκη­νώ­σει μό­νι­μα- πως δεν τον φο­βί­ζουν «ού­τε ο Ροΐδης, ού­τε το ΚΚΕ, ού­τε ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ» για να κα­τα­λή­ξει:  «Ο Γράμ­μος ζει και μας ο­δη­γεί!».  Η Χρυ­σή Αυ­γή δεν προέ­βη α­κό­μη σε δη­λώ­σεις, αλ­λά σύμ­φω­να με διαρ­ροές η το­πο­θέ­τη­ση α­να­μέ­νε­ται να κι­νη­θεί κά­πως έ­τσι: «Εί­ναι πά­ρα πολ­λά τα δρώ­με­να. Αυ­τή η α­θλιό­τη­τα δεν θα πε­ρά­σει έ­τσι. Σας προ­ει­δο­ποιού­με ό­τι αυ­τή η μα­λ… ται­νία (sic) δεν θα α­φή­σου­με να παι­χτεί στην πό­λη μας. Θα μας βρεί­τε α­πέ­να­ντί σας και πι­στέψ­τε μας δεν θέ­λε­τε..!», ε­νώ φή­μες μι­λούν για προ­γραμ­μα­τι­σμό συ­γκέ­ντρω­σης μπρο­στά στο ά­γαλ­μα του Εμμα­νουήλ Ροΐδη στην Ερμού­πο­λη, κα­θώς και στην ο­δό Χα­ρι­λά­ου Τρι­κού­πη στην Αθή­να (μια και ο συγ­γρα­φέ­ας ή­ταν φα­να­τι­κός ο­πα­δός του πο­λι­τι­κού Χα­ρι­λά­ου Τρι­κού­πη)».

Συ­μπέ­ρα­σμα

Τα δύο δη­μο­σιεύ­μα­τα κα­τα­λή­γουν πά­νω κά­τω στο ί­διο συ­μπέ­ρα­σμα το ο­ποίο πα­ρα­θέ­του­με αυ­τού­σιο:  «Στην ε­πο­χή της κρί­σης ό­που κά­θε ε­ξου­σία έ­χει πα­ρα­δο­θεί στους τροϊκα­νούς και τους διε­θνείς το­κο­γλύ­φους, το τε­λευ­ταίο που θέ­λει να χτυ­πή­σει η νέα τά­ξη πραγ­μά­των εί­ναι και το πιο δύ­σκο­λο: την ψυ­χή και το πνεύ­μα του Έλλη­να. Για το λό­γο αυ­τό θέ­λουν να τι­νά­ξουν στον αέ­ρα τούς τρεις πυ­λώ­νες της ταυ­τό­τη­τας μας: Τη θρη­σκεία, την πα­τρί­δα και την οι­κο­γέ­νεια. Και αν η πα­τρί­δα έ­χει χτυ­πη­θεί με τό­σους δια­φο­ρε­τι­κούς τρό­πους, έρ­γα θο­λο­κουλ­του­ρια­ρέων  σαν του κυ­ρίου Ροΐδη έ­χουν στό­χο τη θρη­σκεία μας. Όσο για την οι­κο­γέ­νεια θα σας υ­πεν­θυ­μί­σου­με α­πλώς δύο έρ­γα που παί­χτη­καν αυ­τό το κα­λο­καί­ρι στα αρ­χαία μας θέ­α­τρα (και πά­λι με δι­κά μας λε­φτά, με χρή­μα­τα του α­πλού Έλλη­να φο­ρο­λο­γου­μέ­νου). Στο έ­να με την ο­νο­μα­σία «Οι­δί­πο­δας Τύ­ραν­νος» έ­νας βα­σι­λιάς σκο­τώ­νει τον πα­τέ­ρα του και κά­νει σεξ με την μά­να του, ε­νώ σε έ­να άλ­λο με τον τίτ­λο «Μή­δεια», μια ξέ­νη πρι­γκί­πισ­σα σκο­τώ­νει τα παι­διά της και στο τέ­λος φεύ­γει α­τι­μώ­ρη­τη. Όπως γρά­ψα­με πα­λαιό­τε­ρα σε άρ­θρα σχε­τι­κά με τις δύο πα­ρα­στά­σεις, τέ­τοια άρ­ρω­στα κα­τα­σκευά­σμα­τα έ­χουν σαν μο­να­δι­κό στό­χο να δη­λη­τη­ριά­σουν την ψυ­χή του Έλλη­να». 
Με­τά το σά­λο που προ­κλή­θη­κε, η «Επο­χή» ε­ξα­σφά­λι­σε α­πο­κλει­στι­κές δη­λώ­σεις του συγ­γρα­φέα. Ο Εμμα­νουήλ Ροΐδης μάς δή­λω­σε σε α­πο­κλει­στι­κό­τη­τα: «Εί­μαι νε­κρός. Αφή­στε με ή­συ­χο».

(Το πα­ρα­πά­νω κεί­με­νο εί­ναι προϊόν σά­τι­ρας. Οποια­δή­πο­τε ο­μοιό­τη­τά του με πραγ­μα­τι­κά γε­γο­νό­τα ή πρό­σω­πα ο­φεί­λε­ται α­πο­κλει­στι­κά σε έλ­λει­ψη φα­ντα­σίας).

(Στην εφημερίδα Εποχή)


Δεν υπάρχουν σχόλια: